Loading...
You are here:  Home  >  ΚΥΡΙΑ ΑΡΘΡΑ  >  Current Article

Ο Τζίμης Πανούσης είχε δίκιο

By   /   Μάιος 18, 2016  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο Τζίμης Πανούσης είχε δίκιο

    Print       Email

 

gravoura1

♦ του Γιάννη Ανδρέου

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο σατιρικός Τζίμης Πανούσης είχε περιγράψει τον οικονομικό τρόπο σκέψης των κατοίκων της Ελλάδος ως εξής: «Από πάνω οι δυτικοευρωπαίοι θα φέρουν τις επενδύσεις.  Από κάτω οι ανατολικοευρωπαίοι θα δουλεύουν εργάτες στις επενδύσεις.  Και στην μέση οι Έλληνες θα κάααθονται!».

Πολύ σωστή παρατήρηση, που επιβεβαιώνεται κάθε μέρα.  Για παράδειγμα, πολύς λόγος γίνεται περί του τουρισμού, ο οποίος θα φέρει θέσεις εργασίας και ξένο συνάλλαγμα.  Άραγε, συνειδητοποιούν οι Έλληνες ότι οι θέσεις εργασίας θα είναι για σερβιτόρους και καθαρίστριες τουαλετών σε δωμάτια πολυτελών ξενοδοχείων;  Ποιός είναι έτοιμος να στείλει τα παιδιά του (ή τον εαυτό του) να κάνουν αυτές τις δουλειές;  Ουδείς.  Όλοι περιμένουν τους δυτικούς να έλθουν να κτίσουν τα πολυτελή ξενοδοχεία και τους Αλβανούς να κάνουν τους σερβιτόρους και τις καθαρίστριες.  Και, όπως έλεγε και ο Τζίμης Πανούσης, οι Έλληνες και τα παιδιά τους προτιμούν να κάθονται και να απολαμβάνουν τον φραπέ τους με πλαστικά καλαμάκια εισαγωγής από την Κίνα!

Την σχέση των κατοίκων της Ελλάδος με τις ξένες επενδύσεις την δείχνει με πολύ γλαφυρό τρόπο η ακόλουθη ιστορία. Δυτικοευρωπαίοι επενδυτές αποφασίζουν να επενδύσουν στην Ελλάδα, σε έναν τομέα όπου έως τότε δεν υπήρχε τίποτα.  Πετυχαίνουν την έκδοση των σχετικών αδειών από τις διοικητικές αρχές, μετά από προσπάθειες 2-3 ετών. Για να πραγματοποιήσουν την επένδυση, είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν και μηνιαίο μπαξίσι για προστασία στον τοπικό μαφιόζο, ο οποίος λέγεται «Κίτσος».  Φέρνουν από το εξωτερικό νέες μεθόδους εργασίας και εξειδικευμένους εργαζόμενους.  Δίνουν δουλειά σε χιλιάδες Έλληνες, οι οποίοι έως τότε ήταν στην ουσία ανειδίκευτοι και ανεπάγγελτοι.  Για την εξυπηρέτηση της επένδυσης πραγματοποιούν και έργα κοινής ωφελείας, που κανονικά έπρεπε να κάνει το κράτος: κατασκευάζουν μέχρι και ένα μικρό λιμάνι και σιδηρόδρομο!  Και αρχίζουν να βγάζουν κέρδη.

Και τότε δημιουργείται μέγα πολιτικό θέμα.  Ο αρχηγός ενός από τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής. Ξεκινά ανένδοτο αγώνα εναντίον της επένδυσης και εναντίον των κυβερνήσεων που την ενέκριναν, ή που συνεχίζουν να την ανέχονται.  Μπροστά στην ταραχή που δημιουργείται, η κυβέρνηση προτείνει στην βουλή νόμους που επιβάλλουν νέες φορολογίες στους ξένους επενδυτές. Όμως, ο πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής και οι οπαδοί του δεν ικανοποιούνται.  Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα όταν οι ξένοι δικαιώνονται από τα ελληνικά δικαστήρια.  Τα ΜΜΕ μαίνονται και ο λαός βοά.  Όλοι ζητούν να αποκατασταθεί η εθνική αξιοπρέπεια και να τιμωρηθούν οι δωροδοκημένοι ντόπιοι συνεργάτες των ξένων.  Η πολιτική ταραχή είναι πολύ μεγάλη και η Ελλάδα γνωρίζει τρεις διαφορετικούς πρωθυπουργούς μέσα σε τρία χρόνια.  Τελικά, ο πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής γίνεται πρωθυπουργός.  Κάνει κατά μέτωπο επίθεση στους μισητούς ξένους και περνάει νέους νόμους, που τους απαγορεύουν να συνεχίσουν τις εργασίες τους.  Οι ξένοι ζητούν την προστασία των χωρών προέλευσής τους και οι ξένες πρεσβείες αρχίζουν να ασκούν πιέσεις στην κυβέρνηση.  Ο πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής ορθώνει το ανάστημά του και καταγγέλλει την προσπάθεια των ξένων δυνάμενων να καταπατήσουν την Εθνική Κυριαρχία της Ελλάδος και την Αξιοπρέπεια των Ελλήνων.

Εάν νομίζετε ότι η ιστορία μας αφορά τον κύριο Τσίπρα και την επένδυση στις Σκουριές της Χαλκιδικής, ή κάποιο από τα μνημόνια, χάσατε.  Ο πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής λεγόταν Επαμεινώνδας Δεληγεώργης.  Η ιστορία μας συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του 1860 και στις αρχές της δεκαετίας του 1870, και η επένδυση αφορούσε τα μεταλλεία του Λαυρίου.  Ο μισητός ξένος της ιστορίας μας δεν λεγόταν Σόϊμπλε, αλλά Σερπιέρης.

Είναι ενδιαφέρον να δούμε τι επιπτώσεις είχε τελικά αυτή η ιστορία στον ελληνικό λαό.  Ο πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής δεν μπορούσε να βρει λύση στο πρόβλημα που ο ίδιος είχε δημιουργήσει.  Είχε φέρει την Ελλάδα σε διεθνή απομόνωση και οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Ιταλίας απείλησαν ότι οι χώρες τους θα επέβαλλαν αντίμετρα στην Ελλάδα, όπως περιορισμούς στην δυνατότητα των πλοίων με ελληνική σημαία να επισκέπτονται τα λιμάνια των χωρών τους.  Για να μην δείξει στον «περήφανο» ελληνικό λαό ότι υποχωρεί, ο πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής προσπάθησε να διαπραγματευθεί με τους ξένους επενδυτές την αγορά των μεταλλείων του Λαυρίου από το ελληνικό κράτος.  Εκεί τα βρήκε δύσκολα.  Είναι άλλο πράγμα να ομιλείς για «εθνική κυριαρχία και αξιοπρέπεια» στους Έλληνες ψηφοφόρους και άλλο πράγμα να πρέπει να διαπραγματευτείς με ξένους επιχειρηματίες.

Διάφοροι Έλληνες «παράγοντες» βρήκαν μία καλύτερη λύση.  Έπεισαν τον Ανδρέα Συγγρό να αγοράσει εκείνος τα μεταλλεία του Λαυρίου.  Εδώ ήταν η σειρά του Σερπιέρη να τα βρει δύσκολα.  Ο Συγγρός ήταν διεθνής επιχειρηματίας και τραπεζίτης και ήξερε από αυτές τις δουλειές.  Το ποσόν που δέχθηκε να λάβει ο Σερπιέρης από τον Συγγρό ήταν μικρότερο από εκείνο που ο πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής–πρωθυπουργός ήταν έτοιμος να πληρώσει.  Όμως ο Συγγρός ήταν και πατριώτης και δέχτηκε να δίδει στο ελληνικό κράτος το 50% των εσόδων της εταιρίας που αγόρασε από τον Σερπιέρη.  Ο περήφανος ελληνικός λαός ήταν περιχαρής από τον επιτυχημένο χειρισμό του προβλήματος από τον πρώην φοιτητικό συνδικαλιστή.

Μόνο που η εταιρία δεν κατάφερε να βγάλει κέρδη και το ελληνικό κράτος δεν πήρε τελικά τίποτα.  Ο Σπ. Μαρκεζίνης αναφέρει στην Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος ότι ο Συγγρός έγραψε στα απομνημονεύματά του ότι, από την εταιρία αυτή, δεν έβγαλε ούτε εκείνος ποτέ κέρδος.  Αντίθετα, έβγαλε πάρα πολλά κέρδη από μία δεύτερη εταιρία, που ίδρυσε μαζί με τον Σερπιέρη, για την εκμετάλλευση διαφορετικών μεταλλείων σε άλλη περιοχή του Λαυρίου, και η οποία έμεινε γνωστή με την επωνυμία «Γαλλική Εταιρία Μεταλλείων Λαυρίου».  Όπως είπαμε, ο Συγγρός ήταν διεθνής επιχειρηματίας και τραπεζίτης και όχι πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής.

Από την ταραχή που δημιούργησε ο πρώην φοιτητικός συνδικαλιστής κέρδισε ο Σερπιέρης, επειδή πήρε αρκετά μετρητά για την πώληση της παλαιάς εταιρίας και πολλά κέρδη από την νέα εταιρία που έφτιαξε με τον Συγγρό.  Και ο Συγγρός κέρδισε, επειδή μπήκε σε ένα νέον επιχειρηματικό τομέα, αυτόν των μεταλλείων, και αποκόμισε πολλά από τη νέα εταιρία με τον Σερπιέρη συνεταίρο.  Ποιός ήταν αυτός που έχασε από τον ανένδοτο αγώνα για «εθνική αξιοπρέπεια» του πρώην φοιτητικού συνδικαλιστή;  Ο περήφανος ελληνικός λαός που τον εξέλεξε πρωθυπουργό.

Η μεγάλη φασαρία που είχε γίνει γύρω από το Λαύριο έπεισε τους Έλληνες ότι υπήρχαν παντού θησαυροί που περίμεναν τους έξυπνους να τους ανακαλύψουν.  Ο Ευάγγελος Κωφός αναφέρει στο σχετικό λήμμα στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους ότι μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα κατατέθηκαν πάνω από 1000 αιτήσεις για άδειες εξορύξεως σε διάφορα μέρη της Ελλάδος από φερέλπιδες Έλληνες επιχειρηματίες.  Όμως, λίγα χρόνια αργότερα, λειτουργούσαν λιγώτερα από 10 μεταλλεία.  Μία εικόνα της μανίας για εύρεση θαμμένων θησαυρών δίνει και ο Παπαδιαμάντης, στο διήγημά του με τίτλο «τα Βενέτικα», όπου ο περαστικός γέρος λέει στους νέους και αισιόδοξους εκσκαφείς:  «Σκάψτε, κάτι θα βρείτε.  Πέτρες, όστρακα ή κόκαλα.»

Επίσης, οι Έλληνες είχαν πειστεί από τον πρώην φοιτητικό συνδικαλιστή και τους φίλους του (που οι Έλληνες τούς ψήφιζαν ανελλιπώς) ότι η παλαιά εταιρία του Σερπιέρη διέθετε πραγματικό θησαυρό στο Λαύριο.  Έτσι, όταν εκδόθηκαν μετοχές της εταιρίας, η τιμή τους εκτοξεύθηκε στα ύψη.

Μόνο που το θαύμα κράτησε λίγο.  Λίγους μήνες αργότερα, έγινε φανερό ότι η εταιρία δεν είχε θησαυρούς να μοιράσει, και η τιμή των μετοχών κατέρρευσε.  Πολλοί Έλληνες ψηφοφόροι έχασαν τα λεφτά τους.  Φυσικά, για αυτήν την οικονομική ζημιά δεν έφταιγε ο περήφανος και έξυπνος ελληνικός λαός, αλλά οι κακοί κεφαλαιούχοι με πρώτον τον Συγγρό.  Αυτή είναι η άποψη που κυριαρχεί ακόμα και σήμερα, χάρις το σχετικό βιβλίο του Τάσου Βουρνά, το οποίο είχε γίνει και τηλεοπτικό σήριαλ την πρώτη περίοδο της Πασοκικής κυριαρχίας την δεκαετία του 1980.  Παρεμπιπτόντως, η προβολή του σήριαλ την δεκαετία του 1980 ξύπνησε το επαναστατικό πάθος των περήφανων Ελλήνων, οι οποίοι κατέστρεψαν το άγαλμα του Σερπιέρη στο Λαύριο.  Πριν την προβολή του σήριαλ, το άγαλμα βρισκόταν στην θέση του για περισσότερο από 90 χρόνια χωρίς κανείς να του δίνει σημασία.

Πολλές δεν είναι οι ομοιότητες ανάμεσα στο 1873 και στο 2015;  Όμως, δεν πρόκειται για επανάληψη της ιστορίας.  Πρόκειται για την συνέχεια της ίδιας ιστορίας.  Τόσο ο ελληνικός λαός, όσο και οι Έλληνες πολιτικοί έχουν το 2015 τα ίδια χαρακτηριστικά που είχαν το 1873.  Για αυτό οι Έλληνες βρίσκονται στην κατάντια που βρίσκονται και για αυτό δεν υπάρχει προοπτική «εξόδου από την κρίση», ή «οικονομικής ανόρθωσης» της Ελλάδος.

    Print       Email

About the author

You might also like...

Η “αντίσταση” είναι το εύκολο, το δύσκολο είναι η σκληρή εργασία για την εθνική ανασυγκρότηση.

Read More →