Loading...
You are here:  Home  >  ΑΦΙΕΡΩΜΑ  >  Current Article

Το μόνο γνήσιο δυναστικό κίνημα του Εικοστού Αιώνα

By   /   Απρίλιος 3, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Το μόνο γνήσιο δυναστικό κίνημα του Εικοστού Αιώνα

    Print       Email

του Μελέτη Η. Μελετόπουλου.

 

Η βασιλεία εισήχθη στην Ελλάδα to 1833, δύο χρόνια μετά την δολοφονία του Καποδίστρια. Ήταν περίπου νομοτελειακό να επιβληθεί τελικά μοναρχικό πολίτευμα, όχι μόνον γιατί αυτή ήταν η κυρίαρχη πολιτειακή συνθήκη της εποχής. Ο Καποδίστριας, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ρωσσίας και προσωπικότητα με παγκόσμια ακτινοβολία, που είχε χάριν της Ελλάδος αναμετρηθεί με τον Μέττερνιχ, δεν είχε εμπνεύσει εμπιστοσύνη στις δυτικές δυνάμεις, και ιδίως στην θαλασσοκράτειρα Μεγάλη Βρεταννία. Είχε επιδείξει σε πολλές περιπτώσεις εμμονή στο ελληνικό εθνικό συμφέρον που είχε υπερβεί τα όρια που του είχαν θέσει οι Μεγάλες Δυνάμεις. Εξ άλλου, ο Καποδίστριας διέθετε την εμπειρία, την τεχνογνωσία, τις διεθνείς σχέσεις και το εκτόπισμα να συγκροτήσει λειτουργικό και αυτοδύναμο κράτος, κάτι που επίσης εξέφευγε του περιορισμένου και ασφυκτικά ελεγχόμενου πλαισίου εντός του οποίου θα έπρεπε να κινηθεί το νεότευκτο ελληνικό κράτος.

Αλλά ούτε η βασιλεία είχε αδιατάρακτο βίο. Οι Έλληνες βασιλείς, τόσο της δυναστείας των Βίττελσμπαχ όσο και της δεύτερης δυναστείας των Σλέσβικ-Χόλσταϊν-Ζόντερμπουργκ-Γλύξμπουργκ, βασίλευσαν σε ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, σε πολιτειακά κινούμενη άμμο και εν μέσω σφοδρών πολιτικών συγκρούσεων. Ενώ το πολίτευμα, τουλάχιστον μετά το 1864, ήταν βασιλευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία, η πραγματική τους πολιτειακή λειτουργία υπήρξε ασαφής και κυμαινόμενη. Υπήρξαν βασιλείς που λειτούργησαν ως απόλυτοι μονάρχες και άλλοι που βρίσκονταν σε κατ’οίκον περιορισμό. Οι περισσότεροι άλλωστε πέθαναν εξόριστοι ή δολοφονημένοι, και πάντως όλοι πρόωρα.

Οι θεσμικές ιδιομορφίες και οι ιστορικές δυσλειτουργίες του βασιλικού θεσμού στην Ελλάδα, οφείλονται σε ορισμένους πολύ σημαντικούς προσδιοριστικούς παράγοντες.

Ο βασιλικός θεσμός ήταν επείσακτος σε μία χώρα με ισχυρή τοπικιστική παράδοση και νοοτροπία αντίστασης προς την κεντρική εξουσία. Λόγω της μακράς οθωμανικής κατοχής, η έννοια του κράτους ήταν ταυτισμένη με τον οθωμανό φοροεισπράκτορα, συνήθως υπενοικιαστή φόρων, που λεηλατούσε κυριολεκτικά τις τοπικές οικονομίας, καθώς και τον στρατολόγο-άρπαγα και απαγωγέα των ανήλικων αρσενικών παιδιών.

Οι σχέσεις αυτές, στο εσωτερικό μίας δουλοκτητικής κοινωνίας όπως η οθωμανική, λειαίνονταν μέσω πολύπλοκων πελατειακών σχέσεων και της διάχυτης διαφθοράς, που ήταν τα μόνα εργαλεία αυτοπροστασίας των χριστιανών. Οι μακραίωνες τραυματικές αυτές εμπειρίες διαμόρφωσαν αντανακλαστικά καχυποψίας και ενίοτε αντίστασης στην κεντρική εξουσία,  και ισχυρές τοπικές δομές πατρωνείας, κάτι που κατέστησε αδύνατη την δημιουργία ενός οργανωμένου κράτους ευρωπαϊκού τύπου στην Ελλάδα μετά την Απελευθέρωση του 1830.

Επομένως, κάθε εξωτερική εξουσία, που θα επιχειρούσε να επιβληθεί ως πολιτικό καθεστώς, προσέκρουε στους αταβισμούς αυτούς και στα αντανακλαστικά της ελληνικής κοινωνίας, που είχαν βαθύ πολιτισμικό και όχι απλώς πολιτικό χαρακτήρα. Ιδίως, μάλιστα, αν η εξωτερικώς επιβληθείσα εξουσία επιχειρούσε να υπερκεράσει τις αντιδράσεις αυτές με αυταρχικό τρόπο. Πρώτο θύμα αυτών των αντανακλαστικών υπήρξε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, και δεύτερο η Βαυαροκρατία.

Αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο δομικού χαρακτήρα, για την κατανόηση των τεράστιων προβλημάτων που αντιμετώπισε και που με την σειρά του αναπαρήγαγε ο βασιλικός θεσμός στην Ελλάδα.

Ο βασιλικός θεσμός, εξ άλλου, όπως εισήχθη στην ελληνική πραγματικότητα το 1833, είχε δυτική προέλευση, δομή και πολιτική φιλοσοφία, σε μία χώρα εγκλωβισμένη επί αιώνες σε μία ασιατική, οθωμανική δομή ανελευθερίας και υπανάπτυξης. Επιβλήθηκε σε μία προβιομηχανική κοινωνία, που απουσίασε από τις ιστορικές φάσεις της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού και της Αστικής Επανάστασης. Άρα εμφυτεύθηκε στην Ελλάδα ένας θεσμός με εντελώς διαφορετικές κοινωνιολογικές και πολιτιστικές προϋποθέσεις.

Σημαντικό στοιχείο ήταν ότι δεν υπήρχε στην Ελλάδα κληρονομική αριστοκρατία φεουδαλικής προελεύσεως, στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί κοινωνιολογικά η βασιλεία. Οι αυλές των βασιλέων της Ελλάδος ήσαν κοινωνιολογικά μετέωρες, φάνταζαν εξωτικές σε μία πολιτεία που είχε απαγορεύσει ήδη από τα πρώτα επαναστατικά συντάγματα τους τίτλους ευγενείας, σε μία κοινωνία με τεράστια κοινωνική κινητικότητα, με μακρυνές αναμνήσεις από την μοναδική άμεση δημοκρατία στην παγκόσμια ιστορία, με πρόσφατες από την Τουρκοκρατία δομές κοινοτικές και κοινοβιακές, όπου «ο έσχατος έσσεται πρώτος και ο έσχατος πρώτος».

Αλλά και αστική τάξη δεν υπήρχε, καθώς στην Ελλάδα δεν έλαβε χώρα η Βιομηχανική Επανάσταση, οπότε η βασιλεία δεν διέθετε και την οικονομική στήριξη που προσέφεραν οι Αστοί στους ευρωπαϊκούς βασιλικούς οίκους απέναντι στους Φεουδάρχες.

Η λογική της εμφύτευσης βασιλικού οίκου στην απελευθερωθείσα Ελλάδα ήταν ο εξευρωπαϊσμός της εκ των άνω. Αυτό επετεύχθη αρχικώς από την δυναστεία του Όθωνος, εν μέρει, με την δημιουργία μίας υβριδικού χαρακτήρα ιθύνουσας τάξης, συγκροτούμενης από απογόνους των Αγωνιστών του Εικοσιένα, ισχυρούς τοπικούς Προύχοντες, Φαναριώτες και νεόπλουτους. Τον τόνο έδωσαν οι Προύχοντες, ο λεγόμενος «κοτζαμπασισμός». Αυτοί όλοι μεταμφιέσθηκαν εξωτερικά σε «Ευρωπαίγιους» (κατά τον Μακρυγιάννη), διατηρώντας άθικτο την βαλκάνια και οθωμανικής προελεύσεως πολιτική και κοινωνική τους αντίληψη.

Επίσης εισήχθησαν στην χώρα ευρωπαϊκής προελεύσεως θεσμοί, όπως η γραφειοκρατία και η τοπική αυτοδιοίκηση, το πανεπιστήμιο, ο τακτικός στρατός, η απρόσωπη δικαιοσύνη κλπ. Η Βαυαροκρατία προσδιόρισε και την όλη όψη του νεότευκτου κράτους, με τον νεοκλασσικισμό, βάσει του οποίου ανοικοδομήθηκαν οι πόλεις της Ελλάδας και ο οποίος παρέμεινε ζωντανός μέχρι πρόσφατα.

Αλλά, ταυτόχρονα, εν μέρει αφομοιώθηκε σε μεγάλο βαθμό η ίδια η Βασιλεία από την ελληνική πραγματικότητα, κάτι που ισχύει και για την Δυναστεία του Όθωνος και για την δυναστεία του Γεωργίου Α΄, με αποτέλεσμα την συνεχή δυναστική αστάθεια που χαρακτηρίζει την νεώτερη ελληνική ιστορία.

Διότι ο βασιλικός θεσμός δεν εμφυτεύθηκε από τις Προστάτιδες Δυνάμεις στην Ελλάδα μόνον γιά να εξωτερικεύει το ελληνικό εθνικό συμφέρον προς το διεθνές σύστημα, αλλά κυρίως γιά το αντίθετο: να λειτουργεί ως καλός αγωγός της λογικής των κυριάρχων του πλανήτη, κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο, αντιφατικό, δύσκολο και επικίνδυνο. Αλλά αναγκαστικό, διότι ο βασιλικός θεσμός στην Ελλάδα είχε κύρια πηγή ισχύος την βούληση των Μεγάλων Δυνάμεων να ελέγχουν γεωπολιτικά, γεωοικονομικά και γεωστρατηγικά τον ελλαδικό χώρο.

Στο πλαίσιο αυτό, η συγγένεια των Ελλήνων Βασιλέων με τους ισχυρούς δυναστικούς οίκους της Ευρώπης λειτουργούσε αμφίδρομα: και ως μηχανισμός διεθνών δημοσίων σχέσεων της Ελλάδος και αποδοχής του ελλαδικού βασιλείου ως μέλους της ευρωπαϊκής οικογένειας και προώθησης των ελληνικών εθνικών συμφερόντων. Αλλά και ως δίαυλος πιέσεων, εξάρτησης και πειθαναγκασμού της Ελλάδος, και περιορισμού της στην θέση που της επεφύλασσε ο Διεθνής Καταμερισμός Εργασίας και –το κυριώτερο, λόγω της σημαντικώτατης γεωστρατηγικής της θέσης– ο Διεθνής Καταμερισμός Στρατηγικής.

Καθήκοντα εξαιρετικά πολύπλοκα. Αν μάλιστα ο Βασιλιάς ήταν ψυχικά ευάλωτος, αδύναμος και ασταθής ή έστω αντιλαμβανόταν κατά κυριολεξία τον ρόλο του ως Βασιλέως των Ελλήνων, τα πράγματα περιπλέκονταν. Τότε, η αποτυχία του να ισορροπήσει ανάμεσα στο ελληνικό εθνικό συμφέρον και στις γεωπολιτικές ανάγκες των Μεγάλων Δυνάμεων έθετε σε κίνδυνο τον θρόνο του ή και την ζωή του.

Διότι, γιά παράδειγμα, η συγκινητική αφομοίωση του Όθωνος στον Ελληνικό Μεγαλοϊδεατισμό τον εξώθησε να αποπειραθεί την συστράτευση της Ελλάδος με την Ρωσσία στον Κριμαϊκό Πόλεμο το 1854, με αποτέλεσμα την βίαιη παρέμβαση του βρεταννικού και του γαλλικού στόλου. Παρομοίως αργότερα προσπάθησε να συμπτύξει αντιτουρκική συμμαχία με την Ιταλία. Αυτά συνέβαλαν καθοριστικά στην Έξωσή του, το 1862.

Αλλά και η επόμενη δυναστεία, αυτή του Γεωργίου Α΄ και των διαδόχων του, δέχθηκε τρομακτικές πιέσεις προκειμένου να επιβάλει στο ελλαδικό πολιτικό σύστημα τα γεωπολιτικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο  Γεώργιος Α΄ ήρθε στην Ελλάδα με αυστηρές εντολές να μην επιτρέψει οποιαδήποτε εκδήλωση του Μεγαλοϊδεατισμού. Διότι διεθνώς κυριαρχούσε το Δόγμα της Ακεραιότητος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σύμφωνα με το οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις άφηναν τον Μεγάλο Ασθενή άθικτο, διότι διαφωνούσαν για την διανομή των εδαφών του.

Όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να μεταβάλλεται, στις αρχές του Εικοστού Αιώνα, σε γερμανική αποικία, η δυτική πολιτική άλλαξε άρδην: οργανώθηκε στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 1909 Μεταπολίτευση, ανέλαβε την διακυβέρνηση ο ιδιοφυής και εκλεκτός της βρεταννικής πολιτικής  Ελευθέριος Βενιζέλος, η χώρα εξοπλίσθηκε, συνεπτύχθη η Βαλκανική Συμμαχία και ο Γεώργιος εισήλθε έφιππος τον Οκτώβριο του 1912 θριαμβευτικά στην Θεσσαλονίκη. Και μάλιστα ο βασιλιάς εγκαταστάθηκε εκεί για να στηρίξει την ελληνική κυριαρχία επί της διεκδικούμενης από Βουλγάρους, Σέρβους και λοιπούς Βαλκάνιους πόλεως, και μάλιστα δολοφονήθηκε στο κέντρο της πόλεως τον Μάρτιο του 1913.

Παρόμοια ισχυρά και συχνά τραγικά διλήμματα αντιμετώπισαν όλοι οι Έλληνες βασιλείς. Ο Κωνσταντίνος Α΄ το 1915, φοβούμενος την ισχύ των γερμανικών όπλων, επέμενε σε στάση ουδετερότητας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, συγκρούσθηκε με τον Βενιζέλο, αντιμετώπισε εισβολή αγημάτων της Entente στην Αττική και τελικά εκθρονίστηκε βιαίως το 1917. Η εκθρόνισή του τον κατέστησε συμπαθή ως θύμα των ξένων και του προσέδωσε ευρύτατη λαϊκή συμπάθεια.

Τον διαδέχθηκε ο δευτερότοκος υιός του Αλέξανδρος. Ο νεαρός Αλέξανδρος, που βασίλευσε ανάμεσα στις δύο βασιλείες του πατέρα του, την περίοδο 1917-20, υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψει την αφοσίωση στην οικογένειά του, που εξοριζόμενη τον όρκισε να μην έχει καμμία επαφή με τον (επιστρέφοντα στην εξουσία με γαλλικό πολεμικό πλοίο) Βενιζέλο, και να μην πιστέψει ποτέ ότι ήταν κάτι περισσότερο από πρίγκηψ και απλός τοποτηρητής του θρόνου του πατρός του. Και να προσχωρήσει στην πραγματικότητα, που ήταν ο Βενιζέλος, οι Αγγλογάλλοι και το γεγονός ότι ήταν απομονωμένος στο παλάτι του, μόνος, όμηρος του βενιζελικού καθεστώτος. Και βεβαίως ότι ήταν πραγματικός και όχι εικονικός, όπως απαιτούσε η οικογένειά του, βασιλιάς. Ήταν ευσυνείδητος, συμφιλιώθηκε με τον Βενιζέλο, τον ακολούθησε στην Μεγάλη του Εξόρμηση και ανταποκρίθηκε πλήρως στον πολιτειακό του ρόλο. Η βασιλεία του διακόπηκε βίαια με τον παγκοσμίως  πρωτότυπο θάνατό του από δάγκωμα μαϊμούς (!) στο Τατόι τον Οκτώβριο του  1920.

Μετά τον αδόκητο θάνατο του Αλέξανδρου, και τον εκλογικό θρίαμβο του αντιβενιζελικού συνασπισμού τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Ελλάδα, διαδεχόμενος τον υιό του (!). Βεβαίως ο ίδιος θεωρούσε ότι, και κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αλεξάνδρου, πραγματικός βασιλιάς ήταν ο ίδιος.

Αλλά μόλις ο Κωνσταντίνος αποβιβάστηκε στην Ελλάδα, ανέτρεψε το βασικό σύνθημα της Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως, του αντιβενιζελικού συνασπισμού που τον έφερε πίσω στον θρόνο του, για απεμπλοκή από την Μικρασιατική Εκστρατεία («Εληά-εληά και Κώτσο βασιλιά»). Την (αναντίστοιχη προς τις οικονομικές και στρατιωτικές δυνατότητες της Ελλάδος του 1920) προέλαση στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας υποστήριξε σθεναρά και άνευ επιχειρημάτων έναντι του αντιδρώντος Επιτελείου, όπως προκύπτει και από τα πρακτικά της Δίκης των Εξ, ο αρχηγός της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας το διάστημα 1920-22 Δημήτριος Γούναρης.

Ακολούθησαν διαδοχικές προελάσεις του Ελληνικού Στρατού στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, σε εξωπραγματικά μεγάλη απόσταση από τα παράλια. Ο δε Κωνσταντίνος μετέβη, αν και ασθενής, στην Κιουτάχεια τον Ιούνιο του 1921, για να προεδρεύσει  αυτοπροσώπως του Πολεμικού Συμβουλίου. Σε αυτό αποφασίστηκε το salto mortale του Ελληνισμού, δηλαδή η προέλαση στην  Άγκυρα, σε πείσμα των εντελώς αρνητικών εισηγήσεων του Επιτελείου, της διπλωματικής απομόνωσης της Ελλάδος και της τραγικής οικονομικής της κατάστασης.

Ο Κωνσταντίνος είχε άραγε συνειδητοποιήσει την παγίδα που είχαν στήσει τα πετρελαϊκά συμφέροντα, που αποσκοπούσαν στην άσκηση, μέσω της ελληνικής προέλασης, πίεσης στον Κεμάλ, και στην ενσωμάτωση της διεκδικούμενης από τον Κεμάλ πετρελαιοφόρας Μοσσούλης; Παραπλανήθηκε από ξένους διπλωμάτες και σκοτεινά παρασκήνια, παρασύρθηκε από μεγαοϊδεατικό ενθουσιασμό, θέλησε να μην αφήσει την Μεγάλη Ιδέα μονοπώλιο του Βενιζέλου, χρησιμοποιήθηκε από τον Γούναρη, ή αφέθηκε στην φορά των πραγμάτων;

Το 1922, καθώς ο Ελληνισμός γνώριζε την μεγαλύτερη καταστροφή της ιστορίας του μετά την Άλωση, η Σμύρνη επυρπολείτο και εκατομμύρια Ελλήνων σφαγιάζονταν ή προσφυγοποιούνταν, οι ένοπλες δυνάμεις επαναστάτησαν εναντίον του καθεστώτος και ο Κωνσταντίνος εγκατέλειψε γιά δεύτερη και τελευταία φορά την Ελλάδα. Αυτήν την φορά, η αποχώρησή του δεν είχε τίποτα από την αίγλη που του χάρισε η εκθρόνιση του 1917.

Ο Γεώργιος Β΄, ο πρωτότοκος, βασίλευσε μετά τον δευτερότοκο. Διαδέχθηκε τον εκθρονισθέντα υπό τραγικές συνθήκες, εν μέσω της Μικρασιατικής Καταστροφής, πατέρα του. Αναγκάστηκε στα τέλη του 1922 να υπογράψει την εκτέλεση των Έξ, που ήταν οι αρχηγοί της πολιτικής μερίδας του πατρός του, χωρίς να αποφύγει την υπερορία το 1923 και την εκθρόνιση το 1924. Τον περιέθαλψαν οι Βρεταννοί, με αποτέλεσμα να αφομοιωθεί ψυχικά από το βρεταννικό κοινωνικό και πολιτικό κατεστημένο.

Ο Γεώργιος επέστρεψε, με νόθο δημοψήφισμα του δικτάτορα στρατηγού Κονδύλη, τον Νοέμβριο του  1935, αλλά στην συνέχεια προσπάθησε να λειτουργήσει ως βασιλιάς όλων των Ελλήνων. Εξεδίωξε τον Κονδύλη, χορήγησε γενική αμνηστία και προσπάθησε να εγκαθιδρύσει κοινοβουλευτισμό βρεταννικού τύπου. Διεξήγαγε άψογες εκλογές με απλή αναλογική και υπηρεσιακή κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 1936.

Προέκυψε όμως λόγω της απλής αναλογικής ακυβερνησία, τα μεγάλα κόμματα απέτυχαν να συμφωνήσουν στον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης, οι βενιζελικοί ήρθαν σε μυστική συνεννόηση με το ΚΚΕ η οποία αποκαλύφθηκε και προεκλήθη σάλος, ενώ σε λίγους μήνες απεβίωσαν αιφνιδίως και ταυτόχρονα όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί του Μεσοπολέμου (Βενιζέλος, Τσαλδάρης, Κονδύλης, Παπαναστασίου, Μιχαλακόπουλος, ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός Δεμερτζής). Την πρωθυπουργία ανέλαβε τον Απρίλιο με ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής ο Ιωάννης Μεταξάς, αρχηγός μικρού κοινοβουλευτικού κόμματος. Αλλά τον Αύγουστο έγιναν ταραχές στην Θεσσαλονίκη μεταξύ κομμουνιστών και αστυνομίας, οπότε ο Γεώργιος ανέστειλε το σύνταγμα και ο Μεταξάς έγινε δικτάτωρ.

Η πιο τραγική στιγμή της βασιλείας του Γεωργίου Β΄ ήταν όταν, την άνοιξη του 1941,  υποχρεώθηκε από τους Βρεταννούς να διατάξει την συνέχιση του πολέμου στην Αλβανία. Ο ελληνικός στρατός είχε δώσει το παν στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, είχε πολεμήσει σκληρά επί έξη μήνες σε απίστευτα σκληρές συνθήκες και είχε καταγάγει μία εκπληκτική νίκη. Τώρα, ενώ οι σιδηρόφρακτες στρατιές του στρατάρχη φον Λιστ εισέβαλλαν στην Ελλάδα, οι Έλληνες στρατιώτες ήσαν ρακένδυτοι, χωρίς τρόφιμα και πολεμοφόδια, ενώ οι αξιωματικοί τους αυτοκτονούσαν για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας. Οι Βρεταννοί όμως απαιτούσαν την συνέχιση της άμυνας, για να καθυστερήσουν τον Χίτλερ. Κάτι που συνεπαγόταν τον σφαγιασμό της στρατευμένης ελληνικής νεολαίας. Η νίκη σε παγκόσμιο επίπεδο απαιτούσε την γενοκτονία των Ελλήνων.

Ο Παπάγος αντιμετώπισε την ψυχρότητα του Γεωργίου όταν του έθεσε θέμα συνθηκολόγησης, ενώ ο Μεταξάς που την μεθόδευε στο παρασκήνιο είχε ήδη πεθάνει ξαφνικά από βρογχίτιδα. Την λύση έδωσαν οι μέραρχοι της Αλβανίας, που απείθησαν στο Επιτελείο και υπέγραψαν μόνοι τους ανακωχή, ενώ ο Γεώργιος με την κυβέρνηση διέφευγε μέσω Κρήτης στην Αίγυπτο.

Το 1946 ο Γεώργιος επέστρεψε κατόπιν γνησίου δημοψηφίσματος και με τεράστια πλειοψηφία  (68,4%), για να βασιλεύσει για τρίτη (!) φορά. Σε αυτήν την φάση είχε τεράστια λαϊκή αποδοχή,  λόγω των Δεκεμβριανών του 1944 και του επαπειλουμένου εμφυλίου πολέμου. Αλλά και η τρίτη βασιλεία του υπήρξε βραχεία. Το 1947, καθώς η Ελλάδα περνούσε από την βρεταννική στην αμερικανική σφαίρα επιρροής, ο βρεταννοτραφής βασιλιάς κατέρρεε, στις σκάλες των ανακτόρων, νεκρός από ανακοπή (αν και μόλις 57 χρονών).

Ο Παύλος, ο τρίτος υιός του Κωνσταντίνου, είχε ζήσει και εργασθεί γιά κάποια χρόνια σε αυτοκινητοβιομηχανία στις ΗΠΑ, και ως εκ τούτου γνώριζε καλά την νέα προστάτιδα δύναμη του βασιλείου του. Βασίλευσε τα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου, αλλά στην συνέχεια πρόλαβε τα καλύτερα χρόνια του Εικοστού Αιώνα. Η βασική γεωπολιτική συνθήκη, την οποία έπρεπε να διασφαλίσει, ήταν η παραμονή της Ελλάδος στο ΝΑΤΟ, μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου. Αυτή, άλλωστε, υπήρξε η κοινά αποδεκτή βάση του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος.

Η πιο σημαντική γεωπολιτική τριβή της βασιλείας του Παύλου, την οποία αυτός δεν μπόρεσε να αποτρέψει, ήταν το Κυπριακό. Η διάστασή του με τον στρατάρχη Παπάγο, που κυβέρνησε το 1952-55, πιθανότατα σχετίζεται και με αυτήν την μείζονα εθνική υπόθεση, που εξόργισε τους παλαιούς Βρεταννούς προστάτες της Δυναστείας. Αλλά ο αντιαποικιακός αγώνας, που αποδόμησε τις μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες της Μ. Βρεταννίας και της Γαλλίας, και στον οποίον εντάχθηκε το Κυπριακό, είχε την αμερικανική κάλυψη, και έτσι φαίνεται ότι διασώθηκε-προσωρινά τουλάχιστον-ο οίκος του Παύλου.

Φαινομενικά, η μεταπολεμική περίοδος ήταν η πιό ευτυχής εποχή γιά την δυναστεία. Άλλωστε και παγκοσμίως ήταν μία «χρυσή εποχή». Αλλά υπέβοσκαν οι αντιφάσεις που θα οδηγούσαν σε σοβαρές εμπλοκές.

Αντίφαση πρώτη: ο Παύλος και η γυναίκα του Φρειδερίκη είχαν βασιλεύσει κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο, όπου λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων είχαν διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο, που υπερέβαινε τα θεσμικά τους όρια. Από τις συνεχείς επισκέψεις των βασιλέων στο μέτωπο και την ίδρυση παιδουπόλεων γιά την περίθαλψη των ορφανών ή εγκαταλελειμένων παιδιών-θυμάτων της άγριας εποχής. Μέχρι τον σχηματισμό, κατά την περίοδο 1946-50, κυβερνήσεων που δεν προέκυπταν από τους συσχετισμούς της Βουλής του 1946 αλλά υπαγορεύονταν από τις αναγκαιότητες της καταπολέμησης της κομμουνιστικής ανταρσίας (γιά παράδειγμα, ο αρχηγός του πλειοψηφούντος Λαϊκού Κόμματος Κ.Τσαλδάρης παραχωρούσε την θέση του πρωθυπουργού σε άλλα πρόσωπα, όπως ο Θ.Σοφούλης, ο Δ.Μάξιμος ή ο Α.Διομήδης).

Όταν όμως η κατάσταση ομαλοποιήθηκε, ο βασιλικός παρεμβατισμός παρέμεινε. Το βασιλικό ζεύγος δεν προσαρμόστηκε σε μία πιό περιορισμένη και πιό θεσμική εκδοχή του ρόλου του. Δηλαδή ο βασιλικός θεσμός στην Ελλάδα δεν εξελίχθηκε σε κάτι αντίστοιχο του βρεταννικού, ολλανδικού, δανέζικου κλπ. Παρέμεινε στην λογική όχι του θεσμικού επόπτη και διαιτητή, αλλά του παίκτη, του πραγματικού κέντρου λήψεως αποφάσεων, και του «κηδεμόνα» του τριτοκοσμικού ελληνικού πολιτικού συστήματος. Αυτό ήταν και πηγή της δεύτερης αντίφασης.

Αντίφαση δεύτερη: ο Παύλος λειτούργησε περισσότερο ως βασιλιάς συνταγματικής μοναρχίας παρά βασιλευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Υπήρχαν δύο παράγοντες που λειτούργησαν προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αφ’ ενός το Σύνταγμα του 1952, που προέβλεπε, συνεχίζοντας την παράδοση των Συνταγμάτων της εποχής του Όθωνος και του Γεωργίου Α΄, στην πρώτη διάταξη του σχετικού άρθρου του Συντάγματος ότι «ο βασιλεύς ορίζει και παύει τους υπουργούς αυτού» και μετά, στην δεύτερη διάταξη,  ότι «η κυβέρνησις οφείλει να απολαύη της εμπιστοσύνης της βουλής». Δηλαδή ήταν σαφές ότι ο βασιλιάς μπορούσε να διορίσει πρωθυπουργό το πρόσωπο της αρεσκείας του αλλά έπρεπε στην συνέχεια αυτό το πρόσωπο να αποσπάσει ψήφο εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο. Ταυτόχρονα, ο βασιλιάς μπορούσε να δώσει στον νέο πρωθυπουργό το δικαίωμα διαλύσεως της βουλής, ώστε εάν το κοινοβούλιο τον απέρριπτε να προσφύγει κατ’ ευθείαν στον λαό.

Αυτό έδινε στον βασιλιά την τεράστιας σημασίας ισχύ της ανάδειξης νέου προσώπου στην διακυβέρνηση της χώρας. Εάν η επιλογή του στεφόταν από την κοινοβουλευτική επιδοκιμασία και λαϊκή συγκατάθεση, τότε μπορούσε να προκαλέσει πραγματική επανάσταση στην ιστορία της χώρας, όπως ο Γεώργιος Α΄ με την πρωθυπουργοποίηση του Βενιζέλου το 1910 και ο Γεώργιος Β΄ με την ανάδειξη του Μεταξά το 1936. Αλλά αυτή η συνταγματική δυνατότητα μπορούσε να λειτουργήσει και αντίστροφα και να καταρρακώσει το κύρος του θρόνου, εάν αποτύγχανε. Παράδειγμα η απόλυση του Βενιζέλου και ο διορισμός του Γούναρη από τον Κωνσταντίνο Α΄ το 1915, που δεν δικαιώθηκε στις κάλπες και που τελικά προκάλεσε τον Εθνικό Διχασμό.

Ο Παύλος είχε την τύχη να ασκήσει αυτήν την υπερεξουσία δύο φορές, και στις δύο να δικαιωθεί από τον λαό. Το 1955 διόρισε τον βουλευτή Σερρών Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον οποίον στην συνέχεια ο λαός στήριξε επί μία ολόκληρη οκταετία. Το 1963 διόρισε τον σχετικώς πλειοψηφήσαντα στις εκλογές Γεώργιο Παπανδρέου στην πρωθυπουργία, και αυτός στην συνέχεια προκάλεσε νέες εκλογές τις οποίες κέρδισε με το πρωτοφανές ποσοστό του 54%.

Αυτά δικαίωσαν τις επιλογές του Παύλου, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησαν ένα θεσμικό κεκτημένο που, πολύ σύντομα, όταν ασκήθηκε σε διαφορετικές περιστάσεις, κατέστρεψε την μοναρχία.

Υπήρχε όμως και ένας άλλος παράγων, που ωθούσε το στέμμα να διαδραματίζει ρόλο όχι διακοσμητικό, εθιμοτυπικό ή έστω εποπτικό, αλλά ουσιαστικά πολιτικό: ήταν ο Διεθνής Καταμερισμός Στρατηγικής. Η Ελλάδα δεν ήταν η Δανία ή η Ολλανδία, αλλά ένα από τα πιό καίρια γεωπολιτικά σημεία στην παγκόσμια σκακιέρα. Στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου φιλοξενούσε πυρηνικά όπλα, ενώ περιβαλλόταν από κράτη-σοβιετικούς δορυφόρους. Η διακυβέρνηση αυτής της χώρας ήταν διακύβευμα τεράστιας σημασίας και υψηλού ρίσκου. Έτσι ο πραγματικός ρόλος του βασιλιά ήταν να διασφαλίζει τα όρια τα οποία δεν έπρεπε να υπερβαίνει το πολιτικό σύστημα. Αυτό είναι το πρίσμα υπό το οποίο πρέπει να γίνει αντιληπτή η αντίφαση μεταξύ της κοινοβουλευτικής φύσης του πολιτεύματος και του παρεμβατικού ρόλου της δυναστείας. Γιά παράδειγμα, ο διορισμός του Καραμανλή το 1955 ήταν απόρροια αμερικανικών υποδείξεων, και όχι προσωπικών ευνοιοκρατικών επιλογών του Παύλου. Όπως και η πτώση του Καραμανλή πιθανότατα έχει σχέση με την γαλλική του στροφή, σε εποχές ρήξης ΗΠΑ-Γαλλίας. Αλλά και την προσπάθεια, με την «βαθείαν συνταγματικήν τομήν» που επεδίωκε, να αυτονομήσει το πολιτικό σύστημα από τα Ανάκτορα, δηλαδή να εξουδετερώσει την μόνη εγγύηση των Συμμάχων γιά την παραμονή της εσωτερικά ασταθούς Ελλάδος στον δυτικό συνασπισμό.

Αλλά και η εν συνεχεία άνοδος του Γεωργίου Παπανδρέου, πιθανότατα σχετίζεται με την φιλελευθεροποίηση της εποχής Κέννεντυ και νέες ισορροπίες στο εσωτερικό της δυτικής συμμαχίας. Επίσης πιθανότατα η πρωθυπουργοποίηση του Γεωργίου Παπανδρέου ήταν προϋπόθεση γιά την ανάδειξη στην πολιτική του Αμερικανού πολίτη, εφέδρου οπλίτη στο Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό και καθηγητού του Berklay Ανδρέα Παπανδρέου. Ο υιός του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου ήρθε στην Ελλάδα το 1959 με πρόσκληση της κυβέρνησης Καραμανλή, γιά να ιδρύσει το ΚΕΠΕ, που στην ουσία ήταν ένας μηχανισμός έρευνας της ελληνικής πραγματικότητας. Στην συνέχεια διορίστηκε από τον πατέρα του αναπληρωτής υπουργός Συντονισμού και απέκτησε γρήγορα ισχυρή λαϊκή βάση, που του επέτρεψε να ανέλθει στην εξουσία δεκαοκτώ χρόνια αργότερα.

Έτσι, γιά άλλη μιά φορά, οι αντιφάσεις της δυναστείας προκύπτουν από τον ρόλο της ως ενδιάμεσου κρίκου μεταξύ διεθνούς και ελληνικού πολιτικού συστήματος.

Αντίφαση τρίτη: η κοινωνική και τεχνολογική εξέλιξη υποχρέωσε τους βασιλικούς οίκους, σε όλον τον κόσμο, να διαχειριστούν την «απομάγευση» του θεσμού τον οποίον υπηρετούσαν εδώ και αιώνες. Στην Ελλάδα, όπου ούτως ή άλλως ο θεσμός ήταν σχετικά πρόσφατος, η διαχείριση της προσγείωσης της μοναρχίας στην μεταπολεμική πραγματικότητα προσέκρουε τόσο στις αγκυλώσεις της αυλής όσο και στην μεγαλομανία της νεοπλουτικής ψευδοαριστοκρατίας. Αλλά και η ίδια η βασίλισσα Φρειδερίκη, απόγονος αρχαίου δυναστικού οίκου της κεντρικής Ευρώπης, ενεφορείτο από νοοτροπία που παρέπεμπε σε μεσαιωνικά τευτονικά μοναρχικά θέσμια, ενώ ο κυριώτερος πολιτικός σύμβουλος της Δυναστείας, ο Παναγώτης Πιπινέλης, ήταν οπαδός της απόλυτης μοναρχίας που είχε διεθνώς προ πολλού εκλείψει.

Τον εκσυγχρονισμό της Μοναρχίας επέτασσαν και άλλοι παράγοντες, όπως η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της χώρας, η κατακόρυφη άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η εσωτερική μετανάστευση και η αστικοποίηση. Αυτά είχαν καταλυτικές επιπτώσεις, μεταξύ των οποίων ήταν τόσο η απριλιανή δικτατορία των αγροτικής προελεύσεως μεσαίων και κατώτερων αξιωματικών, όσο και η ακατάσχετη άνοδος του ΠΑΣΟΚ.

Αλλά ήδη πριν από αυτά, η ριζοσπαστικοποίηση διαφόρων ριζοσπαστικοποιημένων ομάδων του πληθυσμού, όπως η νεολαία, η αριστερά πτέρυγα της Ενώσεως Κέντρου υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου και το κίνημα των Λαμπράκηδων, εξέφραζε ακριβώς την αλλαγή ψυχικών καταστάσεων και αντανακλαστικών του πλέον δυναμικού και δημογραφικά ακμαίου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας. Η αποδόμηση της παραδοσιακής ταξικής δομής της ελληνικής κοινωνίας, η διάσπαση της ιεραρχίας, η απελευθέρωση των συνειδήσεων, το ψυχικό χάσμα μεταξύ των πρώτων μεταπολεμικών γενεών και των γονέων τους που είχαν κατοχικά και εμφυλιοπολεμικά βιώματα, ασφαλώς αποτελούσαν σαθρό κοινωνικό έδαφος γιά τον μοναρχικό θεσμό και εύφλεκτη ύλη που μπορούσε να ανατινάξει ανά πάσα στιγμή, με το παραμικρότερο πολιτικό σφάλμα, την Δυναστεία.

Αντίφαση τέταρτη: ο Παύλος ήρθε σε ρήξη με όλους διαδοχικά τους ισχυρούς πολιτικούς άνδρες της βασιλείας του. Συγκρούσθηκε το 1951 με τον στρατάρχη Παπάγο, αν και αυτός είχε πραγματοποιήσει φιλομοναρχικό κίνημα το 1935, είχε πρωταγωνιστήσει στην επαναφορά του Γεωργίου Β΄, είχε υπηρετήσει ως αρχιστράτηγος του τελευταίου, στην συνέχεια διετέλεσε Μέγας Αυλάρχης του Παύλου και ξανά αρχιστράτηγος στον Εμφύλιο Πόλεμο. Ο Παύλος τον προώριζε γιά πρωθυπουργό του σε ένα μετεμφυλιακό καθεστώς τύπου Τετάρτης Αυγούστου, αλλά το σενάριο αυτό δεν ευοδώθηκε λόγω αμερικανικών αντιρρήσεων.

Όταν όμως ο Παπάγος αποφάσισε να ιδρύσει κόμμα και να κυβερνήσει την Ελλάδα με λαϊκή εντολή, ο Παύλος το θεώρησε αποστασία. Και μάλιστα, γιά πρώτη και τελευταία φορά στην ζωή του, ο κατά κανόνα πράος και αγαθός Παύλος εξεμάνη και διέταξε τον Α/ΓΕΣ στρατηγό Τσακαλώτο να τον συλλάβει! Ο σώφρων Τσακαλώτος είπε στον Παύλο: «Μεγαλειότατε, κήδομαι της  Δυναστείας, γι’ αυτό και δεν μπορώ να εκτελέσω την εντολή σας». Με αυτόν τον τρόπο αποσοβήθηκε ένα επεισόδιο που θα μπορούσε να προσλάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις.

Η αιτία της οργής του Παύλου προφανώς οφειλόταν στην ανασφάλεια που αισθάνονταν όλοι οι βασιλείς έναντι των ισχυρών πρωθυπουργών, που όλοι -μα όλοι- κάποια στιγμή εστράφησαν εναντίον της Δυναστείας. Ο Παύλος αισθανόταν ασφαλής με έναν Παπάγο εξαρτώμενο πολιτικά από την βασιλική εύνοια, αλλά αισθανόταν ότι βάδιζε σε πολιτειακά ασταθές έδαφος με έναν λαοπρόβλητο αιρετό Παπάγο. Ήταν ακριβώς η επίγνωση ότι η Μοναρχία στην Ελλάδα δεν ήταν γηγενής θεσμός με βαθειές ιστορικές ρίζες και αντίστοιχη κοινωνιολογική δομή, που ήταν η βάση της βασιλικής ανασφάλειας.

Τα ίδια αντανακλαστικά λειτούργησαν και έναντι του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το υπετροφικό εγώ του Καραμανλή, συνδυαζόμενο και με την έλλειψη λεπτών τρόπων και αστικής αγωγής, βραχυκύκλωσε την επικοινωνία του με τα Ανάκτορα και λειτούργησε ως αρνητικό ψυχικό υπόβαθρο γιά την  εκδήλωση της ουσίας της σύγκρουσης, που ήταν γεωπολιτική και πολιτική, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Ο Παύλος πέθανε πρόωρα το 1964, σε ηλικία 63 ετών. Ο γυιός του Κωνσταντίνος, που ανήλθε στον θρόνο σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού και ελπίδας ακόμη και της αριστεράς, σύντομα βρέθηκε στην δίνη της μεγαλύτερης πολιτικής κρίσης του Μεταπολέμου. Δεν είχε κλείσει τα 24, με τα σημερινά δεδομένα ήταν παιδί. Ήταν προφανώς απροετοίμαστος γιά να ασκήσει καθήκοντα αρχηγού του κράτους, σε μία φλεγόμενη ζώνη υψίστης γεωστρατηγικής σημασίας. Κανείς δεν σκέφτηκε μία διετή ή τριετή αντιβασιλεία, κατά την διάρκεια της οποίας ο νεαρός βασιλιάς θα ταξίδευε στο εξωτερικό, θα ελάμβανε μέρος σε διεθνείς αποστολές ή θα πραγματοποιούσε ένα μεταπτυχιακό Ιστορίας ή Οικονομικών σε αμερικανικό πανεπιστήμιο. Μάλλον η νεότητά του και η απειρία του  έγιναν αντιληπτές ως ευκαιρία άσκησης επιρροής από το περιβάλλον του, και ως ευκαιρία αυτονόμησης από φιλόδοξα στοιχεία των Ενόπλων Δυνάμεων.

Σε παλαιότερη μελέτη μου, που είχα δημοσιεύσει προ εικοσαετίας [Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΣΤΗΝ ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα  1993], απέδιδα την κύρια ευθύνη γιά τα Ιουλιανά στον Κωνσταντίνο. Χωρίς να μεταβάλλω άλλες κρίσεις μου γιά καίρια προβλήματα του βασιλικού θεσμού στην Ελλάδα, έχω σήμερα αναθεωρήσει, λόγω της μακράς εκπαιδευτικής μου εμπειρίας και της συναναστροφής μου με την νεολαία, την άποψή μου γιά την ψυχική και πνευματική ωριμότητα ενός εικοσιπεντάχρονου νεαρού να διαχειρισθεί ένα εξαιρετικά πολύπλοκο, προβληματικό και ταυτόχρονα φαύλο πολιτικό σύστημα, όπως ήταν αυτό της δεκαετίας του ’60 στην Ελλάδα.

Η παλαιοκομματική δομή και τα τεράστια εγώ (συχνά δικαιολογημένα, λόγω μεγάλης ευφυίας και παιδείας) της κοινοβουλευτικής ομάδας της Ενώσεως Κέντρου, όπου όλοι ήσαν ή είχαν διατελέσει αρχηγοί κομμάτων. Ο ανταγωνισμός μέχρις εσχάτων του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που θεωρούσαν την παράταξη ιδιοκτησία τους κληρονομικώ δικαιώματι, ο μεν Ανδρέας ως υιός του αρχηγού, ο δε Μητσοτάκης, ούτως ή άλλως υπαρχηγός της παράταξης μέχρι την εμφάνιση του Ανδρέα, λόγω συγγένειάς του με τον πατριάρχη της παράταξης Ελευθέριο Βενιζέλο. Η συνομωσία του ΑΣΠΙΔΑ, στην οποία ενεπλάκη εκών ή άκων, παραμένει αδιευκρίνιστο, ο Ανδρέας. Η υπονόμευση  της σταθερότητας από την ομάδα Παπαδόπουλου, που αναμόχλευσε τα εμφυλιοπολεμικά πάθη και την ανασφάλεια της ελληνικής κοινωνίας, με διάφορα σαμποτάζ, εμπρησμούς κλπ., που απεδίδοντο στην συνέχεια σε υποτιθέμενη κομμουνιστική συνομωσία. Η ανευθυνότητα των πολιτικών ανδρών, η ετοιμότητά τους να προδώσουν γιά να κυβερνήσουν, οι ακραίες αντιδράσεις τους σε περιπτώσεις όπου μπορούσε να πρυτανεύσει η καταλλαγή. Η εμπάθεια, που οδήγησε την μεν Ένωση Κέντρου να σύρει την ηγεσία της Δεξιάς στο Ειδικό Δικαστήριο, την δε Δεξιά να παροτρύνει τα στελέχη της Ενώσεως Κέντρου να αποστατήσουν με αντάλλαγμα κοινοβουλευτική στήριξη.

Αλλά το πρόβλημα ήταν η ίδια η λογική και η δομή του δυναστικού θεσμού, διότι καθιστούσε ρυθμιστή του πολιτεύματος τον διάδοχο σε οποιαδήποτε ηλικία. Βεβαίως, στα οργανωμένα καθεστώτα βασιλευομένης δημοκρατίας της Ευρώπης, οι θεσμοί λειτουργούν αυτόματα και η συμβολή των βασιλέων είναι μάλλον τυπική. Στην απώτερη πατρίδα της οικογένειάς του, την Δανία, π.χ., ο Κωνσταντίνος θα ήταν ένας δημοφιλής μονάρχης, που θα επιτελούσε τα τελετουργικά του καθήκοντα και θα ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες των σοφών συνταγματολόγων που θα τον περιέβαλλαν. Το ίδιο πρόσωπο, στην Ελλάδα του 1964-7, αντιμετώπισε μείζονες προκλήσεις και σκοτεινές καταστάσεις, τις οποίες δεν είχε ούτε την σοφία ούτε την εμπειρία να αντιμετωπίσει, ενώ οι κυριώτεροι σύμβουλοί του τον εξώθησαν σε αυτοκαταστροφικές κατευθύνσεις.

Η μοιραία κίνηση ήταν η αποπομπή του γηραιού λαοπρόβλητου πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, λόγω της υποθέσεως ΑΣΠΙΔΑ. Ο χειρισμός και η όλη επικοινωνιακή εικόνα (ο νεαρός βασιλιάς να παύει αμήχανος από την πρωθυπουργία μία ιστορική πολιτική φυσιογνωμία) επισκίασε την ουσία: ότι ο Παπανδρέου ήθελε να αναλάβει το υπουργείο Αμύνης ενώ διεξαγόταν έρευνα γιά εμπλοκή του υιού του σε στρατιωτική συνωμοσία. Εξ άλλου, ο Παπανδρέου αρνήθηκε κάποιον συμβιβασμό, π.χ. να μεταφερθεί η υπόθεση σε πολιτικό δικαστήριο ή να διοριστεί τρίτο πρόσωπο στην θέση του υπουργού Αμύνης, με το συνταγματικά σωστό επιχείρημα ότι ήταν απόλυτο δικαίωμά του ως πρωθυπουργού να διορίσει όποιον ήθελε στο αξίωμα του υπουργού Αμύνης (το 1963, όμως, στην πρώτη του κυβέρνηση,  ευχαρίστως ο Παπανδρέου τοποθέτησε στην θέση αυτή το πρόσωπο που του υπέδειξε ο Παύλος).

Στην πραγματικότητα, ο Παπανδρέου επεδίωκε την ρήξη, προκειμένου να αναστηλώσει το τραυματισμένο του γόητρο, διότι η βραχεία πρωθυπουργία του είχε αναδείξει τις διοικητικές του ανεπάρκειες. Ο βασιλιάς του έδωσε την ευκαιρία να εμφανισθεί ως θύμα και  αναδειχθεί στα 77 του χρόνια σε λαϊκό ηγέτη, κάτι που δεν είχε επιτύχει μέχρι τότε στην μακρά πολιτική του σταδιοδρομία.

Ο Κωνσταντίνος, απολύοντας τον Παπανδρέου, αντέστρεψε αυτόματα το κλίμα που είχε δημιουργηθεί μετά την ορκωμοσία του. Αναβίωσαν τα παλαιά πάθη του Εθνικού Διχασμού, σε μία πιό επικαιροποιημένη εκδοχή και σε πιό αριστερή κατεύθυνση. Τώρα ο θρόνος δεν είχε τεθεί (μόνον) στο στόχαστρο των παλαιών βενιζελικών αστών, αλλά και της ανερχόμενης οικονομικά και κοινωνικά μάζας των μεγαλουπόλεων, αυτής που ονομάστηκε «λαός», και που ριζοσπαστικοποιήθηκε με το Κυπριακό, την δολοφονία του Λαμπράκη και τελικά από τα Ιουλιανά, υπό την ιδεολογική επιρροή νέων και χαρισματικών προσωπικοτήτων, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Οι χειρισμοί που ακολούθησαν την πτώση του Γεωργίου Παπανδρέου ήταν και αυτοί ατυχείς. Ο βασιλιάς άρχισε να δίνει εντολές σχηματισμού κυβερνήσεως, ενώ θα ήταν πιό σκόπιμο να δώσει διερευνητικές εντολές ή να διορίσει υπηρεσιακή κυβέρνηση και να διαλύσει την βουλή. Ο διορισμός του προέδρου της Βουλής Αθανασιάδη-Νόβα στην πρωθυπουργία είχε κάποια θεσμική λογική, αλλά η συγκρότηση της κυβέρνησης (με πρωταγωνιστή τον Κ. Μητσοτάκη) με σταδιακές αποσπάσεις βουλευτών από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και με θρυλούμενα αθέμιτα μέσα απαξίωσε πλήρως όχι μόνον την πρώτη κυβέρνηση των Αποστατών αλλά και τον θρόνο που την κάλυψε θεσμικά. Ακολούθησε η καταψήφιση του Νόβα στην Βουλή, που ήταν πλήγμα γιά την Μοναρχία, όπως και η καταψήφιση της δεύτερης κυβέρνησης, του Τσιριμώκου. Η τρίτη κυβέρνηση, του Στέφανου Στεφανόπουλου, απέσπασε αρχές Σεπτεμβρίου οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά θεωρήθηκε αλλοίωση της εκπεφρασμένησης στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1964 λαϊκής ετυμηγορίας και προϊόν πολιτικά ανήθικης συναλλαγής των αποστατών.

Εν μέσω των εντολών, συνεκλήθη Συμβούλιο του Στέμματος, στο οποίο ο αρχηγός της Αντιπολίτευσης, δηλαδή της ΕΡΕ, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, πρότεινε να σχηματίσει ο ίδιος  κυβέρνηση και να διεξαγάγει εκλογές. Είναι βέβαιο ότι ο ηθικά ακέραιος Κανελλόπουλος θα διεξήγαγε έντιμες εκλογές, αλλά ο (παλαιός του φίλος και συνεργάτης) Παπανδρέου αρνήθηκε, και η ευκαιρία χάθηκε.

Ο Στεφανόπουλος παρέμεινε στην εξουσία ενάμισυ χρόνο, έως το τέλος του 1966, στην πραγματικότητα όμηρος της ΕΡΕ. Κατά την περίοδο αυτήν παγιώθηκε το ρήγμα μεταξύ του θρόνου και της ΕΡΕ αφ’ ενός, και της Ενώσεως Κέντρου και της ριζοσπαστικοποιημένης νεολαίας αφ’ ετέρου. Τα έκτροπα, οι διαδηλώσεις και οι πορείες κυριαρχούσαν, και εν μέσω αυτών αναδείχθηκε μία αδιάλλακτη αντίθεση στην Μοναρχία. Συνθήματα με περιεχόμενο την Έξωση και την Αβασίλευτη Δημοκρατία ακούγονταν όλο και συχνότερα, ενώ ο Ανδρέας Παπανδρέου διακήρυσσε ότι θα σχημάτιζε λαϊκή κυβέρνηση στην πλατεία Συντάγματος.

Και όμως, η πραγματική απειλή γιά την Δυναστεία δεν προερχόταν από το Κέντρο ή την Αριστερά. Αλλά από την Δεξιά, και μάλιστα την Άκρα Δεξιά. Ομάδες συνωμοτών είχαν συγκροτηθεί στα μεσαία και κατώτερα επίπεδα του στρατεύματος, από αξιωματικούς μικροαστικής και αγροτικής προελεύσεως. Δεν είχαν πολιτικές διαφορές με το Στέμμα και όλο το κυβερνητικό κατεστημένο, αλλά κάτι πολύ σοβαρότερο: κοινωνιολογικές. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν πολεμήσει στον Εμφύλιο Πόλεμο τους αντάρτες, στήριζαν το μετεμφυλιακό κοινωνικό καθεστώς, υπηρετούσαν πιστά την Βασιλεία και το Κοινοβουλευτικό σύστημα, και είχαν ορκιστεί παραλαμβάνοντας τα ξίφη τους «πίστιν εις τον Βασιλέα».

Αλλά, καθώς η Ελλάδα αναπτυσσόταν ραγδαία με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, ο πλούτος συσσωρευόταν στα χέρια μίας κλειστής κοινωνικής ολιγαρχίας  επιχειρηματιών, βιομηχάνων, εφοπλιστών κλπ. Τα Ανάκτορα επέτρεψαν στον νεοπλουτικό αυτόν κόσμο να τα πλησιάσει περισσότερο απ’ ό,τι έπρεπε, με αποτέλεσμα να στοχοποιηθούν ως μέρος του κατεστημένου. Ο υποδόρειος αντιμοναρχισμός στο στράτευμα αναπτύχθηκε λοιπόν σε μία βάση ουσιαστικά ταξικής διαμαρτυρίας, μόνο που φορέας της δεν ήταν τα στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος ή έστω των λεγομένων δημοκρατικών κομμάτων, αλλά οι θεματοφύλακες της νόμιμης κρατικής βίας αξιωματικοί.

Οι αρχηγοί των δύο μεγάλων κομμάτων της εποχής, ο Παπανδρέου και ο Κανελλόπουλος, ήσαν πνευματικές προσωπικότητες ολκής. Επίσης ήταν πατριώτες. Παρά την οξύτατη πολιτική τους σύγκρουση, ήσαν προσωπικοί φίλοι και πολιτικοί συνεργάτες. Είχαν πολιτευθεί μαζί το 1946 και το 1952, είχαν συνυπηρετήσει στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής, γνωρίζονταν καλά και κατά βάθος εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον. Και οι δύο κάποια στιγμή συνειδητοποίησαν ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον παραδοσιακό πολιτικό ανταγωνισμό, και ότι σκοτεινές δυνάμεις απεργάζονταν την συνολική αποδόμηση του πολιτικού συστήματος (σχετικές αναφορές υπάρχουν σε δημοσιευμένες καταγραφές του Κανελλόπουλου).  Στα τέλη του 1966, Κανελλόπουλος και Παπανδρέου συναντώνται στο βασιλικό εξοχικό ανάκτορο του Τατοΐου, και συναποφασίζουν να ορίσουν υπηρεσιακή κυβέρνηση και να πάνε σε εκλογές. Στην συμφωνία συμπεριλαμβάνεται και ρήτρα γιά μετεκλογική συνεργασία τους ασχέτως του αποτελέσματος των εκλογών. Πρωθυπουργός ορίζεται ο τραπεζίτης Ι. Παρασκευόπουλος, προφανώς γιά να εξασφαλιστεί η ομαλή πορεία της Οικονομίας. Η κυβέρνηση Παρασκευοπούλου θα μείνει στην εξουσία μέχρι την 1η Απριλίου, εν μέσω γενικευμένης απαξίωσης του κοινοβουλευτισμού  και διάχυτης πλέον και μη αποκρυπτόμενης επιθυμίας μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης γιά αποκατάσταση της τάξης («να έρθει ένας λοχίας να μας σώσει»).

Τα ανώτατα επιτελικά στελέχη του στρατεύματος, η λεγόμενη «μεγάλη χούντα», πιέζουν τον Κωνσταντίνο να κηρύξει δικτατορία τύπου 4ης Αυγούστου, αλλά αυτός δεν εισακούει. Περιμένει την εξέλιξη του σεναρίου εκλογές-σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας των δύο μεγάλων κομμάτων, που ενδεχομένως θα αποκαθιστούσε κάποια ομαλότητα. Στις 25 Μαρτίου, ο Κωνσταντίνος θα παρακολουθήσει έφιππος στο Σύνταγμα την μεγάλη στρατιωτική παρέλαση γιά τελευταία φορά.

Την 1η Απριλίου, ο Κανελλόπουλος ζητά και λαμβάνει εντολή σχηματισμού  κυβερνήσεως μαζί με το δικαίωμα διαλύσεως της Βουλής. Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι, αν υπάρχει συνομωσία, δεν θα τολμήσει να εκδηλωθεί εναντίον μίας δεξιάς κυβέρνησης. Η κυβέρνησή του δεν γίνεται αποδεκτή, όμως, ούτε από τους Αποστάτες που ο ίδιος στήριξε κοινοβουλευτικά επί ενάμισυ χρόνο. Οπότε ο πρωθυπουργός δεν παρουσιάζεται κάν στη Βουλή γιά ψήφο εμπιστοσύνης, την διαλύει και προκηρύσσει εκλογές γιά τον Μάιο.

Εν μέσω του χάους, μέσα στην ίδια την κυβέρνηση υπάρχουν πρόσωπα που εισηγούνται την κήρυξη δικτατορίας. Κάποια άλλα πιθανόν είναι σε συννενόηση με τους συνομώτες, όπως ο Πιπινέλης, που έγινε λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα υπουργός Εξωτερικών της Δικτατορίας, αν και είχε διατελέσει το 1963 κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός(!). Το πολιτικό σύστημα ήταν διαβρωμένο και υποθηκευμένο εκ των έσω.

Η ευκολία με την οποία οι συνταγματάρχες ανέτρεψαν το καθεστώς την 21η Απριλίου 1967 ήταν χαρακτηριστική των σαθρών θεμελίων του όλου οικοδομήματος. Ασφαλώς υπήρχαν γεωπολιτικοί παράγοντες και η διεθνής συγκυρία (έχουν αναλυθεί στο έργο μου Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΩΝ, εκδ. Παπαζήση, γ΄ έκδοση 2008), αλλά αυτά μπορούν να προσδιορίσουν την εξέλιξη ενός ολόκληρου κράτους μόνον όταν αυτό είναι ήδη εσωτερικά αποσταθεροποιημένο.

Ο Μονάρχης βρέθηκε περικυκλωμένος στο Τατόι από αξιωματικούς που αγνόησαν κάθε έννοια ιεραρχίας, πειθαρχίας και τιμής. Επειδή ο Κωνσταντίνος θεωρούσε αδιανόητο να προκαλέσει αιματοχυσία ή εμφύλιο πόλεμο, και επειδή βρέθηκε απομονωμένος και χωρίς συμβούλους, δέχθηκε τον συμβιβασμό της κυβερνήσεως Κόλλια, δηλαδή να ορκίσει ως πρωθυπουργό κοινά αποδεκτό από τον ίδιον και από την χούντα, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή τον εκπρόσωπο της νομιμότητας.

Τους μήνες που ακολούθησαν, ο Κωνσταντίνος έκανε ένα είδος λευκής πολιτειακής απεργίας, ενώ ταυτόχρονα προετοίμαζε την αντεπίθεσή του. Αυτή εκδηλώθηκε τον Δεκέμβριο, απέτυχε και το μόνο που έμενε στον Κωνσταντίνο ήταν να αυτο-εξοριστεί. Με την πτώση του, έπεσε και όλη η παραδοσιακή δομή της ελληνικής κοινωνίας, μία δομή που είχε συγκροτηθεί επί Τρικούπη, είχε φθάσει στο απόγειό της με τον Βενιζέλο και είχε επιβιώσει εν μέρει μετά τον Πόλεμο. Ήταν μία κοινωνία με μεγάλες ταξικές διαφορές, πολιτικά πάθη, ιδεολογικές αντιμαχίες, αλλά ταυτόχρονα ήταν μία κοινωνία με ευπρεπείς και εργατικούς ανθρώπους, που γνώριζαν την θέση τους και τα όριά τους, με μία αστική τάξη με ευρωπαϊκή παιδεία, μία αδιάφθορη δημοσιοϋπαλληλία, ένα αυταρχικό αλλά ιεραποστολικά αφοσιωμένο εκπαιδευτικό προσωπικό, και κυρίως μία κοινωνία με διεθνώς διακεκριμένη διανόηση.

Αυτή η κοινωνία, με άρωμα belle-epoque, είχε αρχίσει έναν επώδυνο τοκετό κατά την δεκαετία του ’60: εμφανιζόταν, την λαμπερή εποχή των sixties, και στην Ελλάδα, μία πολιτιστική άνοιξη, που εγκυμονούσε κάτι νέο, κάτι που κανείς δεν έμαθε πώς θα έμοιαζε, γιατί οι Συνταγματάρχες το έπνιξαν εν τη γενέσει του. Η χούντα έφερε στην επιφάνεια πληβεία αισθητική, αντανακλαστικά και κοινωνικές συμπεριφορές. Ο παλαιός κόσμος κατέρρευσε σχεδόν αμαχητί, και μαζί του το συμβολικό επιστέγασμα, δηλαδή ο βασιλικός θεσμός.

Το τραγικό είναι ότι, απ’ όλον αυτόν τον κόσμο, των προνομιούχων, των πολιτικών, των αυλικών, των στρατηγών, κανείς δεν βρήκε το θάρρος να υψώσει το ανάστημά του στους συνταγματάρχες της 21ης Απριλίου. Το Γενικό Επιτελείο εν μέρει εξουδετερώθηκε, εν μέρει υπετάγη, εν μέρει προσχώρησε. Οι πολιτικοί, πλην του Π. Κανελλόπουλου και κάποιων άλλων, εσιώπησαν ή έφυγαν στο εξωτερικό ή συνεργάσθηκαν ή προσπάθησαν να συνεργασθούν με το στρατιωτικό καθεστώς. Ο λαός, αγανακτισμένος από την ηθική αποσύνθεση της προ-απριλιανής περιόδου, ουδόλως αντέδρασε και εν πολλοίς υποδέχθηκε τον «λοχία» που θα έβαζε τάξη στο χάος. Η Αριστερά κατελήφθη εξ απήνης, είχε άλλωστε εξουδετερωθεί οριστικά ως μάχιμη δύναμη από το 1950. Η δε Δημοκρατική Παράταξη παρήγαγε ατομικές στάσεις αντίστασης όπως αυτή της Ομάδας Παναγούλη, αλλά όχι ένα μαζικό λαϊκό αντιστασιακό κίνημα.

Οπότε, ο Κωνσταντίνος ανέλαβε την ευθύνη του και κινήθηκε μόνος, εντελώς μόνος, χωρίς στρατό και λαό μαζί του, χωρίς δηλαδή τα ερείσματα που διέθετε ο ομώνυμος πάππος του το 1915 στην σύγκρουσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Εξ ού και ο τίτλος του παρόντος άρθρου.

 

    Print       Email
  • Published: 4 έτη ago on Απρίλιος 3, 2014
  • By:
  • Last Modified: Απρίλιος 3, 2014 @ 1:38 μμ
  • Filed Under: ΑΦΙΕΡΩΜΑ

You might also like...

Μπορεί το failed-state να γίνει κράτος;

Read More →