Loading...
You are here:  Home  >  ΔΙΑΦΟΡΑ  >  Current Article

Ο Γιώργος Σαραντάρης και η Θεσσαλονίκη

By   /   Δεκέμβριος 12, 2013  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο Γιώργος Σαραντάρης και η Θεσσαλονίκη

    Print       Email

Screen Shot 2013-12-12 at 6.16.42 PMΟ Γιώργος Σαραντάρης, ο σημαντικός αυτός Έλληνας ποιητής και στοχαστής της δεκαετίας του ́30, είχε αγαπήσει διαίτερα την Θεσσαλονίκη και τους πνευματικούς ανθρώπους που την κοσμούσαν. Αισθανόταν πως είχε πνευματική συγγένεια μαζί τους, πολύ στενώτερη από αυτήν που ένιωθε με τους Αθηναίους ομοτέχνους του. Είχε γράψει σχετικά:«Η Θεσσαλονίκη είναι για μένα μια πόλη, όπου ακουμπώ τις σκέψεις μου, και περπατώ με τα πράματα. Όταν διαβάζω ή ακούω τον Σαλονικιό συγγραφέα Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, νομίζω πως θα μπορούσε να διασχίσει κανείς την Θεσσαλονίκη με τα τέσσερα» (1). Από την Θεσσαλονίκη γράφει σε επι- στολή του προς την φίλη του Λίτσα Παπαντωνίου, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1937:

«Βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη από το περασμένο Σάββατο και θα παραμείνω εδώ ακόμα δέκα μέρες. Περνώ τις ώρες μου με λογοτέχνες, με τον Νίκο Πεντζίκη προπάντων, που εμπνέεται από την πόλη του, την Θεσσαλονίκη, όσο κανέναν δεν βρήκα να εμπνέεται σήμερα από την Αθήνα. Προχωρώ στην γνώση του τί σημαίνει να είσαι δεμένος με το έδαφος, καταλαβαίνω σχεδόν απτά πώς ύστερα μπορεί και ανθίζει ένας πολιτισμός…Αλλά γι’ αυτά θα σας μιλήσω όταν γυρίσω στην Αθήνα…» (2). Ως παρέν- θεση, να σημειώσω πως στην Λίτσα Παπαντωνίου ο Γ. Σαραντάρης τον επόμενο χρόνο (1938) αφιέρωσε τον ακόλουθο στοχασμό, που είναι χαρακτηριστικός της ψυχής του:

«Ο ουρανός είναι η ζεστή μας πατρίδα, τον εγκαταλείπουμε συχνά, γιατί μας αρέσει το παιχνίδι με το άγνωστο, μας τραβά ο κίνδυνος της θάλασσας καιτουαγέρα,μαςελκύειμιαάλληκαρδιά.Όμως επιστρέφουμε στον ουρανό, κι όταν τον λησμονήσαμε, όταν δεν σκεπτόμαστε πια τον τόπο όπου γεννηθήκαμε και η ανάμνηση της παιδικής μας γης έπαψε να μας γοητεύει…» (3)

Στο βιβλίο μου Γιώργος Σαραντάρης: ο άνθρωπος, ο ποιητής, ο διανοούμενος, αφιερώνονται ειδικά κεφάλαια για την σχέση του Γιώργου Σαραντάρη με τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, την αδελφή του Ζωή Καρέλη, καθώς και με τους Τάκη Βαρβιτσιώτη και τους υπόλοιπους Θεσσαλονικείς λογοτέχνες της γε- νιάς του 30. Με την Θεσσαλονίκη ο Σαραντάρης αισθανόταν έναν ιδιαίτερο δεσμό, γι’ αυτό και κάθε χρόνο, τον Σεπτέμβριο, κατά την περίοδο της Εκθέσεως, ερχόταν και έμενε αρκετές ημέρες. Τον διευκόλυνε και η παρουσία του εξαδέλφου του, που εργαζόταν στο Λιμεναρχείο της Θεσαλονίκης και τον φιλοξενούσε.

Για την αλληλογραφία των Σαραντάρη και Πεντζίκη είχα στην διάθεσή μου είκοσι δύο επιστολές του Ν.Γ. Πεντζίκη, που τα πρωτότυπά τους βρίσκονται στο αρχείο του πρώτου εξαδέλφου του ποιητή Παναγιώτη (Τάκη) Σαραντάρη, και από τις επιστολές του Γιώργου Σαραντάρη όσες είχαν δημοσιευθεί στο περιοδικό Γράμματα και Τέχνες,ή βρίσκονται στο αρχείο του Τάκη Σαραντάρη εν σχεδίω. Είναι ένα υλικό ανεκτίμητο, κατά την άποψή μου, γιατί οι δύο λογοτέχνες μέσα σ’ αυτές εκφράζουν το ήθος και το ταλέντο τους. Ο Γιώργος Σαραντάρης με τον Ν.Γ. Πεντζίκη είχαν κοινή πνευματική βάση και μπορούσαν να συνεννοηθούν άνετα, ακόμη και διαφωνώντας…. Στις 10 Οκτωβρίου του 1936 γράφει, μεταξύ των άλλων, ένα χαρακτηριστικό συμβολισμό ο Πεντζίκης στον Σαραντάρη:

«Αγαπητέ Σαραντάρη

Δεν είμαστε διόλου γυμνιστές και μας αρέζει η απλυσιά, όπως και στους Ήρωες του Μεσολογγίου.»

Η αλληλογραφία των δύο αρχίζει στις 10 Οκτωβρίου 1936 και ολοκληρώνεται λίγο πριν από την κήρυξη του πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1940, όταν ο Σαραντάρης μυστικά επιστρατεύεται και τοποθετείται στην πρώτη γραμμή του μετώπου, όπου το ισχνό, λιπόσαρκο και ασθενικό του σώμα, με την μεγάλη μυωπία, δεν αντέχει στις κακουχίες και οδηγείται στον θάνατο, στην θυσία καλύτερα, σε ηλικία μόλις 33 ετών, στις 25 Φεβρουαρίου 1941. Μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου του 1937 γράφει ο Σαραντάρης στον Πεντζίκη και τον προτρέπει να «πάρει μέρος στον χορό των γραμμάτων»:

«Πρέπει άλλωστε να ’χεις την ταπεινότητα ό,τι γράφεις να το ρίξεις στο μικρό ή μεγάλο ποτάμι της ελληνικής λογοτεχνίας… Εσύ, η αδελφή σου, ο Θέμελης, βρίσκεστε κ’ εσείς στην Ελλάδα, και πρέπει να πάρετε κι εσείς μέρος στον χορό των γραμμάτων, εφ’ όσον μάλιστα ξέρετε βηματισμούς κι έχετε εμπνεύσεις και σύγκορμα και σύμψυχα πάσχετε από το πάθος της Τέχνης. Κάποιος δεν σου λέει μέσα σου «Έλα να χαρίσεις στους Έλληνες έναν βίο πλατύτερο με τνο δικό σου τρόπο, με τις δικές σου δυνάμεις;» Θα μου απαντήσεις – «Δεν ανυπομονώ» – Και θα προσθέσω τότε. Πρέπει, αγαπητέ μου, να ανυπομονείς! Ο βίος μας αγαπητέ, έχει κύρος εφ’ όσον συνεχώς ρίχνουμε το καπέλλο μας στα μούτρα του άλλου για να τον ξυπνήσουμε. Ο άλλος μας δίνει κατραπακιές, αλλά εμείς δεν παίρνουμε γνώση, όσο μας μένει πνοή, τον ξυπνούμε». (4)

Ο Σαραντάρης, στην αλληλογραφία του με τον Πεντζίκη, δεν διστάζει στις προς αυτόν επιστολές του να γράφει με παρρησία τη σκέψη του. Στις 8 Ιουνίου του 1938 σημειώνει, μεταξύ των άλλων:

«Κάποτε με ρωτούσε ο Σεφέρης με μεγάλη απορία, τί είταν αυτά περί ηδονής και ηδονισμού που πρέσβευα(5). Εσύ μιλάς άλλη γλώσσα, όμως από μία σκοπιά, η διάθεσή σου αγνάντια στο βιβλίο μου (σημ. Πρόκειται για το φιλοσοφικό δοκίμιο Δοκίμια για την ύπαρξη του ανθρώπου) είναι ίδια. Τόσο εσύ, όσο και ο Σεφέρης, όσο ας πούμε, ο Δρίβας και ο Τσαρούχης, κινείστε μέσα στην περιοχή της αισθητικής, χωρίς να μπορείτε να την εγκαταλείψετε….Βέβαια αδικείσαι από την αισθητική άποψη, γιατί η τέχνη σου είναι βέβαια γνήσια, ενώ των άλλων δεν είναι. Δεν αδικείσαι όμως, όταν σκεφτείς, τί πρέπει να ζητήσουνε σήμερα οι Έλληνες από τον Έλληνα συγγραφέα.»

Το γράμμα αυτό του Σαραντάρη, ενώ είναι γεμάτο αγάπη και ενδιαφέρον για τον Πεντζίκη, είναι αυ- στηρό. Φαίνεται καθαρά ότι με το μυστήριο της ζωής δεν παίζει και πονάει όταν οι συνομιλητές του δεν μπορούν να ξεπεράσουν την περιοχή της αισθητι- κής και να επιχειρήσουν να διεισδύσουν στην ουσία των πραγμάτων. Προς τιμήν του, ο Πεντζίκης απαντά στον Σαραντάρη με πολλή ζεστασιά και λεπτότητα και με σκέψεις πολύ υψηλού επιπέδου. Τον παρακαλεί να μην τον ονομάσει υλιστή, «κτήνος βουτηγμένο στην ύλη» και του εξηγεί ότι φοβάται μήπως τον αδικήσει, νοθεύοντας την κρίση του με τον εγωισμό του:«Ζητούσα, διαβάζοντας το βιβλίο σου, να εξακρι- βώσω κατά πόσο να σε ονομάσω ιδιοφυία, αν αυτό μου το επέτρεπε ο εγωισμός μου κι αν αυτό ανταποκρινό- ταν προς εσένα. Τα νοήματα που παραθέτεις μου στέ- κουν τόσο κοντά! Με ενδιαφέρουν τόσο πολύ! Ώστε σε έναν που τα εκφράζει θα δικαιούμουν να του δώκω το χαρακτηρισμό, μαζί με όλη την αφοσίωση που πρέπει να συνεπάγεται.» (6).

Το κεφάλαιο της πνευματικής σχέσης του Σαραντάρη με τον Πεντζίκη θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για σειρά διαλέξεων, και ασφαλώς υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρό για όσους θελήσουν να ασχοληθούν με αυτήν, όταν δημοσιευθεί η πλήρης μεταξύ τους αλληλογραφία. Χρήσιμη είναι ακόμη η αναφορά στην ηθική συμπαράσταση που προσέφερε ο Σαραντάρης στη Ζωή Καρέλλη, ωθώντας την να ακολουθήσει τον δρόμο της ποίησης. Η Καρέλλη το αναγνωρίζει και στον πρόλογο του δίτομου έργου της Τα Ποιήματα (7) εκφράζεται με ευγνωμοσύνη για τον Σαραντάρη:

Την πρώτη εγκαρδίωση την οφείλω στον ποιητή –τόσο διαφορετικής ευαισθησίας από την δική μου– Γιώργο Σαραντάρη. Αυτός με ενθάρρυνε να τυπώσω την «Πορεία» μ’ ένα άρθρο του για τηνανέκδοτη ακόμη εργασία μου στην Καθημερινή (6 Μαΐου 1940)». Σημειώνω πως η Ζωή Καρέλλη, πριν να δημοσιευθούν τα ποιήματά της, τα έστελνε χειρόγραφα στον Γιώργο Σαραντάρη, ζητώντας την άποψή του. Η αλληλογραφία της Καρέλλη με τον Σαραντάρη δεν είναι τόσο εκτεταμένη όσο αυτή του αδελφού της Ν.Γ. Πεντζίκη με τον Σαραντάρη. Στην τελευταία επιστολή που του απέστειλε, πριν εκείνος πάει στο μέτωπο, εκφράζει τον θαυμασμό της για την ποίησή του: «Τα ποιήματά σας έχουν μιαν αγνότητα, γι’ αυτό η αξία τους δεν μένει μονάχα αισθητική, δεν είναι αισθησιακή, γίνεται ηθική».

Πνευματική σχέση ο Σαραντάρης είχε αναπτύξει και με τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, από τους νεώτερους, μαζί με τον Βάσο Βασιλείου, του κύκλου των Μακεδονικών Ημερών. Ο Βαρβιτσιώτης συμφωνούσε με τον Σαραντάρη στην βάση του νοήματος της ζωής και ήταν ο πρώτος από τους Θεσσαλονικείς ποιητές που έγραψαν μελέτη-δοκίμιο για την ποίηση του Σαραντάρη (8). Αυτή δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Διαγώνιος το 1958. Τίτλος της «Ποίηση και ποιητικά θέματα του Γιώργου Σαραντάρη» και μεταξύ των άλλων τονίζει ο Βαρβιτσιώτης:

«Για τον Σαραντάρη, που ήταν σφοδρός πολέμιος κάθε ωφελιμιστικής και ηδονιστικής αντίληψης, η ποίηση δεν αποτελούσε μια πρόσθετη τέρψη για την καλοπέραση των αστών, αλλά ένα μέσο, έναν αγώνα για να νιώσουμε την αλήθεια του ανθρώπου, μια λύση, τη μόνη δυνατή και σωτήρια λύση, τον μόνο τρόπο να διαφύγουμε από την αθεράπευτη αθλιότητα της ανθρώπινης μοίρας, να νικήσουμε την αγωνία του θανάτου και την βεβαιότητα του μηδενός, τη μόνη κατάφαση της αθανασίας…».

Την εκτίμησή του για την ποίηση του Σαραντάρη ο Βαρβιτσιώτης εξέφρασε και σε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής του, κατά την αναγόρευσή του σε αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών. Είπε:

«Ο Γ. Σαραντάρης, με πολλή ακρίβεια και σοφή μετριοφροσύνη, μας αποκάλυπτε το βαθύτερο νόημα της ποίησης και μας προσδιόριζε με τον καλύτερο τρόπο τη μυστική της ουσία, αποφεύγοντας ακριβώς να την προσδιορίσει.»

Με τους άλλους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης και ειδικώτερα με αυτούς των περιοδικών Μακεδονικές Ημέρες και Ολύμπο (δίγλωσσο – ελληνοϊταλικό) είχε επίσης αναπτύξει καλή σχέση, αλλά όχι όπως αυτήν που είχε με τους Πεντζίκη, Καρέλλη και Βαρβιτσιώτη. Ο Σαραντάρης υπήρξε συνεργάτης και των δύο αυτών περιοδικών. Για τις Μακεδονικές Ημέρες ο Τόλης Καζαντζής γράφει: «Είναι μηνιαίο περιοδικό και από τα πρώτα του κιόλας τεύχη παρουσιάζει μιαν εκπληκτική συγκρότηση και ωριμότητα». Για το Ολύμπο ο ίδιος ο Τόλης Καζαντζής σημειώνει πως, χάρις στην σύνεση και στη μετριοπάθεια των συνδιευθυντών του, του Έλληνα Στέλιου ξεφλούδα και του Ιταλού Έντζο Βόλτουρε, δεν απετέλεσε όρ- γανο της φασιστικής προπαγάνδας του Μουσολίνι, αλλά στο διάστημα που εκδιδόταν (1936-1939) «παρέμεινε ένα καθαρά λογοτεχνικό περιοδι- κό, με πολύ αξιόλογη και κατά το πλείστον πρωτο- ποριακή ύλη και με σαφείς και εύλογες ομοιότητες προς τις Μακεδονικές Ημέρες. Σε σχέση με τους στόχους του περιοδικού, ο Καζαντζής σημειώνει ότι αυτό χαρακτηρίζεται από έναν «ελιτισμό» και από μια μαχητικότητα, «η οποία στρέφεται τόσο κατά των ντόπιων συντηρητικών κύκλων, όσο και κατά του Αθηναϊκού λογοτεχνικού κατεστημένου, κυρίως δε κατά του κύκλου του περιοδικού Νέα Γράμματα, των Καραντώνη, Κατσίμπαλη και λοιπά, με τον οποίο και αντιδίκησε σοβαρά κυρίως από το 1936». (9). Οι Θεσσαλονικείς συγγραφείς είχαν δι- απιστώσει πως τους ήταν πολύ δύσκολο να εντα- χθούν στην λογοτεχνική ομάδα των Αθηνών, που ενός σημαντικού της μέρους τον συντονισμό είχε ο Καραντώνης, και αυτό από την μία τους ενοχλούσε ιδιαίτερα και από την άλλη επιχειρούσαν να βρουν τρόπους να περάσουν κείμενά τους στα λογοτεχνικά περιοδικά των Αθηνών, κυρίως στα Νέα Γράμματα και στην Νέα Εστία. Ο Σαραντάρης κατανοούσε πλή- ρως την δυσφορία των Θεσσαλονικέων λογοτεχνών και τους συμπαραστεκόταν, είτε με τις συνεργασίες του στα περιοδικά της Θεσσαλονίκης είτε με την προσπάθειά του να περάσει κείμενά τους στα αθηναϊκά λογοτεχνικά περιοδικά.

Για την συνεργασία του Γιώργου Σαραντάρη με τις Μακεδονικές Ημέρες γράφει ο Γ.Θ. Βαφόπουλος στην Αυτοβιογραφία του:

[Οι «Μακεδονικές Ημέρες» είχαν γίνει ένας «πόλος έλξεως» των «προχωρημένων» λογοτεχνών. Οι νέοι συγγραφείς της Αθήνας αποζητούσαν την συνεργασία μαζί τους. Η συντροφιά μας δεχόταν τακτικά επισκέπτες από την πρωτεύουσα. Κι ένας από αυτούς, ο τακτικώτερος, ήταν ο Γιώργος Σαραντάρης. Καθόταν στην πολυθρόνα της «Αστόριας» ήρεμος και σεμνός, με την αφέλεια ενός μικρού παιδιού. Η όλη εμφάνισή του κι ο τρόπος της ομιλίας του δημιουργούσαν μια σκωπτική διάθεση στον απληροφόρητο συνομιλητή του. Όμως δεν αργούσε κανείς να αντιληφθεί, πόση διάσταση υπήρχε ανάμεσα σ’ εκείνη την απλοϊκή εμφάνιση και στο πάθος με το οποίο ανέλυε τις ιδέες του. Ο λόγος του Σαραντάρη είχε πολύ πλαστικότητα, καθώς τόνιζε τις λέξεις με έναν ιδιότυπο τρόπο, προφέροντας χωριστά τα διπλά σύμφωνα. Ήταν φανερή η επίδραση της ιταλικής γλώσσας στον τόνο της ομιλίας του. Ο Σαραντάρης ήταν ένα κράμα ποιητή και φιλόσοφου. Μερικά κείμενα του είχαν δημοσιευθεί στο περιοδικό μας Μακεδονικές Ημέρες]. (10)

Ο Στ. ξεφλούδας, κατά καιρούς διευθυντής των Μακεδονικών Ημερών και του Ολύμπο, έγραψε σε επιστολή προς τον Σαραντάρη, στις 17 Οκτωβρίου του 1935:

«Ευχαριστώ θερμά για την συνεργασία σας και για την καινούργια συλλογή, που την βρίσκω πραγματικά ποιητική, πράγμα σπανιώτατο στον τόπο μας…» (Σημ. Η υπογράμμιση του ξεφλούδα). Στις 5 Δεκεμβρίου 1935, ο ξεφλούδας σε άλλη του επιστολή σημειώνει:

«Αγαπητέ μου,

Με συγχωρείτε που απαντώ κάπως αργά στο τελευταίο Σας γράμμα. Λυπήθηκα για την παράλειψη που έγινε στις Παρενθέσεις και που τώρα δεν είναι εύκολο να διορθωθεί. Φυσικά δεν επιτρέπεται σ’ ένα περιοδικό να γίνονται τέτοια λάθη. Η πρόζα σας όπως σας είπα μ’ αρέσει λιγώτερο από τους στίχους σας…». Και λίγες ημέρες αργότερα, στις 22 Δεκεμβρίου 1935, σε νέο του γράμμα ο ξεφλούδας γράφει στον Σαραντάρη:

«Αγαπητέ μου κ. Σαραντάρη,

Πήρα το γράμμα σας μαζί με το ποίημα και σας ευχαριστώ θερμά. Κι εδώ η ίδια μονοτονία. Nihil… Η κριτική όπως θα δείτε δημοσιεύθηκε. Δυστυχώς ο κ. Βαφόπουλο,ς απασχολημένος με την έκδοση του βιβλίου της γυναίκας του, δεν μπόρεσε να γράψει και έγραψε την τελευταία στγμή ένα μικρό σημείωμα ο κ. Θέμελης. Φυσικά αυτά που έγραψε δεν είναι εκείνα που ήθελα να γραφούν, αλλά δεν μπορούσε να μη δημοσιευτεί και σ’ αυτό το φύλλο κάτι για σας…» Η φιλία των ξεφλούδα και Σαραντάρη εξελίσσεται και γίνεται πιο ζεστή. Ενδεκτικά αναφέρω τις προσφωνήσεις. Στις 8 Ιουλίου 1936 η προσφώνηση του ξεφλούδα είναι «Αγαπητέ μου φίλε» και μετά τον Ιούνιο του 37 γίνεται «Φίλτατέ μου». Στο βιβλίο μου, από όπου πηγάζουν και όλα τα αποσπάσματα που αναφέρω, και από το Αρχείο των επιστολών που διατηρεί ο πρώτος του εξάδελφος Τάκης Σαραντάρης, φαίνεται η καλή σχέση που είχε αναπτύξει ο Γιώργος Σαραντάρης και με τους άλλους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης, όπως με τους Βάσο Βασιλείου, Γιώργο Δέλιο, Γιώργο Θέμελη, Πέτρο Ωρολογά. Ο Στρατής Δούκας στις 3 Οκτωβρίου του 1937 αφιερώνει στον Σαραντάρη το βιβλίο του Εις εαυτόν, γράφοντας: «Εις τον φίλον κο Γιώργον Σαραντάρην, με πολλή εκτίμηση» και υπογράφοντάς το.

Για την σχέση του Σαραντάρη με την Θεσσαλονίκη, ο Γιώργος Μουρέλος έγραψε στο βιβλίο της Ολυμπίας Καράγιωργα:

«Εκεί όπου ο Σαραντάρης είχε βρει αληθινή ανταπόκριση ήταν ανάμεσα στους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης. Εκτιμήθηκε και αγαπήθηκε πραγματικά. Γι’ αυτό και ερχόταν στην Θεσσαλονίκη τουλάχιστο μια φορά τον χρόνο. Εύρισκε ένα εγκάρδιο κλίμα. Οι περισσότεροι από τους λογοτέχνες της Θεσσαλονίκης ασχολήθηκαν με το έργο του, το ποιητικό και το φιλοσοφικό. Ο Θέμελης, ο Σπανδωνίδης, ο Τατάκης, ο Πεντζίκης, ο Δέλιος, ο Βαρβιτσιώτης και άλλοι έγραψαν γι’ αυτό. Οι τρεις πρώτοι, όσο ακόμα ζούσε. Οι άλλοι μετά το θάνατό του.»

Πολλοί πάντως από τους φίλους του της Θεσσαλονίκης, βεβαίως και της Αθήνας, τον λησμόνησαν γρήγορα. Οι μετά από αυτούς γενιές ασχολούμαστε περισσότερο μαζί του. Τον θυμόμαστε, με την έντονη εντύπωση πως μας λείπει. Ο Πεντζίκης δίνει μια εξήγηση στην Ολυμπία Καράγιωργα για την συμπεριφορά της γενιάς του προς τον Σαραντάρη:

«Με ρωτάτε γιατί δεν τον πήρανε στα σοβαρά εν όσω ζούσε, γιατί έμεινε άγνωστος τόσο καιρό. Ήτανε φυσικό. Θα σας εξηγήσω: στην Ελλάδα ακόμα και σήμερα επειδή είμαστε άμεσα συναισθηματικοί, καταλαβαίνομε την ομορφιά όταν εμφανίζεται σαν ομορφιά, τνη δύναμη όταν παρουσιάζεται σαν δύναμη. Δεν μπορούμε να δούμε την αδυναμία σαν δύναμη». (11)

Ο Τάσος Αθανασιάδης δίνει μιαν άλλη εξήγηση στην Ολυμπία Καράγιωργα:

«Έμεινε πολύ καιρό άγνωστος στο μεγάλο κοινό. Κι ακόμα παραμένει. Η ποίησή του προϋποθέτει έναν αναγνώστη με βίο εσωτερικό και ο χώρος της φιλοσοφίας που εκινείτο ήταν ο στοχασμός γύρω από την ύπαρξη, γύρω απ’ την ζωή την ανθρώπινη, δεν ήταν ο φιλοσοφικός νους που τον ελκύανε τα φιλοσοφικά συστήματα. Είναι μια ποίηση εσωστρεφής, που προϋποθέτει μια εκλεκτική συγγένεια για να την προσεγγίσεις, να την κατανοήσεις, να την αγαπήσεις, να τη θαυμάσεις.» (12)

Ο Δημήτρης Τσάκωνας δίνει την δική του εκδοχή: «Ο Σαραντάρης ανήκε στις σπάνιες εκείνες ανθρώπινες υπάρξεις που περνούν από τούτη τη γη σαν υπνοβάτες, που ολόκληρος ο βίος τους είναι μια συνεχής απόσπαση από την ύλη, in spiritu homo constitutus, που και αυτή ακόμα η εν σώματι παρου- σία τους, από την έξαρση του πνευματικού και την κλίση προς την υπέρβαση, είναι μάλλον μια πρόσκλη- ση προς την απουσία… Άλλοι δεν θα πλησιάσουν τον Σαραντάρη, γιατί την επαφή μαζί του θα την αποκλεί- σει ο φόβος μήπως η πρωτοτυπία εκείνου αποκαλύψει πιο πολύ (στα ίδια τους τα μάτια) την κοινοτοπία του δικού τους λόγου. Όσοι κάθονται άνετα και ξένοιαστα δε θέλουν να χάσουν την ισορροπία που επικρατεί στην πνευματική νωθρότητά τους. Αλλά κι από τους λίγους κι άξιους οι περισσότεροι θ’ αποφύγουν να πλησιάσουν τον Σαραντάρη, γιατί δεν τους μοιάζειστην άξια έστω ατομικότητά τους». (13)

Ο Γιώργος Θέμελης, στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας για την Θεσσαλονίκη, γράφει για τον Σαραντάρη ότι ήταν η εξαίρεση στους ποιητές της Αθήνας, γιατί «έκανε ποίηση εμβάθυνσης στο πνευματικό υπόστρωμα των πραγμάτων», την ώρα που ταυτόχρονα οι Θεσσαλονικείς λογοτέχνες ζούσαν σε ένα κλίμα εσωτερικότητας. Και προσθέτει: «Λείπει από την Θεσσαλονίκη η βοή, η τύρβη και ο θόρυβος, όχι γιατί είναι μικρότερη πολιτεία, «επαρχιακή», μα γιατί είναι από μέσα σιωπηλή, καταπίνοντας θαρρείς κάθε κρότο. Ακόμα και όταν υψώνεται ο τόνος σε δύναμη, βγαίνει από μέσα, εκ των ένδον, ως νάναι η ίδια η σιωπή υψωμένη και πυκνή. Η μοναξιά τέλος εδώ και η εσωτερική αναδίπλωση επιβάλλεται από παντού ως ατμοσφαιρική πίεση: από τον ουρανό κι από τη γη, από τνο χώρο και τον χρόνο» (14).

Το βέβαιο είναι πως ο Σαραντάρης αγάπησε την Θεσσαλονίκη και τους Θεσσαλονικείς ποιητές και λοιπούς συγγραφείς. Η δική μου ταπεινή εκτίμηση είναι πως, μέσα στην διαφορετικότητα και στην ατομικότητα του καθενός από αυτούς, βρήκε μια ζεστασιά δυσεύρετη στην Αθήνα, όπως επίσης ένα ήθος και μια αρχοντιά που βγαίνουν μέσα από την παράδοση των κατοίκων της πόλης. Γιατί μπορεί η Θεσσαλονίκη να μην υπήρξε Βασιλεύουσα και να μην είναι Πρωτεύουσα, αλλά ήταν και είναι πάντα Θριαμβεύουσα, με μια θαυμαστή και μοναδική συνέχεια.

    Print       Email

You might also like...

Αγιά-Σοφιά

Read More →