Loading...
You are here:  Home  >  ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ  >  Current Article

Τα πρωτεία των Ελλήνων στις μάχες του Β’ΠΠ (α΄ μέρος)

By   /   Οκτώβριος 31, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Τα πρωτεία των Ελλήνων στις μάχες του Β’ΠΠ (α΄ μέρος)

    Print       Email

1940Των Γιάννη Μαθιουδάκη και Γιώργου Κοκκίνη*

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια πρώτη, κι αναπόφευκτα ημιτελή, προσπάθεια καταγραφής των ελληνικών πρωτείων κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Καθώς κανείς διαβάζει την ιστορία του πολέμου, διαπιστώνει πως η Ελλάδα δεν είχε μόνο ενεργή συμμετοχή σ’ αυτόν, είχε συμμετοχή πρωτοπόρα. Συμμετοχή γεμάτη διακρίσεις, οι οποίες δεν αντικατοπτρίζονται μόνο στον υψηλό φόρο αίματος που κατέβαλλε ο ελληνικός λαός στο σύνολό του, αλλά και στο απαράμιλλο πνεύμα αγωνιστικότητας, αντίστασης και εν τέλει ελευθερίας που επέδειξε. Διακρίσεις, δυστυχώς, όχι μόνο θετικές αλλά και αρνητικές, που δεν επέτρεψαν τελικά να απολαύσει η χώρα μας τα οφέλη που εδικαιούτο από την πολύπλευρη συμμετοχή στον αγώνα ενάντια στον Άξονα, καθώς τα κέρδη της ήταν δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τις θυσίες της. Κι αυτό καθώς «ο πληθυσμός της Ελλάδας το καλοκαίρι του 1940 ήταν 7.335.000. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, ανερχόταν σε 6.804.000. Με μέτρο τον προπολεμικό ρυθμό αύξησης του πληθυσμού, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο πόλεμος και η Κατοχή, το 1944 η Ελλάδα θα είχε πληθυσμό 7.745.000 περίπου. Έτσι, οι ανθρώπινες απώλειες υπολογίζονται στο 12% του προπολεμικού πληθυσμού… Σύμφωνα με στατιστικές εκτιμήσεις του ΟΗΕ στις ζημιές από τον πόλεμο, σε σύγκριση με το ετήσιο εισόδημα, η Ελλάδα έρχεται πρώτη με συντελεστή 170%, ενώ η ηττημένη Γερμανία δεύτερη με συντελεστή 135%» (ΓΕΣ/ΔΙΣ, 2009: 153, 156, Δοξιάδης, 1947: 63).

Είναι χρήσιμο να επισημάνουμε ότι μια τέτοια προσπάθεια έχει τις εγγενείς δυσκολίες της, που εκκινούν από την ανάγκη για μεγάλης έκτασης έρευνα επί του θέματος και φτάνουν έως την διαλογή του σχετικού υλικού. Για την επιλογή και καταγραφή των ελληνικών πρωτείων, χρησιμοποιήσαμε τρεις άξονες: α) τον χρονικό, που αφορά σημαντικά γεγονότα, στα οποία, όταν συνέβησαν για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του πολέμου, πρωταγωνίστησε το ελληνικό στοιχείο ή συνέβησαν στον ελληνικό ζωτικό χώρο, β) τον ποσοτικό, που αφορά μετρήσιμους τομείς (με αριθμούς και δείκτες), στους οποίους η Ελλάδα πρώτευσε, οι δυσκολίες εδώ έγκεινται τόσο στη διασταύρωση των αριθμών, που συχνά διαφέρουν από πηγή σε πηγή, όσο και στην εξεύρεση των αντίστοιχων αριθμών για τις υπόλοιπες χώρες, αλλά και στην ανάγκη, πολλές φορές, οι αριθμοί να εκτιμηθούν και κατ΄ αναλογία και γ) τον ποιοτικό, για γεγονότα μοναδικά στον πόλεμο, που τα θεωρήσαμε ιδιαίτερα σημαντικά. Κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει εδώ η διαίσθηση, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να συνοδεύεται και από ορισμένης μορφής τεκμηρίωση.

Η Ελλάδα εισέρχεται στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στις 28 Οκτωβρίου 1940, με την άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης να παραδώσει τη χώρα αμαχητί στην Ιταλία. Η έκβαση της ελληνοϊταλικής αναμέτρησης εκπλήσσει τη διεθνή κοινή γνώμη. Πρόκειται για την πρώτη ήττα των δυνάμεων του Άξονα. Η πρώτη νίκη των Ελλήνων σημειώθηκε στη θάλασσα του Ιονίου στις 31/10ου/40 κι ακολούθως στο Σμόλικα και το Γράμμο στις αρχές Νοεμβρίου 1940. Στις 31/10ου, τα Α/Τ «Σπέτσες» και «Ψαρά» πραγματοποίησαν παράτολμη καταδρομή εναντίον θέσεων του προελαύνοντος ιταλικού στρατού, από τον ναρκοθετημένο όρμο της Σαγιάδας, βόρεια της Ηγουμενίτσας. Η προέλαση των Ιταλών ανεκόπη κι ο εχθρός αναγκάσθηκε σε προσωρινή σύμπτυξη, η οποία μετετράπη σε οπισθοχώρηση με την αντεπίθεση του στρατού. Την καταδρομή αυτή η Ιταλία θεωρούσε, μέχρι και το τέλος του πολέμου, ότι μόνο το πανίσχυρο βρετανικό ναυτικό θα μπορούσε να φέρει σε πέρας (Μελάς, 1972). Ακολούθησε, μήνες μετά, τον Ιανουάριο του ‘41 η νικηφόρα επιχείρηση «Πυξίδα» από τους Αυστραλούς και τους Βρετανούς στη Β. Αφρική.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στις πολεμικές αναμετρήσεις στο ύψωμα 731 της Αλβανίας, στις Θερμοπύλες που δεν έπεσαν. Εκεί όπου συνετρίβη η εαρινή ιταλική επίθεση. «Επί 7 ημέρες, ως τις 15 Μαρτίου η μεραρχία δοκιμάστηκε σκληρά, αλλά απέκρουσε τα κύματα των επιτιθέμενων αντιπάλων. Οι επιθέσεις και αντεπιθέσεις άρχιζαν με πυκνό κανονιοβολισμό που κατέσκαβε τα υψώματα, για να καταλήξουν σε συμπλοκές, όπου το λόγο είχαν η χειροβομβίδα και η λόγχη. Το ύψωμα 731, μεταξύ Αώου και Άψου, έμεινε θρυλικό. Ως τις 19 Μαρτίου, μετά από σχετική τριήμερη ανάπαυλα, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν κατά του υψώματος 731 όχι λιγότερες από 18 επιθέσεις. Το «731», όπως έμεινε γνωστό στην πολεμική ιστορία και των δύο αντιπάλων, υπήρξε ένα από τα πιο αιματοβαμμένα υψώματα ολόκληρου του παγκοσμίου πολέμου. Στο ύψωμα 731 ύψωσαν οι Ιταλοί το γενικό μνημείο των πεσόντων στην Αλβανία μαχητών του και το ονόμασαν Ιερά Ζώνη» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1978: 441-442). Μόνο στις 9/3ου/41 έπεσαν στις ελληνικές θέσεις 100.000 βλήματα πυροβολικού σε διάστημα δύο ωρών. Στους σημερινούς Αλβανικούς χάρτες το ύψωμα αναφέρεται ως 726, καθώς έχασε πέντε μέτρα ύψους από τους συνεχείς αεροπορικούς βομβαρδισμούς και τις βολές των πυροβόλων ευθυτενούς τροχιάς (Αρχείο Δ.Γ. Κασλάς). Ο Γεώργιος Τάκος, υπερασπιστής του 731, θα γράψει με απλότητα και αυθορμητισμό σε επιστολή του «Μας φέρανε τομάρια πρόβεια ακούρευτα. Τα φορέσαμε για να μην παγώσουμε….Ψάξαμε τους σκοτωμένους Ιταλούς και βρήκαμε ψωμί, κονσέρβες και φάγαμε…Τραυματίστηκα στις 4 η ώρα της 10ης Μαρτίου και στις 10 το βράδυ έφθασα στο ορεινό χειρουργείο. 1.400 τραυματίες πέρασαν στις 9 και 10 Μαρτίου από εκεί, μου είπε ο νοσοκόμος. Από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι την ημέρα που τραυματίστηκα και πήγα στο χειρουργείο στις 10 Μαρτίου 1941 δεν είχα βγάλει τα άρβυλά μου από τα πόδια. Ένας θεός ξέρει πως ζήσαμε» (Τζουβαλάς, 2007).
Παρότι στον ελληνοϊταλικό πόλεμο κυριάρχησαν οι χερσαίες επιχειρήσεις, κανένα σώμα του ελληνικού στρατού δεν έδειξε να υστερεί στην επίδειξη πνεύματος αυταπάρνησης και ηρωισμού. Έτσι, στις 2/11ου/40, ο ανθυποσμηναγός Μαρίνος Μητραλέξης, πιλότος της 22ης Μοίρας Δίωξης, εκτέλεσε εμβολισμό των πηδαλίων ουράς ιταλικού βομβαρδιστικού με την έλικα του αεροσκάφους του. Το εχθρικό αεροπλάνο συνετρίβη στο έδαφος, με αποτέλεσμα το θάνατο του χειριστή του. Τα υπόλοιπα τέσσερα μέλη του πληρώματός του πρόλαβαν να χρησιμοποιήσουν τα αλεξίπτωτά τους. Σώθηκαν όμως μόνο για να συλληφθούν από το Μητραλέξη, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε προβεί σε αναγκαστική προσγείωση (Shores, 2009: 29). «Η κατάρριψη αυτή, με “χειρουργικό” εμβολισμό είναι μοναδική σε όλο τον κόσμο και δεν έγινε από κανέναν άλλο πιλότο άλλης χώρας» (Μπογιατζόγλου, 2014: 38). Λίγες μέρες αργότερα, στις 18/11ου/40, κατά την εκτέλεση αποστολής περιπολίας στην περιοχή Ιβάν Αλβανίας, Β.Α. της Κορυτσάς, ο σμηνίας Γρηγόριος Βαλκανάς ενεπλάκη σε αερομαχία με ιταλικά αεροπλάνα. Όταν, κατά τη διάρκεια της αερομαχίας, εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά του, πιθανολογείται ότι ο Βαλκανάς, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μοιράρχου του επισμηναγού Γρηγόριου Θεοδωρόπουλου, «θέλοντας να μιμηθεί το κατόρθωμα του Μητραλέξη», εμβόλισε ένα από τα εχθρικά βομβαρδιστικά πάνω από το όρος Μοράβες, με αποτέλεσμα την πτώση και των δύο αεροσκαφών και το θάνατο των πληρωμάτων τους (Βογιατζής, 2006: 61,62).

Από τη μελέτη των γεγονότων της ελληνοϊταλικής σύρραξης προκύπτει το γεγονός ότι ο επιτιθέμενος ιταλικός στρατός, παρ΄ ότι είχε τα πλεονεκτήματα της επιλογής του χρόνου αιφνιδιασμού, της επιλογής του σχεδιασμού της προσβολής, της επιλογής του πεδίου διεξαγωγής της αναμέτρησης, και παρ΄ ότι ήταν διαρκώς ισχυρότερος του ελληνικού, σε μέσα, πυρά και αριθμητική δύναμη, «δεν έχει στο ενεργητικό του καμία νίκη καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα από 14/11ου/40 ως 20/4ου 41. Βέβαια δεν παρουσίασε νίκες ούτε και κατά το διάστημα μεταξύ 28/10ου-13/11ου αφού, παρά τις αρχικές επιτυχίες του, τελικά ηττήθηκε και στην Ελαία και στην Πίνδο και στον Καλαμά. Έτσι ούτε κατά την εισβολή, ούτε κατά την ελληνική αντεπίθεση, ούτε κατά τις χειμερινές επιχειρήσεις Ιανουαρίου-Μαρτίου 1941, ούτε τέλος κατά την μεγάλη εαρινή του επίθεση έχει να επιδείξει ο ιταλικός στρατός οποιαδήποτε επιτυχία, έστω και περιορισμένης ή τοπικής σημασίας. Όμως το πιο καταπληκτικό σημείο αυτού του φαινομένου, αρκετά σπάνιο στη στρατιωτική ιστορία, είναι ότι οι Ιταλοί δεν σημείωσαν καμία απολύτως νίκη, ούτε κατά τον υποχωρητικό ελιγμό του ελληνικού στρατού μεταξύ 12 και 20.4.41, όταν η ελληνική στρατιά της Ηπείρου, χωρίς πυρομαχικά και τρόφιμα, είχε κυκλωθεί και οι Γερμανοί είχαν φτάσει στο Μέτσοβο» (Ανδρεάδης, 1993).

Μετά την αποτυχία της ιταλικής εαρινής αντεπίθεσης, στις 6 Απριλίου, η Ελλάδα δέχεται και γερμανική επίθεση. Πρόκειται για το τελευταίο επιτυχημένο Blitzkrieg του πολέμου (Mazower, 1994: 28). Η μάχη στα οχυρά της γραμμής Μεταξά (γνωστά περισσότερο σαν οχυρά Ρούπελ) υπήρξε απαράμιλλη, για τον ως τότε πόλεμο, σε ένταση, πείσμα και πολεμικό πνεύμα απέναντι στον γερμανικό στρατό. Οι υπερασπιστές των οχυρών εξήλθαν με τον οπλισμό και την πολεμική τους σημαία. «Μετά το τέλος των εχθροπραξιών έγιναν εκδηλώσεις προς τιμή των διοικητών των οχυρών Ρούπελ, Λίσσε, Πυραμιδοειδές, Περιθώρι, Εχίνος, Νυμφαία, Ιστίμπεη και Κελκαγιά και όλοι οι Έλληνες αιχμάλωτοι αφέθηκαν ελεύθεροι» (http://el.wikipedia.org/wiki/Γερμανική_Εισβολή_στην_Ελλάδα). Κατά την παράδοση, οι Γερμανοί «μιλάν με απορία για την ελληνική άμυνα, που τη χαρακτηρίζουν ‘μεγαλειώδη’. Ο στρατηγός Μπαίμε, ο ίδιος που διεύθυνε τον κατά μέτωπο αγώνα, δεν πιστεύει στα μάτια του όταν βλέπει το Περιθώρι με 120 μόνο φαντάρους φρουρά να έχει πιάσει 300 Γερμανούς αιχμαλώτους. Αυτό τον κάνει να πει στο μέραρχό μας πως λυπάται ότι τέτοιος στρατός σαν τον ελληνικό δεν ήτανε σύμμαχος του Άξονα παρά αντίπαλος». (Ζαλοκώστας, 2011). «Όταν μετά τη συνθηκολόγηση, ο υποστράτηγος Schneider (επικεφαλής Γερμανικής Επιτροπής μελέτης της οχύρωσης) θα περπατήσει επί έναν μήνα τη Γραμμή, θα γράψει ότι τα οχυρά αυτά είχαν επιτύχει το βέλτιστο σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη ανάλογη οχυρωματική Γραμμή στην Ευρώπη. Και θα ζητήσει απ’ τον καθηγητή της Γεωλογίας Μητσόπουλον, ερμηνεία της μεγάλης αντοχής του σκυροδέματος των έργων…» (Τάσιος, 2002).

Λόγω της πεισματώδους αντίστασης στη Γραμμή Μεταξά, οι Γερμανοί αναζήτησαν δευτερεύοντα ελιγμό για να υπερκεράσουν την ελληνική άμυνα. Κατέβαλαν τάχιστα τη γιουγκοσλαβική αντίσταση και επιχείρησαν γρήγορη προέλαση προς το νότο, αποκόπτοντας, τελικά, την ελληνική στρατιά του αλβανικού μετώπου από τις δυνάμεις στα ανατολικά της χώρας και περικυκλώνοντάς την.

Η πορεία των γερμανικών δυνάμεων ανεκόπη, αρχικά, από τη σθεναρή αντίσταση του τμήματος στρατιάς δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ), το οποίο διεύρυνε τον τομέα δράσης του προς τα δυτικά μέχρι τον Αξιό, καλύπτοντας έτσι τον κρίσιμο διάδρομο Μοναστηρίου-Κοζάνης. Στις αμυνόμενες ελληνικές δυνάμεις περιλαμβανόταν μια από τις καλύτερες μονάδες του ελληνικού στρατού, η Μεραρχία Ιππικού, υπό τον υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά. Η μεραρχία είχε στο ενεργητικό της αρκετές επιτυχίες, μεταξύ αυτών και τη συμμετοχή της στην διάλυση της επίλεκτης ιταλικής μεραρχίας αλπινιστών «Τζούλια», στο Σμόλικα. Σύντομα έλαβε θέσεις στο όρος Βαρνούς, δυτικά της Φλώρινας, υπό συνθήκες χιονόπτωσης εναλλασσόμενης με βροχή και ομίχλη, σε υψόμετρο 1.400 μέτρων. Αποστολή της ήταν να αποκλείσει τον πλέον σημαντικό διάδρομο, που οδηγούσε από βόρεια προς Κρυσταλλοπηγή, Κορυτσά και Καστοριά, καλύπτοντας έτσι και τα νώτα του μαχόμενου ΤΣΔΜ. Στις 11/4ου γερμανικά τμήματα της 73ης Μεραρχίας Πεζικού και φάλαγγες αρμάτων της επίλεκτης 1ης Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας των «SS» με τίτλο «Σωματοφυλακή Αδόλφος Χίτλερ» (Leibstandarte Adolf Hitler : LSSAH) με διοικητή τον Στρατηγό Zep Dietrich, δυνάμεως 9.000 ανδρών, που είχε διακριθεί στη κατάληψη της Πολωνίας και της Γαλλίας, επιχείρησαν να εκβιάσουν δίοδο προς το νότο. «Πλησιάζοντας τις ελληνικές γραμμές βλήθηκαν από τους ιππείς, που είχαν αφιππεύσει και μάχονταν ως πεζοί, και από το πυροβολικό της Μεραρχίας Ιππικού. Η σύγκρουση γενικεύτηκε όταν οι Γερμανοί αναπτύχθηκαν και ανταπέδωσαν τα πυρά. Οι εύστοχες βολές των πυροβολητών και η δυσκολία των Γερμανών να κινηθούν πάνω στα υψώματα, δημιούργησαν γρήγορα άσχημες συνθήκες για τους επιτιθέμενους και ευρισκόμενοι υπό το βάρος των αυξανόμενων απωλειών άρχιζαν να κλονίζονται. Οι θαρραλέοι ιππείς, που είχαν αφιππεύσει, πολεμώντας με τις αραβίδες και τα λίγα πολυβόλα τους, με την περιορισμένη αλλά επιτυχή υποστήριξη κατάλληλα ταγμένου Πυροβολικού, επέτυχαν να αναχαιτίσουν την επίθεση του εχθρικού Πεζικού. Οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν το μάταιο των προσπαθειών τους και αναδιπλώθηκαν. Σύντομα οι οπισθοχωρούντες Γερμανοί, καταδιωκόμενοι από τους ιππείς του Στανωτά, τράπηκαν σε φυγή!» (Νοταρίδης, 2013: 19-20). Αναφέρει στο βιβλίο του ο Heinz Richter: «Η προφυλακή της επίλεκτης Μονάδας SS Σωματοφυλακή Αδόλφος Χίτλερ προσπάθησε να προελάσει προς την ορεινή διάβαση Πισοδερίου, αποκρούστηκε όμως από μονάδες της ελληνικής Μεραρχίας Ιππικού… Η ελληνική Μεραρχία Ιππικού, που υπεράσπιζε τις θέσεις στο Βέρνον, απο τις Πρέσπες μέχρι την Κλεισούρα, αμυνόταν με τόσο πείσμα, που η διάβαση στο Πισοδέρι δεν έπεσε παρά μονάχα στις 14 Απριλίου» (Richter, 1998: 479, 489). Έχει αξία να γνωρίζουμε ότι η μεραρχία ιππικού συμπτύχθηκε στις 14/4ου, χωρίς να ηττηθεί, ενώ πίσω της το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα είχε αναδιπλωθεί από τις 12/4ου με κατεύθυνση τις Θερμοπύλες. Δε σταμάτησε, όμως, να πολεμά: «Στις 15/4ου, διεξήχθη στην πεδινή περιοχή της Καστοριάς η μοναδική μάχη εκ συναντήσεως του Ελληνογερμανικού πολέμου… Στη διάβαση της Φωτεινής τα τμήματα της Μεραρχίας Ιππικού… πολέμησαν με θάρρος και πείσμα αποκρούοντας διαδοχικές εχθρικές εφόρους μονάδων Πεζικού και Τεθωρακισμένων. Ολοκλήρωσαν την ημέρα παραμένοντας κύριοι του πεδίου της μάχης, μην επιτρέποντας στα τμήματα της επίλεκτης γερμανικής ταξιαρχίας (LSSAH) να επιτύχουν τους σκοπούς τους» (Νοταρίδης, 2013: 20). Τελικά, μετά τη συνθηκολόγηση, στις 24/25 Απριλίου, «η νικηφόρος Μεραρχία Ιππικού αναγκάστηκε να αυτοδιαλυθεί, αφού αντιμετώπισε τις καλύτερες μονάδες του Ιταλικού και του Γερμανικού στρατού, χωρίς να έχει υποστεί καμία ήττα στο πεδίο της μάχης» (Νοταρίδης, 2013: 21). Το περιστατικό αποκτά ιδιαίτερη αξία αν ληφθεί υπόψη ότι η χρήση του ιππικού ως όπλου κύριας κρούσης έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί από το 1917, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν εμφανίσθηκαν τα πρώτα άρματα μάχης. Έκτοτε η χρήση του ιππικού περιορίστηκε σε αποστολές αναγνώρισης ή καταδίωξης.

(Συνεχίζεται…)

*Αρθρογράφοι της Νέας Πολιτικής

    Print       Email

You might also like...

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα», Παλιά Βουλή, 26/11/17, 12.00 μμ

Read More →