Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Το ερώτημα αλλιώς: θέλουμε άμυνα;

By   /   Απρίλιος 3, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Το ερώτημα αλλιώς: θέλουμε άμυνα;

    Print       Email

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη.

 

Υπάρχουν πέντε στοιχεία, που συναπαρτίζουν –στην πράξη, ή μάλλον στην ενδεχόμενη πράξη, καθώς ζούμε εδώ και κάποιες δεκαετίες στην Δύση σ’ έναν «αντιπολεμικό» κόσμο, έναν κόσμο που θεωρεί την άμυνα έσχατο καταφύγιο, γιατί στην ανάλυση ή στην θεωρία πολλά και ωραία μπορεί να υποστηριχθούν– εκείνο που προσεγγίζουμε ως άμυνα:

Είναι πρώτα το hardware , δηλαδή «οι εξοπλισμοί». Είναι εν συνεχεία το software, δηλαδή η οργάνωση/η τεχνική/η διαχείριση του προηγούμενου στοιχείου, σε συνδυασμό με το επόμενο. Είναι, ασφαλώς, «οι άνθρωποι», το δυναμικό, δηλαδή, που  θα κληθεί να λειτουργήσει όταν…

Είναι, ακόμη, οι συντονισμοί και οι συμπαρατάξεις, ας το πούμε «οι συμμαχίες». Είναι, τέλος, η ενσωμάτωση της άμυνας, της αμυντικής πολιτικής, στην συνολική στάση μιας χώρας στον κόσμο/στον περίγυρο/στο διεθνές σύστημα. (O αναγνώστης μάλλον θα έχει ήδη επισημάνει την παράλειψη: πριν και πάνω απ’ όλα, η άμυνα χρειάζεται, απαιτεί την ύπαρξη, την επισήμανση, την αποδοχή εχθρού. Δυνητικά επιτιθέμενου, στην «αντιπολεμική» μας πραγματικότητα. Απειλής).

Σε τι χρησιμεύουν οι εξοπλισμοί;

Από τα στοιχεία αυτά, μας λείπουν παγίως στην Ελλάδα τα δυο. Στα άλλα τρία, έχουμε φάσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον, άλλες πολύ πιο παραιτημένες: το πρόβλημα, εδώ, είναι πόσο συντονισμένες είναι μεταξύ τους οι φάσεις αυτές. (Στον άλλο παράγοντα – τον «εχθρό» – υπάρχει ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα).

Ποιά είναι τα στοιχεία που λείπουν; Ίσως θα εκπλήξει, αλλά το πρώτο που θεωρούμε απόν είναι κάτι, που η επιδερμική παρατήρηση θα θεωρούσε όχι απλώς παρόν αλλά και πλεονάζον – «υπερπλεονάζον». Εννοούμε τους εξοπλισμούς. Πώς αυτό; Από την εντελώς πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης – τότε που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αγωνιωδώς, επανεξόπλιζε την εγκαταλελειμμένη Ελλάδα με Α-7 της Ling-Temco-Vought και με F-4/Phantom της McDonnald Douglas – ή τα χρόνια Αβέρωφ, με τα τανκς Leopard της Krauss Maffei, με εξοπλισμό από Rheinmetall μέχρι και την πρώτη μεγάλη φάση προμηθειών F-16 C/D και Mirage 2000 της Dassault-Breguet της δεκαετίας του ΄80, με την γνώριμη συνέχεια της «βροχής» εξοπλιστικών προγραμμάτων, που όλοι γνωρίσαμε μέσα από το νέφος των αντιστοίχων σκανδάλων που μας έμαθαν πολλές άλλες διεθνείς φόρμες (προμήθειας, συντήρησης/αναβάθμισης και αντισταθμιστικών), μόνον έλλειψη εξοπλισμών δεν νοείται να θεωρήσει κανείς ότι υπήρξε. Όμως…

Όμως, άμα θελήσει κανείς να προσέξει την πολιτική λειτουργία των εξοπλιστικών, δύσκολα θα αποφύγει μιαν αίσθηση ότι η «μικρά πλην έντιμος» Ελλάς καταβάλλει, μέσα απ’ αυτά, λύτρα: λύτρα συμμετοχής (ή: επανένταξης) σε συμμαχία/-ες, λύτρα εγγύτητας σε δυνάμεις, λύτρα «ανεξαρτησίας», λύτρα «κινήσεων». Άμα τολμήσει κανείς να φορτώσει στον  υπολογισμό της ουσιαστικής λειτουργίας των εξοπλισμών την επαγγελματική (δεν πάμε παραπέρα…) ιδιοτέλεια των επιτελών, τον ανταγωνισμό Όπλων (πάλι δεν ανοιγόμαστε στον ανταγωνισμό π.χ. εταιρειών…) αλλά και το «πολιτικό παίγνιο», τότε αρχίζει να συνειδητοποιεί πώς η καταλληλότητα/adequacy για τις αμυντικές ανάγκες – ας το πούμε ευγενικά! – δεν είναι πάντα πρώτη προτεραιότητα. Zubr στο κυματισμένο Αιγαίο, S-300 στην ναφθαλίνη για μια 15ετία, η τραγική περιπέτεια των υποβρυχίων, αξιόλογες πλατφόρμες χωρίς όμως πυρομαχικά: δεν χρειάζεται καν να σκανδαλολογήσει κανείς, για να φθάσει σε πικρά συμπεράσματα ως προς το «σε τι χρησιμεύουν οι εξοπλισμοί».

Αν παρέμενε κάποια μικρή, έστω, αβεβαιότητα για το πώς το θέμα του αμυντικού hardware αλέθεται στην κοινή γνώμη, αρκεί να δει κανείς την κωμικοτραγική υπόθεση της μέχρι τελικής (επικοινωνιακής) πτώσεως υπεράσπισης της «αμυντικής βιομηχανίας της χώρας», απέναντι στην Τρόικα κλπ. που την υπέβλεπε. Τι εννοούμε; Ότι μπορεί η ΕΛΒΟ και τα ΕΑΣ να είχαν ή να μην είχαν βιωσιμότητα, προοπτικές να λειτουργήσουν σαν κάτι άλλο από καταβόθρα εύκολου δημόσιου χρήματος κοκ. Όμως, το να θεωρείται ότι τυχόν κλείσιμό τους «θα υπονόμευε την άμυνα της χώρας» – όταν κανείς γνωρίζει τι αληθινά παράγουν, και τι ρόλο τα κάποια οχήματα ή τα ελαφρά όπλα μπορούν να παίξουν σε μια ενδεχόμενη πολεμική εμπλοκή της συγκεκριμένης Ελλάδας στον συγκεκριμένο χώρο αντιπαράθεσης που βρίσκεται – δείχνει πως η όλη συζήτηση περί εξοπλισμών είναι εγκατεστημένη στον χώρο του φαντασιακού.

«Το εύψυχον του Έλληνος»

Κινδυνεύουμε τώρα να προσβάλουμε ακόμη πιο μύχια στοιχεία της εθνικής ιδιοσυστασίας. Όμως, αν αυτά ισχύουν για το hardware, τότε για το ανθρώπινο δυναμικό –δηλαδή για τον όντως αναντικατάστατο ανθρώπινο παράγοντα– ισχύουν, φρονούμε, ακόμη πιο δυσάρεστα. Δεν θα πλησιάσουμε, γιατί «δεν τόχουμε», τι ισχύει προκειμένου περί των επαγγελματιών του χώρου, των αξιωματικών και υπαξιωματικών στους οποίους έχει επενδυθεί –και επενδύεται, φορές-φορές σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο τεχνικής αν μη ευθέως επιστημονικής γνώσης– εξαιρετικά μεγάλο κεφάλαιο (και, λέγοντας «κεφάλαιο», δεν εννοούμε κυρίως χρηματικούς πόρους, κι ας είναι αυτοί πολύ σημαντικοί). Πλην όμως, η απαξίωση συνολικά του ανθρώπινου δυναμικού στον δημόσιο τομέα της Ελλάδας της Μεταπολίτευσης, μάς κάνει να αμφιβάλλουμε, να αμφιβάλλουμε βαθύτατα, για το τι μπορεί να έχει απομείνει συλλογικά όρθιο στον χώρο της πλαισίωσης/των αξιωματικών-υπαξιωματικών.

Εκεί, όμως, όπου θα προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα, είναι το ανθρώπινο δυναμικό της κληρωτών και των επαγγελματιών, μεν, αλλά απλώς στρατιωτών-ναυτών 5ετούς. Όχι διότι παίζει ρόλο/θάπαιζε ρόλο σε ένα ενδεχόμενο θερμής εμπλοκής. Αλλά διότι εκεί παίζεται η συνολική στάση της κοινής γνώμης απέναντι στην έννοια της άμυνας. Λοιπόν: όποιος τολμήσει να γυρίσει πίσω τον χρόνο, στην νύχτα εκείνη των Ιμίων που –για μας–  σφραγίζει το ήθος της κοινωνίας μας απέναντι στα θέματα άμυνας, και θυμηθεί τα κανάλια να «ανεβάζουν» τον τρόμο για το τι μπορεί να σήμαινε σε ανθρώπινες απώλειες μια τέτοια εμπλοκή, θα αισθανθεί τι; Μα, την έννοια της παραίτησης! Που –ακόμη πιο βαριά– την έζησε όποιος ανακαλέσει στην μνήμη τα ίδια κανάλια να προβάλλουν τις οιμωγές των μανάδων, που τα παιδιά τους έφευγαν –με την κατά τα άλλα έως και κλιματισμένη φρεγάτα «ΕΛΛΗ» (θαρρούμε)– για συμμετοχή στον συμμαχικό στόλο στον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου (στα πλαίσια, σημειωτέον, απόφασης του ΟΗΕ). Λεπτομέρεια: η ελληνική φρεγάτα ήταν γνωστό ότι θα παρέμενε στην Ερυθρά Θάλασσα, δηλαδή εκατοντάδες μίλια μακριά από την γραμμή αντιπαράθεσης.

Ανάλογα σκηνικά ζήσαμε όταν εξαιρετικά περιορισμένες δυνάμεις εδάφους –αποκλειστικά στελεχωμένες με επαγγελματίες/εθελοντές– βρέθηκαν στο Κόσοβο ή στο Αφγανιστάν.

Γι’ αυτό, λοιπόν, θεωρούμε ότι, ακόμη κι αν θεωρήσει ότι «το εύψυχον του Έλληνος» θα εκδηλωθεί/θα εκδηλωνόταν σε περίπτωση γνήσιας κρίσης, τα πρόδρομα σημάδια που σήμερα αφορούν την αμυντική διαθεσιμότητα ανθρώπινου δυναμικού είναι εξαιρετικά χλωμά.

Οι συμμαχίες, το software…    

Μετά την δυσάρεστη αυτή περιήγηση στους (καίριους, άμεσα) χώρους που κρίνουν την άμυνα, ας περάσουμε σε δυο, που κατά καιρούς έχουν παρουσιάσει κάποιο ενδιαφέρον – και που, ελπίζει κανείς, μπορεί σε φάση κρίσης να εκπλήξουν θετικά. Πρώτα οι συμμαχίες: παρ’ όλη την βαθύτατα αντιΝΑΤΟϊκή στάση της κοινής γνώμης, του μηντιακού περιβάλλοντος και (ακολουθώντας με βελάσματα) του πολιτικού συστήματος σ’ όλη εν τέλει την Μεταπολίτευση, η Ελλάδα δεν έπαψε να διεκδικεί και να διαθέτει ρόλο στα συμμαχικά fora. Υπήρξαν, βέβαια, περίοδοι –μην αυταπατώμεθα όμως: γύρω από ανθρώπους πλέκονται αυτά– όπου ο ρόλος ήταν αναβαθμισμένος. Όπως π.χ. ο Νίκος Κουρής, ως σύμβουλος του Ανδρέα Παπανδρέου και Α/ΓΕΕΘΑ, συνέβαλε στην επανακάλυψη του ΝΑΤΟ, ή όταν ο Τάκης Χηνοφώτης (αφού οι συμπτώσεις τον έφεραν έως και πρόεδρο της ΔΕΕ…) ως Α/ΓΕΕΘΑ έπαιξε καθοριστικό ρόλο ισορροπιών στο ΝΑΤΟ του διαστήματος 2005-7.

Ίσως αυτή ακριβώς η «πολιτική ανάγκη» να αξιοποιούνται οι συμμαχικές σχέσεις, χωρίς όμως να υπάρχει δημόσια/επίσημη πολιτική κάλυψη και ομολογημένη πορεία στο προσκήνιο, να βοηθήσει στην τωρινή ιδιαίτερα πολλά υποσχόμενη –αλλά και εξαιρετικά λεπτή…– φάση δημιουργίας, ωρίμανσης και εγκαθίδρυσης (;) της συμμαχικής σχέσης Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, με (δεν γίνεται αλλιώς….) την διασύνδεση με το ΝΑΤΟ αλλά και την σε βρεφικό στάδιο «Ευρωπαϊκή άμυνα».

Πάμε τώρα στον άλλο κρίκο, εκείνο που ονομάσαμε «software»: πρόκειται για όλη την οργανωτική δομή, από την επιτελική κορυφή μέχρι τις επιχειρησιακές απολήξεις, που ενσωματώνει σε λειτουργικά, ολοκληρωμένα σύνολα (τουλάχιστον αυτό προσδοκά και ελπίζει κανείς…) την εξοπλιστική πραγματικότητα και το ανθρώπινο δυναμικό.  Ασφαλώς άνθρωποι είναι που δημιουργούν και αποτελούν και εφαρμόζουν αυτό που ονομάσαμε «software»: όμως δεν ανήκουν εδώ όλα τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, (ούτε καν τα περισσότερα τολμούμε να πούμε), στις τάξεις εκείνων που έχουν αυτήν την λειτουργία. Εδώ, να το ομολογήσουμε, υπάρχει η αίσθηση ότι, μέσα στο συνολικό φιάσκο της Ελλάδας της Μεταπολίτευσης, έχει διασωθεί αρκετά καλό δυναμικό, το οποίο έχει, συχνά-πυκνά, αφεθεί να κάνει την δουλειά του.

Άμα/όταν/στο μέτρο που αυτή η προϋπόθεση τηρείται, δηλαδή στο μέτρο που η ουσιαστική τεχνοδομή της άμυνας ούτε παρενοχλείται υπερβολικά από τους πολιτικούς (α), ούτε πνίγεται από τις ιεραρχικότητες, τις αναγκαίες μεν για κάθε στράτευμα αλλ’ εδώ εννοούμε τις αυτάρεσκα και ιδιοτελώς πνιγηρές (β), ούτε λασπώνει στην συνολική δημοσιοϋπαλληλική λογική του «άσε καλύτερα», της ήσσονος προσπαθείας, της μετατόπισης «σε άλλον» της ευθύνης (γ), έχουμε την εντύπωση ότι βρίσκεται σε ανέλπιστα καλή κατάσταση. Όταν πάλι, π.χ. επί Χηνοφώτη, με τον καθορισμό σύγχρονων κανόνων εμπλοκής, οι οποίοι, αν υπήρχαν την τραγική νύχτα των Ιμίων, θα είχε και ο Κώστας Σημίτης (πρωθυπουργός) αποφύγει την ευθύνη που δεν ήθελε, και ο Χρήστος Λυμπέρης την προσωπική τραγωδία που του έλαχε, και ο Θόδωρος Πάγκαλος την υποχρέωση να απαντήσει στο “No men, no ships, no flags” του Richard Holbrooke.

… και η εξωτερική πολιτική

Μένει η πέμπτη διάσταση της άμυνας: η ένταξή της στην συνολική εξωτερική πολιτική –σε μια κάποια εξωτερική πολιτική, στην συνολική στάση της χώρας απέναντι στο διεθνές σύστημα– πλησιέστερο ή πιο μακρυνό. Αφού απωθήσουμε, για λόγους αυτοπροστασίας, από την συλλογική μνήμη, την εποχή που την λειτουργία αυτή χρειάστηκε να επιτελέσουν οι Κ. Καραμανλής – Γ. Μαύρος/Δημ. Μπίτσιος – Ευ. Αβέρωφ (το τραγικό 1974-75: Αττίλας ΙΙ) ή πάλι οι Κ. Σημίτης – Θ. Πάγκαλος – Γερ. Αρσένης (το βαρύτερο, εν τέλει, 1996: Ίμια), θα αρκεσθούμε να καταγράψουμε τις σειρές ΥΠΕΞ και ΥΠΕΘΑ της τελευταίας δεκαετίας. Λοιπόν: Γιώργος Παπανδρέου – Πέτρος Μολυβιάτης – Ντόρα Μπακογιάννη – Δημ. Αβραμόπουλος – Ευ. Βενιζέλος στο ΥΠΕΞ (ναι, παρακάμπτουμε κάποιες θητείες: αυτονόητα για ΓΑΠ/Δρούτσα/Λαμπρινίδη, άδικα ίσως για Τάσο Γιαννίτση). Και Γιάννος Παπαντωνίου, Σπ. Σπηλιωτόπουλος, Βαγ. Μεϊμαράκης, Ευ. Βενιζέλος, Π. Μπεγλίτης, Δημ. Αβραμόπουλος, Φρ. Φράγκος, Π. Παναγιωτόπουλος, Δημ. Αβραμόπουλος στο ΥΠΕΘΑ (εδώ δεν παρακάμψαμε κανέναν συνειδητά).

Τι υποδηλώνει για μας η απαρίθμηση; Ότι, όσο κι αν στο ζεύγμα ΥΠΕΞ και ΥΠΕΘΑ παρελαύνουν (sic) τα σημαντικώτερα ονόματα της πολιτικής σκηνής (αυτήν έχουμε, αυτήν εκλέγουμε άλλωστε!),  θέλει πολλήν φαντασία για να πει κανείς ότι είχαμε προωθημένη ένταξη της άμυνας στην εκάστοτε εξωτερική πολιτική.

Συμπέρασμα: Αντί να διερωτώμεθα «Τι άμυνα θέλουμε;» ας ρωτήσουμε ο καθένας τον εαυτό του: «Θέλουμε (κάποια) άμυνα;»

 

    Print       Email

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →