Loading...
You are here:  Home  >  ΑΦΙΕΡΩΜΑ  >  Current Article

Ο J. Habermas και το μέλλον του «ευρωπαϊκού προγράμματος»

By   /   Μάιος 10, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο J. Habermas και το μέλλον του «ευρωπαϊκού προγράμματος»

    Print       Email

του  Γιάννη Μαθιουδάκη

Από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη, το 2009, το ευρωπαϊκό όραμα έχει αρχίσει να ξεθωριάζει, ίσως ανεπανόρθωτα. Στο επίπεδο των ηγετών, οι πολιτικοί των κεντρο-ευρωπαϊκών κρατών που οι οικονομίες τους δεν επηρεάστηκαν ουσιαστικά από την κρίση, με επικεφαλής την Γερμανία, δείχνουν να οδηγούν τις εξελίξεις προς μια Ευρώπη διαιρεμένη ανάμεσα σε χώρες που θα ηγούνται και σε χώρες που θα υποτάσσονται.

Στο επίπεδο των πολιτών, οι λαοί της Ευρώπης μοιάζουν παγιδευμένοι από την άνοδο μιας μυωπικής, εθνικιστικής οπτικής, που εμπνέεται από στερεότυπα και στήνει εμπόδια στην αλληλοκατανόηση, διακρίνοντας στον «άλλο» τον ξένο, τον ηθικά-πολιτικά κατώτερο, τον εχθρό. Ο Ευρωσκεπτικισμός έχει αναλάβει τα ηνία της Ένωσης, που φαίνεται να οδεύει είτε προς ένα είδος αναγκαστικής συμβίωσης των χωρών, όπου αντί για το πνεύμα συνεργασίας θα κυριαρχούν συναισθήματα μνησικακίας, είτε προς τον τελικό της διαμελισμό.

Οι Ευρωπαίοι δεν εμπιστεύονται πλέον την Ευρώπη. Το Ευρωβαρόμετρο του 2013 κατέγραψε ρεκόρ στηΝ δυσπιστία των πολιτών προς την Ένωση, με ποσοστό που ανήλθε στο 60%, διπλάσιο από το αντίστοιχο του 2007 (32%). Έχασε, λοιπόν, την δυναμική του το «ευρωπαϊκό πρόγραμμα»;

Το φαινόμενο του ολοένα αυξανόμενου Ευρωσκεπτικισμού απαιτεί το ενδιαφέρον μας, καθώς, όποιες και αν είναι οι απόψεις και οι διαθέσεις μας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, η μοίρα μας, τουλάχιστον μεσοπροθέσμα, θα επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το μέλλον της. Πρώτα απ’ όλα, χρήζει απάντησης το εξής ερώτημα: αποτελεί η άνοδος του Ευρωσκεπτικισμού ένα φαινόμενο συγκυριακό, αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, ή μήπως η κρίση λειτούργησε απλώς ως ο πυροκροτητής που πυροδότησε τα υφιστάμενα προβλήματα, που βρίσκονταν εν υπνώσει;

Για την εξέταση του εν λόγω φαινομένου, θα προσφύγουμε εδώ στις απόψεις του Γερμανού φιλοσόφου J. Habermas. Και αυτό, πρώτον, γιατί ο Γερμανός στοχαστής αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις κορυφαίες πνευματικές μορφές του αιώνα που πέρασε, αλλά και του παρόντος. Έπειτα, γιατί ο Habermas δεν είναι μόνον κορυφαίος θεωρητικός, αλλά και ένας από τους πλέον σημαντικούς εκπροσώπους ενός τύπου διανοητή που τείνει να εκλείψει σήμερα, που η Ευρώπη τον χρειάζεται περισσότερο: του Ευρωπαίου διανοούμενου ο οποίος δεν διστάζει να τοποθετηθεί δημοσίως επί των σημαντικών κοινωνικο-πολιτικών θεμάτων που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο. Και, τέλος, γιατί, σήμερα ακριβώς που ο Ευρωσκεπτικισμός βρίσκεται σε συνεχή άνοδο –και όχι αναίτια-, αποκτά μεγαλύτερη σημασία να στραφούμε προς μια φωνή που υπερασπίζεται σθεναρά το «ευρωπαϊκό πρόγραμμα», ήδη από το ξεκίνημά του. Πράγματι, ο Habermas δεν διστάζει να χαρακτηρίσει το όραμα της ενωμένης Ευρώπης ως μια υπόθεση «της γενιάς του».[1] Ο μεγάλος Γερμανός στοχαστης, παιδί του Μεσοπολέμου ο ίδιος, γεννημένος το 1929, εξέφραζε πάντα την υποστήριξή του στον πολιτικό στόχο μιας Γερμανίας ενταγμένης στην Ευρώπη και μιας Ευρώπης ενωμένης, η οποία θα άφηνε, κατ’ αυτόν τον τρόπο, για πάντα πίσω της το πολεμοχαρές και καταστροφικό παρελθόν της.

Ήδη από το ξέσπασμα της κρίσης στην Αμερική, το 2008, ο Habermas είχε τοποθετηθεί επί του θέματος. Σε μια συνέντευξή του εκείνης της εποχής,[2] εντοπίζει τα αίτια της κρίσης σε τρεις κυρίως παράγοντες: 1) στην επικράτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου από την εποχή του Ρόναλντ Ρέηγκαν και της Μάργκαρετ Θάτσερ, το οποίο σταδιακά κατέστη κυρίαρχη ιδεολογία και οδήγησε στην πλήρη «απορρύθμιση» της αγοράς. Η επικράτηση αυτή, μάλιστα, συνοδευόταν από το ιδεολόγημα του «trickle down effect» [η θεωρία της αυτόματης διάχυσης του παραγόμενου πλούτου προς τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, θεωρία που υποτίθεται δικαιώνει την νεοφιλελεύθερη προσέγγιση], το οποίο αποδείχθηκε εντελώς αναποτελεσματικό και ουτοπικό στην πράξη. 2) στην ολοσχερή κυριαρχία του καπιταλισμού, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, μετά την πτώση του Ανατολικού μπλοκ, οπότε και κατέστη φανερό, κατά την γνώμη του, ότι η μοναδική εναπομείνασα επιλογή για τον εξανθρωπισμό του συστήματος ήταν η αλλαγή του «από τα μέσα». Γι’ αυτό και ισχυρίζεται ότι, μετά το 1990, μπορούμε πλέον να μιλάμε μόνο για κρίσεις «μέσα» στον καπιταλισμό. 3) τέλος, στην επέλευση της παγκοσμιοποίησης στο οικονομικό επίπεδο, την οποία η πολιτική δεν μπόρεσε να ακολουθήσει, παράγοντας, κατά έναν ανάλογο τρόπο, ένα σύστημα παγκόσμιας πολιτικής συνεργασίας και δικαιικής κωδικοποίησης των διεθνών σχέσεων. Έτσι, το αποτέλεσμα όλων αυτών των παραγόντων δεν ήταν μόνον η έλευση της κρίσης· ήταν, ακόμη, το ότι οι ασθενέστεροι καλούνται να επωμιστούν το κόστος της, καθώς η πολιτική αποφεύγει να βασιστεί στον «δημοκρατικό νομοθέτη» για την αντιμετώπισή της. Ήδη στην συνέντευξή του αυτή, πριν δηλαδή η τραπεζική κρίση  εμπλέξει την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σπιράλ της παράλληλης κρίσης του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα και του δημοσίου χρέους, ο Habermas διακρίνει στην ευρωπαϊκή εμπλοκή την αδυναμία συνεργασίας και διαμόρφωσης μιας κοινής πολιτικής επί του θέματος.

Το γεγονός αυτό, κατά τον Habermas, αναδεικνύει ακριβώς την ουσία της ευρωπαϊκής κρίσης. Πάνω από όλα, πρόκειται για κρίση πολιτική: κρίση νομιμοποίησης, αλληλεγγύης και εμπιστοσύνης. Κρίση, λοιπόν, πολύπλευρη.

Πρώτα απ’ όλα, στην κρίση αυτή επανακάμπτει, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κυριαρχία της αγοράς επί της πολιτικής, που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο καπιταλισμό. Έτσι, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα αποδείχθηκε στην πράξη λιγώτερο φιλόδοξο και περισσότερο συντηρητικό απ’ ό,τι στις αρχικές του εξαγγελίες. Σταμάτησε, έτσι, θα λέγαμε, στην μέση του δρόμου. Από την μία, δημιουργήθηκε μια κοινή αγορά με ένα κοινό νόμισμα σε ηπειρωτικό επίπεδο. Από την άλλη, όμως, ελλείπουν οι θεσμοί εκείνοι που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν μια αποτελεσματική συνεργασία και έναν αποτελεσματικό συντονισμό της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών. Η δημιουργία, με άλλα λόγια, της κοινής αγοράς μοιάζει προβληματική χωρίς την παράλληλη εμβάθυνση της ενσωμάτωσης των κρατών μελών σε μια, όχι μόνον οικονομική, αλλά και πολιτική Ένωση. Και, πράγμα που είναι το χειρότερο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αδυνατούν να συλλάβουν την ουσία του προβλήματος: την ύπαρξη μας νομισματικής ένωσης που δεν υποστηρίζεται από μια αντίστοιχη κεντρική πολιτική διοίκηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Έτσι, η οικονομική κρίση ανέδειξε και τα όρια της κυριαρχίας της αγοράς επί των κρατών που ευαγγελίζεται το νεοφιλελεύθερο μοντέλο.

Η ημιτελής αυτή πορεία του ευρωπαϊκού προγράμματος ήταν αποτέλεσμα μιας εξ αρχής λανθασμένης πολιτικής των Ευρωπαίων ηγετών. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τον Habermas, αποτελεί ένα πρόγραμμα που υλοποιήθηκε από τις πολιτικές ελίτ, «πίσω από τις πλάτες των πολιτών». Μετά την Συνθήκη του Μάαστριχτ, λοιπόν, οπότε ολοκληρώθηκε το οικονομικό πρόγραμμα της ενοποίησης και ικανοποιήθηκαν οι επιταγές μιας «κοινής αγοράς», οι ευρωπαϊκές ελίτ δεν βρήκαν κανέναν πλέον λόγο να επιδιώξουν την εμβάθυνση της ενσωμάτωσης. Και οι πολίτες ήταν ικανοποιημένοι, αν και αμέτοχοι, στον βαθμό που η Ένωση ήταν μια «κοινότητα κέρδους».

Τώρα, όμως, η κρίση, η οποία προκαλεί διαφορετικά αποτελέσματα στις εθνικές οικονομίες και επιδρά πολωτικά στην δημόσια σφαίρα των διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών, έχει ενδυναμώσει τον ευρωσκεπτικισμό του «δεξιού λαϊκισμού». Παρ’ όλ’ αυτά, όπως υποστηρίζει ο Habermas, οι Ευρωπαίοι ηγέτες αδυνατούν να βγάλουν τα ορθά συμπεράσματα από την οικονομική κρίση. Έτσι, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εξουσία έχει πλέον παραδοθεί σε όργανα αμφίβολης δημοκρατικής νομιμοποίησης, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ένα στην ουσία του πολιτικό πρόγραμμα έχει εγκαταλειφθεί στα χέρια των τεχνοκρατών, οι οποίοι έχουν προβεί σε ένα «αθόρυβο πραξικόπημα».

Αλλά και σε εθνικό επίπεδο, τα πράγματα δεν φαντάζουν καλύτερα. Χαρακτηριστική είναι, κατ’ αρχάς, η έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Οι δηλώσεις της Μέρκελ για πιθανή έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη φανερώνουν, ισχυρίζεται ο Habermas, την αδιαφορία της Γερμανίας για την επίδραση της στάσης της στα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Η ίδια η Μέρκελ, άλλωστε, αποτελεί «ένα καλό παράδειγμα του φαινομένου ότι ‘οι καλοί εκείνοι πολιτικοί που ήταν πρόθυμοι να αναλάβουν κάποιο εσωτερικό πολιτικό ρίσκο για χάρη του ευρωπαϊκού προγράμματος αποτελούν ένα είδος υπό εξαφάνιση’».[3]

Στο πλαίσιο αυτό, οι Ευρωπαίοι ηγέτες και τα πολιτικά κόμματα μοιάζουν να πάσχουν από την έλλειψη πραγματικών πολιτικών στόχων και οράματος. Αναλαμβάνοντας έναν αποκλειστικά συστημικό, διαχειριστικό ρόλο, έχουν αποτύχει να εμπνεύσουν για ο,τιδήποτε άλλο πέρα από την επανεκλογή τους. Δεν έχουν πλέον πολιτικές πεποιθήσεις. Δεν ενδιαφέρονται να εξηγήσουν τις αποφάσεις τους στους πολίτες, ενδιαφέρονται μόνον για την διατήρηση της εξουσίας. Έτσι και η γερμανική κυβέρνηση, λέει ο Habermas, φαίνεται «στριμωγμένη» ανάμεσα στις επιταγές των μεγάλων τραπεζών και των οίκων αξιολόγησης και στην επαπειλούμενη απώλεια νομιμοποίησης από την δυσαρέσκεια των εκλογέων της. Σύρεται, λοιπόν, δημοσκοπικά, στις αποφάσεις της, από μια εθνικιστική κοινή γνώμη, που η ίδια ανατροφοδότησε με την στάση της.

Ενώπιον αυτών των καταστάσεων και εξελίξεων, εύλογο είναι το ερώτημα: πώς μπορεί να σωθεί το «ευρωπαϊκό πρόγραμμα»; Και πίσω από αυτό, εμφανίζεται ένα ερώτημα ακόμη πιο ριζικό: γιατί να επιμείνουμε για την ολοκλήρωση του «ευρωπαϊκού προγράμματος»; Μήπως θα πρέπει να δεχθούμε την αποτυχία του και να το εγκαταλείψουμε; Μήπως, με άλλα λόγια, οι ευρωσκεπτικιστές έχουν δίκιο;

Ο Habermas θεωρεί ότι έχουμε αρκετούς ισχυρούς λόγους για να επιμείνουμε στον στόχο της ένωσης. Δεν είναι μόνον ότι η εγκατάλειψη του Ευρώ θα βάλει τις χώρες της Ευρωζώνης σε απροσδόκητες περιπέτειες. Πολύ περισσότερο, είναι ότι η Ενωμένη Ευρώπη αποτελεί εγγύηση για την ειρήνη στην περιοχή. Είναι, επίσης, ότι, κατά την άποψή του, σε ένα ανταγωνιστικό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπου νέες παγκόσμιες δυνάμεις αναδύονται, όπως η Κίνα και η Ρωσσία, ακόμα και οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες είναι πολύ μικρές για να διατηρήσουν μόνες τους έναν πρωταγωνιστικό ρόλο. Μια φθίνουσα πληθυσμιακά και ευρισκόμενη σε δύσκολη θέση ανταγωνιστικά Ευρώπη μπορεί να διατηρήσει όχι μόνον την θέση της, αλλά και τις κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις της έναντι της επέλασης της αγοράς, μόνον ενωμένη· μόνον, δηλαδή, αν προχωρήσει μπροστά, προς τον δρόμο της «περισσότερης και πιο ουσιαστικής ένωσης», και όχι αν οπισθοδρομήσει σε μια εποχή όπου κυριαρχούσε η διαίρεση, ο ανταγωνισμός και οι συγκρούσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.[4] Τέλος, είναι και το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό πρόγραμμα τροφοδοτείται από το όραμα του I. Kant, ως βήμα δηλαδή προς μια πολιτικά συντεταγμένη παγκόσμια κοινωνία συνεργασίας και δικαιοσύνης· ένα φιλοσοφικό όραμα που δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε.

Η κρίση, λοιπόν, μπορεί να λειτουργήσει ως εφαλτήριο για μια νέα εκκίνηση προς μια πραγματική ένωση, καθώς η συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας μέσα στην οικονομική κρίση λειτουργεί προς την περαιτέρω ενοποίηση. Και πράγματι, λέει ο Habermas, πραγματοποιούνται βήματα προς μια εμβάθυνση της ένωσης, μόνον που αυτά τα βήματα δεν γίνονται προς την ορθή κατεύθυνση.

Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται μια ακόμη τεχνοκρατική στροφή στην Ένωση, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποκτά το δικαίωμα να ελέγχει τους προϋπολογισμούς των κρατών μελών. Αυτή η προσπάθεια ευθυγράμμισης της οικονομικής πολιτικής των μελών της Ένωσης αποτελεί ένα ακόμη μεγαλύτερο πλήγμα και διευρύνει το υφιστάμενο δημοκρατικό έλλειμμα, καθώς ουσιαστικά μοιάζει να επιβάλλει στα εθνικά κοινοβούλια αποφάσεις που λαμβάνονται στις Βρυξέλλες. Αυτές οι αποφάσεις δεν μπορεί παρά να εκλαμβάνονται ως μη-δημοκρατικές στην εκτέλεσή τους, ενώ είναι ικανές να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την δυσαρέσκεια των πολιτών προς την Ένωση.

Από την άλλη πλευρά, για τα κράτη υπό καθεστώς μνημονίου και για εκείνα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες σχετικά με την δημοσιονομική τους σταθερότητα, καθιερώνεται μια ενισχυμένη εποπτεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Έτσι, ο «εκτελεστικός ομοσπονδισμός» της τεχνοκρατικής Ευρώπης επεκτείνεται προς μια διακυβερνητική κυριαρχία του Συμβουλίου αντίθετη προς τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες – ένα καθεστώς που θα επέτρεπε την ικανοποίηση των επιταγών της αγοράς χωρίς, όμως, καμμία δημοκρατική νομιμοποίηση.

Μ’ αυτόν τον τρόπο, λέει ο Habermas, «οι επικεφαλής των κυβερνήσεων μετατρέπουν το ευρωπαϊκό πρόγραμμα στο αντίθετό του: η πρώτη δημοκρατικά θεσμοθετημένη υπερεθνική κοινότητα μεταμορφώνεται σε έναν αποτελεσματικό μηχανισμό, που οδηγεί σε μια αδιαφανή, μετα-δημοκρατική κυριαρχία».[5] Άλλωστε, η προτεραιότητα της δημοσιονομικής σταθεροποίησης αποδίδεται κυρίως σε βάρος των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και των δημοσίων υπηρεσιών. Μια τέτοια πολιτική, στερημένη από κάθε δημοκρατικό έρεισμα, δεν μπορεί παρά να έχει ως αποτέλεσμα την ολοκλήρωση της μετάβασης από μια μορφή «ενσωματωμένου καπιταλισμού» (embedded capitalism), τιθασσευμένου από το κοινωνικό κράτος, σε μια μορφή «συμμορφούμενης προς τις αγορές δημοκρατίας» (marktkonforme Demokratie).

Συμπερασματικά, οι ευρωπαϊκές ελίτ επιδιώκουν την επιθυμητή εμβάθυνση μέσα από τεχνοκρατικές ατραπούς, που μπορεί να διασφαλίζουν την ικανοποίηση των επιταγών της αγοράς, θέτουν όμως την δημοκρατία στο περιθώριο. Στο σημείο, όμως, που έχει φτάσει η Ένωση, οι πολιτικοί ηγέτες θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η διαδικασία της ενοποίησης δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την λαϊκή συμμετοχή. Σε διαφορετική περίπτωση, εάν η Ευρώπη δεν εκδημοκρατιστεί, τότε κινδυνεύει να βρίσκεται συνεχώς σε «κατάσταση ανάγκης».

Από την μία, λοιπόν, πλευρά, η πολιτική αυτή είναι αναποτελεσματική. Σε μια νομισματική περιοχή που συνδέει εντελώς διαφορετικές οικονομίες, προκειμένου να εναρμονιστούν τα διαφορετικά επίπεδα ανταγωνιστικότητας των κρατών μελών, δεν είναι αρκετή μια πολιτική λιτότητας και αυστηρών οικονομικών μέτρων. Παράλληλα, απαιτείται και μια πολιτική οικονομικής ανάπτυξης και αναδιανομής προς τις χώρες με προβλήματα, που θα διασφαλίζει τόσο την κοινωνική ειρήνη όσο και την ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα της Ευρωζώνης στο σύνολό της. Από την άλλη, πέρα από την αναποτελεσματικότητά της, η πολιτική αυτή είναι αντι-δημοκρατική, την στιγμή ακριβώς που απαιτείται η διεύρυνση της νομιμοποιητικής βάσης των πολιτικών αποφάσεων στην Ένωση. Εάν είναι να προχωρήσουμε προς μια δημοκρατικά νομιμοποιημένη εμβάθυνση, τα κυριαρχικά δικαιώματα που αφαιρούνται από τα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να αναληφθούν εκ νέου σε ευρωπαϊκό επίπεδο από έναν δημοκρατικό νομοθέτη. Πώς, όμως, μπορεί να συμβεί αυτό, από την στιγμή που, στην παρούσα ιστορική φάση, έννοιες όπως δημοκρατία, λαϊκή κυριαρχία, ανθρώπινα δικαιώματα κλπ. συνδέονται με την κοινωνικο-πολιτική μορφή οργάνωσης του έθνους-κράτους; Ή, διαφορετικά, όπως το θέτει ο Habermas, πώς θα μεταβούμε, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από την σημερινή μορφή της «εκτελεστικής ομοσπονδίας» (Exekutivfoederalismus) σε μια δι-εθνοποιημένη δημοκρατία (transnationale Demokratie);

Κατά τον Γερμανό φιλόσοφο, «η διαδικασία δημοκρατικής νομιμοποίησης θα επεκταθεί πέρα από τα εθνικά σύνορα, σε μια πολιτική κοινότητα που υπερβαίνει τα έθνη-κράτη (όπως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα), μόνον εάν καταστεί δυνατό να συνδυαστούν με διαφορετικό τρόπο τα τρία στοιχεία που συγκροτούν κάθε δημοκρατικό σύστημα εντός ενός υπερεθνικού πολυεπίπεδου συστήματος. Τα τρία συστατικά στοιχεία είναι ο ‘λαός’, ως φορέας της διαμόρφωσης πολιτικής βούλησης, το ‘κράτος’, ως εκείνος ο οργανισμός που επιτρέπει στους πολίτες να δράσουν συλλογικά, και η ‘δικαιικά συγκροτημένη κοινότητα των πολιτών’, ως εκούσια ένωση ελεύθερων και ίσων ατόμων».[6]

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο στοιχείο, την «κρατική κυριαρχία», ο Habermas παρατηρεί ότι ήδη, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, έχει δεχτεί πλήγματα στην παραδοσιακή της έννοια, καθώς τα έθνη κράτη δείχνουν αδύναμα να αντιμετωπίσουν μόνα τους τα σημερινά σύνθετα και υπερεθνικά προβλήματα, και συνασπίζονται σε διεθνείς οργανισμούς, παραχωρώντας σε αυτούς μέρος των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων. Αυτό συμβαίνει, σε έντονο βαθμό, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, η διάσπαση του ενιαίου χαρακτήρα της κρατικής κυριαρχίας είναι πλέον γεγονός. Δεν έχει, όμως, συνοδευτεί από μια ανάλογη προσαρμογή των δύο άλλων στοιχείων, προκειμένου να μεταβούμε σε ένα διαφορετικό επίπεδο δημοκρατικής νομιμοποίησης της, υπερεθνικής πλέον, πολιτικής εξουσίας σε επίπεδο Ένωσης.

Έτσι, το πρώτο συστατικό στοιχείο, το στοιχείο του λαού, θα πρέπει να μετασχηματιστεί ανάλογα ως εξής: το πρόγραμμα της Ένωσης (η υπερκρατική αλλά δημοκρατική δομή της) θα πρέπει ταυτόχρονα να συλληφθεί ως πρόγραμμα των κρατών και των λαών τους, καθώς και ως πρόγραμμα των Ευρωπαίων πολιτών. «Κάθε πολίτης μετέχει στην ευρωπαϊκή διαδικασία διαμόρφωσης γνώμης και βούλησης ταυτόχρονα ως άτομο… και ως μέλος ενός συγκεκριμένου έθνους».[7] Μέσω αυτής της σύλληψης και πραγμάτωσης της έννοιας της λαϊκής κυριαρχίας, θα μπορούσαμε να υπερβούμε την ασυμμετρία ανάμεσα στην εξουσιοδότηση των εθνικών αντιπροσώπων των λαών και στην ανωτέρου επιπέδου εξουσία της ευρωπαϊκής οργάνωσης, που ασκείται από όλα τα κράτη μέλη μαζί. Η νομιμοποίηση των αποφάσεων σε επίπεδο Ένωσης έγκειται ακριβώς σε αυτό: ο κάθε Ευρωπαίος να μπορεί, και ατομικά, να συμμετέχει στην διαμόρφωση και την λήψη αποφάσεων που λαμβάνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και επηρεάζουν όλη την Ένωση στο σύνολό της.

Τέλος, η «εκούσια ένωση» πολιτών έγκειται, κατά τον Habermas, στην ανάπτυξη της αλληλεγγύης μεταξύ των λαών της Ευρώπης, που ελλείπει από την Ένωση: «Η υπερεθνική επέκταση της αλληλεγγύης έγκειται σε μια διαδικασία μάθησης, που μπορεί να επιτευχθεί μόνον με το άνοιγμα των εθνικών δημοσίων σφαιρών. Για μια τέτοια δι-εθνοποίηση, απαιτείται η μεταβολή της λειτουργίας των ΜΜΕ, ούτως ώστε όχι μόνον να παρουσιάζουν τα ευρωπαϊκά θέματα, αλλά και να περιγράφουν τις σχετικές απόψεις και διαμάχες που προκαλούν στα άλλα κράτη μέλη».[8]

Στο πλαίσιο αυτό, υποστηρίζει ο Habermas, η συζήτηση για την κρίση θα μπορούσε να ενισχύσει αυτήν την διαδικασία, καθώς η προγραμματική διαφορά ανάμεσα στους φιλελεύθερους και τους σοσιαλδημοκράτες θα οδηγούσε προς την διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής εσωτερικής πολιτικής και θα αποτελούσε το κίνητρο για την δημιουργία ενός πραγματικού ευρωπαϊκού συστήματος κομμάτων. Για να συμβεί, όμως, κάτι τέτοιο, θα πρέπει και οι πολιτικές ελίτ να υπερβούν την οπορτουνιστική στάση τους και να αναλάβουν την προώθηση της διεξαγωγής, στην δημόσια σφαίρα, ενός ουσιαστικού διαλόγου για το «ευρωπαϊκό πρόγραμμα». Έτσι, η έλλειψη ηγετικών πολιτικών φυσιογνωμιών στην Ευρώπη κρίνεται από τον Habermas καθοριστική. «Δεν πιστεύω», λέει, «στην άποψη ότι τα άτομα γράφουν την ιστορία, τουλάχιστον κατά κύριο λόγο. Αλλά συνειδητοποιώ πραγματικά ότι υπάρχουν εξαιρετικές καταστάσεις, στις οποίες η γνωστική ευαισθησία, η φαντασία, το θάρρος και η προθυμία για την ανάληψη ευθυνών των ιθυνόντων ασκούν σημαντική επιρροή στην εξέλιξη των γεγονότων».[9]

Στο σημείο, όμως, αυτό, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: είναι, άραγε, δυνατή η ανάπτυξη των πραγματικά απαραίτητων δεσμών αλληλεγγύης των ευρωπαϊκών λαών, οι οποίοι –και μόνον αυτοί- θα μπορούσαν να παρέχουν την υποστήριξη και να δώσουν την ώθηση σε ένα ουσιαστικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα, όπως αυτό που οραματίζεται ο Habermas; Όπως αναλύει την έννοια της αλληλεγγύης, τα καθήκοντα που επιτάσσει διαφέρουν από τα αντίστοιχα, απρόσωπα καθήκοντα της ηθικής και του νόμου. Συσχετίζει, έτσι, ο Γερμανός στοχαστής, τα καθήκοντα αυτά με το εκάστοτε συγκεκριμένο πλαίσιο κοινωνικών σχέσεων. Βρίσκει, δηλαδή, μια συγγένεια της αλληλεγγύης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν όχι από τους ηθικούς και νομικούς κανόνες, αλλά από εκείνο που ο Hegel αποκαλεί «εθικότητα» (Sittlichkeit): το δίκτυο των κοινωνικών σχέσεων, το οποίο ορίζει την συμπεριφορά κάποιου με βάση τα συμφέροντά του και τις προσδοκίες αλληλοβοήθειας που απορρέουν από το δίκτυο αυτό (όπως, πχ., συμβαίνει στην περίπτωση της προσφοράς βοήθειας προς κάποιον μακρινό συγγενή μας) και ριζώνουν στο ενδιαφέρον για την ακεραιότητα μιας κοινής μορφής ζωής και μιας κοινής αντίληψης για την ευζωία. Το ιδιαίτερο, όμως, χαρακτηριστικό της αλληλεγγύης είναι ότι δεν μπορεί να ριζώσει σε προ-πολιτικές κοινότητες, όπως η οικογένεια, παρά μόνον σε πολιτικές συσσωματώσεις ή σε κοινά πολιτικά συμφέροντα. Στο πλαίσιο της κρίσης, λοιπόν, η επίκληση στην αλληλεγγύη μπορεί κάλλιστα να αφορά το ενδιαφέρον για την διατήρηση του ευρωπαϊκού κεκτημένου απέναντι στις επιταγές των ανεξέλεγκτων αγορών.

Εάν, όμως, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Habermas, η θεμελίωση και η επίκληση στην αλληλεγγύη βασίζονται στην ύπαρξη μιας κοινής μορφής ζωής και μιας κοινής αντίληψης για την ευζωία, τότε, υπό τις παρούσες συνθήκες, καθίσταται τουλάχιστον αμφίβολη η ανάπτυξή της μεταξύ των λαών της Ευρώπης. Τότε, η αντίληψη της κοινότητας των προβλημάτων και της κοινής μοίρας δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην αλληλεγγύη, που είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση του «ευρωπαϊκού προγράμματος»· μπορεί, αντίθετα, να οδηγεί στην όξυνση των αρνητικών συναισθημάτων και στην τάση απόδοσης αλληλοκατηγοριών μεταξύ των λαών. Με άλλα λόγια, οι διαφορές στην αντίληψη περί ευζωίας, στην επικρατούσα μορφή ζωής και στις διαμορφωμένες μέσω ενός πολιτισμικού πλαισίου κοινωνικές σχέσεις θα αποτελούν πάντοτε εμπόδιο στον δρόμο προς την διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής «εκούσιας ένωσης» πολιτών. Ο Habermas, ασφαλώς, το αντιλαμβάνεται αυτό· γι’ αυτό και παραπέμπει σε παράγοντες όπως το διαδίκτυο, ο μαζικός τουρισμός (θα μπορούσαμε εδώ να προσθέσουμε και την αυξημένη κινητικότητα των Ευρωπαίων πολιτών προς άλλες χώρες της Ευρώπης για επαγγελματικούς λόγους ή για λόγους σπουδών), οι οποίοι διευκολύνουν την ανάπτυξη της αλληλεγγύης.

Εκεί, όμως, ίσως έγκειται και η βασικώτερη δυσκολία του όλου εγχειρήματος. Το ουσιαστικό, δηλαδή, πρόβλημα για την υπέρβαση του Ευρωσκεπτικισμού και την πραγματική ολοκλήρωση του «ευρωπαϊκού προγράμματος», που όντως φαντάζουν αναγκαίες, μοιάζει να βρίσκεται εκεί: στην δυνατότητα δημιουργίας μιας κοινότητας διαθέσεων, αντιλήψεων, στάσεων και –εν τέλει- μορφών ζωής, στην αλληλοκατανόηση των διαφορών, καθώς και στην συνακόλουθη ανάπτυξη συναισθημάτων συμπάθειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, παρόμοια όπως και σε επίπεδο εθνικό. Χωρίς αυτά, η επίκληση στην αλληλεγγύη, η βασιζόμενη στα κοινά προβλήματα που προκαλούνται από την επίθεση των αγορών στις κοινές ευρωπαϊκές κατακτήσεις της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κοινωνικού κράτους, θα παραμένει, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κενή περιεχόμενου και ανίκανη να δημιουργήσει την εσωτερική εκείνη υποκίνηση που προκαλεί σε εθνικό επίπεδο.



[1] Diez Georg, “J. Habermas: The last European”, αφιέρωμα στο Der Spiegel,  47/2011, http://www.spiegel.de/international/europe/habermas-the-last-european-a-philosopher-s-mission-to-save-the-eu-a-799237.html

[2] “Life after bankruptcy”, συνέντευξη στην εφημ. Die Zeit, 6/11/2008, http://www.signandsight.com/features/1798.html

 

[3] “The cost and challenge of the Eurozone crisis”, συνέντευξη στο Financial Times Weekend Magazine, 1/5/2010, http://www.ft.com/intl/cms/s/0/eda3bcd8-5327-11df-813e-00144feab49a.html#axzz2trP3TNZo

 

[4] Bofinger Peter, Habermas Juergen and Nida-Ruemelin Julian, “The case for a change of course in European policy”, Social Europe Journal, 9/8/2012, http://www.social-europe.eu/2012/08/the-case-for-a-change-of-course-in-european-policy/. «Μόνον μια πολιτικά ενωμένη Ευρώπη παρέχει μια ελπίδα αναστροφής της διαδικασίας –που ήδη έχει προχωρήσει- του μετασχηματισμού της δημοκρατίας των πολιτών, που θεμελιώνεται στην ιδέα του κοινωνικού κράτους, σε μια κατ’ επίφασιν δημοκρατία, που διέπεται από τις αρχές της αγοράς… Οι λαοί της Ευρώπης πρέπει να κατανοήσουν ότι μπορούν να διατηρήσουν το κοινωνικό μοντέλο του κράτους πρόνοιας και την ποικιλία των εθνικών τους πολιτισμών μόνον εάν ενώσουν τις δυνάμεις τους και συνεργαστούν».

[5] Habermas Juergen, “A pact for or against Europe?”, in Guerot Ulrike and Henard Jacqueline (eds.), What does German think about Europe?, European Council on Foreign Relations, 2011, pp. 83-89.

 

[6] “Plea for constitutionalization of international law”, διάλεξη στο 23ο Παγκόσμιο Συνέδριο Φιλοσοφίας, Αθήνα 6/8/2013.

 

[7] Habermas Juergen, The crisis of the European Union: A response, Polity Press, Malden 2012, σ. 37.

[8] “Wie demokratisch ist die EU?”,  Blaetter fuer deutsche und internationale Politik, 8/2011, https://www.blaetter.de/archiv/jahrgaenge/2011/august/wie-demokratisch-ist-die-eu

[9] “Germany dozes on a volcano”, στο Der Spiegel, 32/2013.  http://www.spiegel.de/international/germany/juergen-habermas-merkel-needs-to-confront-real-european-reform-a-915244.html

 

    Print       Email

You might also like...

Μπορεί το failed-state να γίνει κράτος;

Read More →