Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

ΦΑΚΕΛΛΟΣ Τι είδους Άμυνα θέλουμε;

By   /   Απρίλιος 3, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΦΑΚΕΛΛΟΣ Τι είδους Άμυνα θέλουμε;

    Print       Email

Η οικονομική κρίση, που μαστίζει την χώρα τα τελευταία χρόνια, επηρεάζει καθοριστικά τις αμυντικές της δυνατότητες. Ήδη, μετά το 2009, οι αμυντικοί εξοπλισμοί έχουν παγώσει, ενώ απειλείται το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, η κρίση προσφέρει μια ευκαιρία να επανασχεδιασθεί η άμυνα της χώρας με βάση τις πραγματικές της ανάγκες και προτεραιότητες και όχι με βάση την εξυπηρέτηση ενός συστήματος προμηθειών, που οδηγεί στην παραγωγή φαινομένων τύπου Τσοχατζόπουλου. 

Οι επιλογές της χώρας μας, όσον αφορά τον αμυντικό της σχεδιασμό και τις προμήθειες αμυντικού υλικού, τις τελευταίες δεκαετίες, δεν διακρίνονταν πάντοτε από ορθολογισμό ούτε έδειχναν να λαμβάνουν υπ’όψιν τους το γεγονός ότι η χώρα ανήκει σε μια ισχυρή πολιτική-στρατιωτική συμμαχία, όπως το ΝΑΤΟ. Αντιθέτως, ενισχύθηκε η άποψη ότι η χώρα θα έπρεπε να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην οικοδόμηση της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας, υπόθεση που παρουσιάζει μηδενική πρόοδο, για να μην αναφερθούμε στην προνομιακή σχέση που ορισμένοι κύκλοι επεδίωκαν και επιδιώκουν να καλλιεργηθεί με την Ρωσσία προς όφελος μόνον της τελευταίας και ενδεχομένως και των ιδίων.

Η ευρωπαϊκή άμυνα, ειδικά σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, παραμένει μια «ουτοπία», που είναι πολύ αμφίβολο αν θα πάρει σάρκα και οστά στο ορατό μέλλον. Και πάντως αυτό δεν θα γίνει εν κενώ, θα είναι προϊόν συναπόφασης κατά κάποιον τρόπο με την Ατλαντική Συμμαχία, από την στιγμή που οι δύο οργανισμοί, ΝΑΤΟ και ΕΕ, έχουν κατά πλειοψηφία τα ίδια κράτη-μέλη. Επιπλέον, είναι επιθυμία και των ΗΠΑ να αναλάβουν οι Ευρωπαίοι πιο ενεργό ρόλο στα του οίκου τους και στην ευρύτερη ευρωπαϊκή περιφέρεια (Μεσόγειο, Β. Αφρική, Μέση Ανατολή), από την στιγμή που το αμερικανικό ενδιαφέρον στρέφεται προς την Ασία.

Ως προς δε την Ρωσσία, δυστυχώς (ή ευτυχώς;) υπήρξε το διδακτικό προηγούμενο της Κύπρου, που μας υπενθύμισε την απόλυτη προτεραιότητα των ρωσσικών γεωπολιτικών συμφερόντων έναντι οιασδήποτε «αλληλεγγύης». Όπως άλλωστε και στην περίπτωση της ΔΕΠΑ και της τιμής πώλησης του φυσικού αερίου στην Ελλάδα.

Επιπλέον, η ελληνική κρίση αναδεικνύει και μια άλλη διάσταση, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί εν μέσω του «ειρηνικού πολέμου» που διεξάγεται στην χώρα. Η Ελλάδα, για λόγους απολύτως κατανοητούς, μετά το 1974, και υπό το βάρος του εθνικού τραύματος, επέλεξε να ακολουθήσει ευρωπαϊκή πορεία. Ήταν το κορυφαίο επίτευγμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Δυστυχώς αυτό συνοδεύτηκε από μια ιδεολογική-πολιτική απομάκρυνση από τον έτερο πυλώνα που όμως διασφάλισε μεταπολεμικά την ειρήνη και ασφάλεια της χώρας, τον ευρω-ατλαντικό. Όλα ή τα περισσότερα δεινά που επήλθαν στην χώρα αποδίδονταν από την κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία στις ΗΠΑ. Αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι το σύνδρομο του ’74 και δεν ήρκεσε η ειλικρινής συγγνώμη του προέδρου Κλίντον για να το κατευνάσει.

Πού βρισκόμαστε όμως σήμερα; Η Ελλάδα, ασφαλώς με τεράστιες ευθύνες του πολιτικού της προσωπικού και της πνευματικής και οικονομικής της ηγεσίας, είναι μεν πλήρες μέλος της ΕΕ, με μειωμένη ωστόσο κυριαρχία. Οι βασικές αποφάσεις λαμβάνονται εκτός Αθηνών, στις Βρυξέλλες ή στο Βερολίνο. Αυτό είναι πανθομολογούμενο, ακόμη και από τους οπαδούς της ακολουθούμενης πολιτικής. Το μέλλον της Ελλάδας στην ΕΕ, για την διασφάλιση του οποίου γίνονται όλες αυτές οι θυσίες, δεν είναι βέβαιο ότι θα αποκαταστήσει στο ακέραιο το απολεσθέν τμήμα εθνικής κυριαρχίας. Άλλωστε, η κρίση της ευρωζώνης έχει οδηγήσει στην διαπίστωση των κενών /ελλείψεων/ προβληματικών περιοχών της κατασκευής που οφείλονται, όπως αποδεικνύεται από επίσημα έγγραφα της περιόδου του τέλους του Ψυχρού Πολέμου, στην σπουδή του Μιττεράν να «τιθασσεύσει» μέσω του κοινού νομίσματος τον γερμανικό ηγεμονισμό, που όπως προέβλεπε θα επανέρχονταν με την ενοποίηση. Οι διεργασίες που κατέληξαν στην υιοθέτηση της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1991 γέννησαν μια στρεβλή Οικονομική-Νομισματική Ένωση, χωρίς πολιτική διάσταση και κυρίως χωρίς πολιτικό έλεγχο του νομίσματος, με αποτέλεσμα τις δυσλειτουργίες του παρατηρούνται μετά το 2008, δυσλειτουργίες που μεταφράζονται σε ανθρωπιστική καταστροφή στον ευρωπαϊκό νότο.

Αυτές οι ελλείψεις, τα κενά, οι προβληματικές περιοχές θα γίνει προσπάθεια να διορθωθούν μέσω μιας πολιτικής ένωσης, η οποία ωστόσο μπορεί να εισαγάγει διαφορετικές ταχύτητες και προνόμια/δικαιώματα μεταξύ των χωρών-μελών. Όπως χαρακτηριστικά έχει πεί ο ιστορικός Heinrich August Winkler, «για να λυθεί το Γερμανικό ζήτημα με την συναίνεση της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό ζήτημα έπρεπε να παραμείνει ανοιχτό». Τώρα, όμως, με την συναίνεση / καθοδήγηση της Γερμανίας, θα επιδιωχθεί λύση και του ευρωπαϊκού ζητήματος, αλλιώς οι φυγόκεντρες δυνάμεις στην ΕΕ θα ενισχυθούν – όλα αυτά το 2014, εκατό χρόνια μετά την κήρυξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως επισημαίνεται από τον Βρεταννό ιστορικό Timothy Garton Ash[1].Υπενθυμίζεται ότι σε τρεις ευρωπαϊκές περιοχές, Σκωτία, Καταλωνία, Φλάνδρα, οι τάσεις ανεξαρτητοποίησης ενισχύονται, με το πρώτο δημοψήφισμα να λαμβάνει χώρα στην Σκωτία στις 18 Σεπτεμβρίου 2014.

Επομένως, τα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα μας, ξεπερνούν κατά πολύ τον ταπεινό μα ασφαλώς ευκταίο στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος…

Είναι, λοιπόν, αναγκαίος ο επαναπροσδιορισμός των στρατηγικών μας στόχων, αν δεν είναι ήδη πολύ αργά. Η άμυνα και η εξωτερική πολιτική είναι προτεραιότητες που δεν μπορούν να αγνοούνται όταν τίθεται επί τάπητος το ζήτημα επιβίωσης της χώρας. Για τον λόγο αυτό η ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ανοίγει την συζήτηση για τα κορυφαία αυτά ζητήματα. Τι άμυνα θέλουμε; Ποιό είναι το ποσοστό επί του ΑΕΠ που πρέπει να διατίθεται σε αμυντικές δαπάνες; Ποιά πρέπει να είναι η διάρθρωση και ο προσανατολισμός των ενόπλων δυνάμεων; Πώς θα αναβαθμίσουμε τις σχέσεις μας με το ΝΑΤΟ; Τι ρόλο μπορούμε να διαδραματίσουμε για την σταθερότητα της περιοχής; Ποιές περιφερειακές συμμαχίες θα πρέπει να αναπτυχθούν; Πώς θα συμβάλουμε στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης; Ποιοί είναι πολλαπλασιαστές ισχύος στους οποίους μπορεί να βασιστεί η Ελλάδα για να αποφύγει την κατάρρευση;

Η γεωγραφία έπαιξε πάντοτε ρόλο στην διαμόρφωση των εξελίξεων στην χώρα. Η Ελλάδα δεν είναι μια «αδιάφορη» χώρα ούτε βρίσκεται σε αδιάφορη γεωπολιτικά περιοχή. Δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να είναι ανοχύρωτη ούτε απομονωμένη. Χρειάζεται τους συμμάχους της όπως και αυτοί την χρειάζονται. Μπορεί να προσφέρει ζωτικό χώρο και στρατηγικό βάθος. Αυτό καθιστά απαραίτητη την διαμόρφωση και εφαρμογή μιας νέας «μεγάλης στρατηγικής».

ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

[1] Βλ. άρθρο του στο τεύχος Αυγούστου 2013 του New York Review of Books “The New German Question”.

 

    Print       Email

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →