Loading...
You are here:  Home  >  ΣΤΗΛΕΣ  >  Current Article

Mad Max: Ο δρόμος της οργής

By   /   Οκτώβριος 15, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Mad Max: Ο δρόμος της οργής

    Print       Email

λήψη (1)

♦ του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

Πώς θα είναι άραγε ο κόσμος μετά από έναν πυρηνικό πόλεμο; ´Η, σε μια λιγώτερο δραματική εξέλιξη, πού θα οδηγηθεί η ανθρωπότητα όταν η γη δεν θα έχει πλέον πόρους να ικανοποιήσει την καταναλωτική της βουλιμία; Αυτό το σκηνικό τέλους μας φέρνει πίσω στις απαρχές: στα σπήλαια. Αλλ’ αυτή η ανθρωπότητα του τέλους δεν θα έχει την αφέλεια της αρχής. Ο άνθρωπος, τότε, τσακισμένος από χιλιετίες εξέλιξης του πολιτισμού, αντί για την προβιά του πρωτογονισμού, θα ντυθεί με τα κουρέλια της ανάπτυξης. Ο κόσμος, από ανέγγιχτος παράδεισος στα χρόνια της Γένεσης, θα γίνει σκουπιδαριό στη μέση της ερήμου και στ’ απορρίμματά του θα βρίσκεται κι ο ίδιος ο άνθρωπος. Αυτός είναι ο κόσμος του Μαντ Μαξ, ενός απότακτου αστυνομικού, ο οποίος, στην φαντασία του Τζωρτζ Μύλλερ, δημιουργού του σκοτεινού του κόσμου, γίνεται ο μοναχικός καβαλάρης του τέλους.

Στο καινούργιο Mad Max: Ο δρόμος της οργής, ο κόσμος, που από την μια ταινία στην άλλη γίνεται ολοένα ζοφερώτερος, ζει την συνέχεια του προηγούμενου Mad Max: Απόδραση από το βασίλειο του κεραυνού (1985). Και εδώ η ιστορία ξεκινά με μιαν απόδραση, μόνο που οι φυγάδες στο τέλος θα ξαναγυρίσουν στο περίφρακτο Κάστρο (Citadel), όπου δεν ζει πλέον μια ολιγάνθρωπη κοινότητα, αλλά ένα γιγάντιο πλήθος ρακένδυτων αποβρασμάτων, οργανωμένο σε μιαν ιεραρχική και πυραμιδοειδή «Πολιτεία». Οι συνέπειες μιας ραγδαίας παγκοσμιοποίησης, που τη ζούμε μετά το millennium, έχουν εξαφανίσει, στην φαντασία του δημιουργού της σειράς, τα τελευταία απομεινάρια της ρομαντικής και πιο «δημοκρατικά»-ιπποτικά δομημένης, πολιορκούμενης κοινότητας του προηγούμενου φιλμ. Θυμίζω ότι ο κόσμος του Μαντ (τρελλού) Μαξ ξεκίνησε το 1979, με το Μαντ Μαξ: Ο εκδικητής της νύχτας, και συνεχίστηκε με το καλύτερο για κάποιους φιλμ της σειράς Εκδικητής πέρα από τον νόμο (1981).

Ο σούπερ ήρωας και οι ιστορίες του γεννήθηκαν από έναν Αυστραλό, Ελληνικής καταγωγής γιατρό, τον Τζωρτζ Μύλλερ (Μηλιώτη), που παράτησε την ιατρική για να γίνει ένας από τους πιο ονομαστούς δημιουργούς έργων κινηματογραφικής φαντασίας. Μέλος του αυστραλιανού «νέου κύματος», όπως ονομάστηκε, μαζί με τον Μελ Γκίμπσον, τον Πήτερ Γουίαρ, τον Γκίλιαν Άμστρονγκ κ.ά., ανανέωσε το είδος, που ριζώνει στις απαρχές της τέχνης του κινηματογράφου και εξακολουθεί να δίνει καρπούς σε «ταινίες δράσης». Ο ίδιος ο Μύλλερ, μάλιστα, θεωρεί τις ταινίες δράσης (action movies), ως τον κινηματογράφο με την πιο παγκόσμια γλώσσα και το καθαρότερο φιλμικό συντακτικό[1] και δεν έχει άδικο. Εάν η δράση είναι για τον Μύλλερ ο απόλυτος κινηματογράφος, εδώ έχουμε την απόλυτη ταινία δράσης-καταδίωξης.

Σε ένα σκοτεινό μέλλον, λοιπόν, όλη η πλουτοπαραγωγική δύναμη της γης έχει «αποθηκευτεί» στα έγκατα ενός σπηλαίου στην μέση μιας άνυδρης ερήμου και φυλάσσεται από έναν στρατό πολεμιστών αυτοκτονίας. Γύρω από αυτό το σπήλαιο-κάστρο, που ο σκηνοθέτης το ονομάζει σαν τα μεσαιωνικά, Citadel, συγκεντρώνονται τεράστια πλήθη εξαθλιωμένων ανθρώπων, που περιμένουν πότε ο πανίσχυρος «βασιλιάς» θα ανοίξει λίγο τις στρόφιγγες του νερού. Ο κακόμορφος αυτός τύραννος, όπως και ο λογιστής-τραπεζίτης του, είναι ένας γερασμένος μετάνθρωπος, ζει και αναπνέει με μηχανικά μέσα και κρατά για λογαριασμό του υπόγειες δροσερές φυτείες, τα αποθέματα του νερού και των καυσίμων και… τις μόνες νέες και υγιείς γυναίκες, κατάλληλες για τεκνογονία. Την στιγμή που ο τρελλός (Mad) Μαξ συλλαμβάνεται στην έρημο από τους πολεμιστές φύλακες, εκτυλίσσεται μια απόδραση αυτών των γυναικών του «χαρεμιού» με επικεφαλής την Αυτοκράτειρα Φουριόζα, μια πολεμίστρια Αμαζόνα. Στην χωρίς τέλος καταδίωξη που ακολουθεί, ο Μαξ θα βρεθεί από αιχμάλωτος μαχητής στο πλευρό της Φουριόζα. Οι γυναίκες, που μία τους εγκυμονεί τον «Διάδοχο», αναζητούν την «Πράσινη Γη», σύμφωνα με την μνήμη της Φουριόζα, έναν παράδεισο φυσικού πλούτου και ελευθερίας, ο οποίος έχει και αυτός καταστραφεί. Τελικά, με την απρόσμενη βοήθεια γηραιών Αμαζόνων, θα γυρίσουν στο Κάστρο επευφημούμενες από το εξαθλιωμένο πλήθος.

Για να είμαι ειλικρινής, πολύ λίγο μπορεί να αντισταθεί κανείς σ’ αυτόν τον καταιγισμό φαντασίας. Για δύο σχεδόν ώρες ακολουθούμε ασταμάτητα, μαζί με την κάμερα του Μύλλερ, έναν ορυμαγδό από οχήματα, που έχουν συναρμολογηθεί από νεκροταφείο αυτοκινήτων: τζιπ και μοτοσυκλέτες με αλλόκοτα σχήματα, μέχρι και μια κινούμενη εξέδρα ροκ συναυλίας, όπου ένας κιθαρίστας και δεκάδες ντράμερ σολάρουν ακατάπαυστα, εμψυχώνοντας τους πολεμιστές αυτοκτονίας. Και στο κέντρο της καταδίωξης ένα γιγάντιο πολεμικό βυτιοφόρο, που και εδώ, όπως και στα προηγούμενα φιλμ της σειράς, είναι το φυλασσόμενο και διεκδικούμενο τοτέμ. Είναι γεμάτο με μητρικό γάλα και σ’ αυτό κρύβονται οι «νύφες». Το οδηγεί η αυτοκράτειρα Φουριόζα μαζί με τον πολύπλαγκτο Μαξ κι έναν τρίτο ανέλπιστο (ερωτευμένο) σύμμαχο. Η λατρεία της ασταμάτητης καταδίωξης των οχημάτων, συναίρεση δύο μανιών του εκμηχανισμένου ανθρώπου, της ασταμάτητης γρήγορης οδήγησης και του ατελεύτητου βίντεο-γκέημ, απογυμνώνει κάπως τον μύθο από στοιχεία που θα είχαν περισσότερο κινηματογραφικό ενδιαφέρον. Κι ας λέει ο Μύλλερ για την δράση-απόλυτο κινηματογράφο.

Η όλη έμπνευση είναι δίχως άλλο ιδιοφυής, αλλά στην ανάπτυξή της μένει καχεκτική, αφού σκιάζεται από την ανάγκη καταιγισμού του θεατή, ώστε να μην πάρει τα μάτια του ούτε δευτερόλεπτο από την οθόνη. Κι όμως ο θεατής, απρόσμενα, κοντοστέκεται κριτικά. Γελά, για παράδειγμα, όταν εμφανίζονται οι γυναίκες που θυμίζουν κορίτσια του Μπέι-γουώτς, έξω από το ζοφερό κλίμα του έργου. Αλλά, όπως είπα, πολύ λίγο μπορεί να αντισταθεί κανείς σ’ αυτόν τον ροκάδικο καταιγισμό, έναν κόσμο παραλογισμού και βίας, που λίγο, πράγματι πολύ λίγο, απέχει από τον πραγματικό μας κόσμο. Από τους τζιχαντιστές του ISIS έως τους σατανιστές του Χρηματιστηρίου, ο κόσμος μας ολοένα και πιο πολύ θυμίζει μια ανελέητη καταδίωξη αλά Μαντ Μαξ.

Πολύ κοντά στον κινηματογράφο κινουμένων σχεδίων (animation), o Μύλλερ ακριβολογεί στην αφήγησή του: «Υπάρχει», λέει, «μόνο ένα ιδανικό σημείο για την κάμερα σε κάθε στιγμή (της δράσης). Και το έμαθα αυτό από τα κινούμενα.». Και ως πρωτόπειρος μαθητής συμπληρώνει: «Είναι ενδιαφέρον το πόσο μπορείς να επιρρεάσεις την αφήγηση απλώς γυρίζοντας από μια άλλη γωνία λήψης». Προφανώς! Πάντοτε, όταν η κάμερα στήνεται σε ένα σημείο, υπάρχουν εκείνα που ο φακός βλέπει και μπορεί να καταγράψει και όσα —απείρως περισσότερα— δεν μπορεί να δει και συνεπώς τα αποκρύπτει. Εδώ βρίσκεται η μαγεία της δράσης, η οποία όντως είναι καταστατική της έβδομης τέχνης. Γιατί ο κινηματογράφος, η τελευταία λαϊκή τέχνη της εποχής μας, γεννήθηκε στο τσίρκο και στα πανηγύρια. Μα δεν σημαίνει αυτό πως η δράση μπορεί να υποσκελίσει τον άνθρωπο, ο οποίος είναι και θα είναι πάντοτε το κέντρο της τέχνης, δημιουργός και ήρωας συνάμα.

Αλλά, είπαμε, το σινεμά του Μύλλερ είναι πιο κοντά στο κινούμενο, όπου ο ήρωας δεν πονά, ακόμα και αν τον πατήσει φορτηγό. Ο Τομ Χάρντι ως Μαξ και η περισσότερο δυνατή στο ρόλο της Σαρλίζ Θερόν, ως αυτοκράτειρα Φουριόζα, δίνουν το μέτρο της επιτυχίας της ταινίας. Στα σκηνικά, στην επιλογή χώρων, στα αξεσουάρ, τα κοστούμια και το μακιγιάζ, ομολογουμένως ο Μύλλερ τα κατάφερε περίφημα, παρά τις δυσκολίες που είχε για να συγκεντρώσει το μπάτζετ. Σ’ αυτόν τον φανταστικό κόσμο λίγα έχει να προσφέρει το 3D. Εάν έδινε λίγο περισσότερο βάρος στον πολυσχιδή μύθο του, θα είχε δώσει μάλλον το γοητευτικώτερο από τα έργα της σειράς.

[1] Τα βιογραφικά στοιχεία και τα σχόλια του Μύλλερ προέρχονται από το πιο διαδεδομένο διαδικτυακό λεξικό του σινεμά: http://www.imdb.com

    Print       Email

About the author

You might also like...

6 a.m. των Blitz

Read More →