Loading...
You are here:  Home  >  ΑΦΙΕΡΩΜΑ  >  Current Article

Ο μέγας ασθενής 

By   /   Αύγουστος 31, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο μέγας ασθενής 

    Print       Email

ΚΚ

♦ του Κώστα Μ. Σταματόπουλου

Δεν είναι λίγοι αυτοί που χαιρέτισαν την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, ως το τέλος της Μεταπολιτεύσεως. Και που επιμένουν να αισθάνονται έτσι παρά την κάκιστη επιλογή του προσώπου για το αξίωμα του προέδρου της Δημοκρατίας, που δείχνει ότι η ρήξη της νέας κυβέρνησης με το αμαρτωλό παλαιό καθεστώς δεν είναι απόλυτη. Διατυπώνουμε δε την ευχή η παραπάνω απόφαση να μην είναι παρά ένα στραβοπάτημα. Στραβοπάτημα ωστόσο ικανό – σε συνδυασμό με την ρεαλιστική, κατά την εκτίμηση πολλών, αλλά οδυνηρά ανακόλουθη, κατά την εκτίμηση πολλών ψηφοφόρων του κυβερνώντος αντιμνημονιακού συνασπισμού, συνθηκολόγηση στο μέτωπο των Ευρωπαίων – να προκαλέσει  ανταρσία στην κυβερνητική παράταξη και την εμποδίσει να κινηθεί αποφασιστικά εναντίον του μετώπου της υψηλού επιπέδου διαπλοκής, να λάβει μέτρα για την οικονομική ανάκαμψη και να εφαρμόσει μια πιο δίκαιη κοινωνική πολιτική. Θα ήταν κρίμα αν κάτι τέτοιο συμβεί. Σε αυτήν την περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν μία ακόμη χαμένη ευκαιρία, από αυτές που δυστυχώς είναι σπαρμένη η νεώτερη και η σύγχρονη ιστορία μας.

Αλλά το θέμα μας είναι η άλλη παράταξη, ο από το 1974 μέγας ασθενής της τότε νεοπαγούς δημοκρατίας μας, που εξ αιτίας του υπήρξε αυτή κατά κάποιον τρόπο δηλητηριασμένη εξ αρχής, για λόγους πολλούς. Ένας από τους οποίους, όμως, ήταν η διαλυτική έναντι της παρατάξεώς του πολιτική του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που λες πως μισούσε τον λαό που τον ψήφιζε και τον οποίο ευνούχισε πασχίζοντας να τον μεταλλάξει, με στόχο την πραγμάτωση ενός οράματος που, ήδη από τα 1977, αποδείχθηκε ουτοπικό. Όπως δε οι αλλαξοπιστίες είναι στους πολιτικούς τρέχουσα πρακτική, κι όλοι ή όλοι σχεδόν οι αυλικοί του τότε πρωθυπουργού έσπευσαν να ευθυγραμμισθούν στα νέα, μόνα από τον ίδιο ανεκτά ιδεολογικά (με ή χωρίς εισαγωγικά) πλαίσια, προκλήθηκε χάσμα βαθύ ανάμεσα στην κομματική ηγεσία και την λαϊκή κομματική βάση.  

Αυτή, αποπροσανατολισμένη και βαλλόμενη από τους ιδίους της τους δήθεν ταγούς, καθώς και δεμένη σε πίστη παλιά που δεν είχε πια αντίκρισμα και σε εξιδανικευμένες εικόνες αρχηγικών προσωπικοτήτων που πολύ απείχαν από την πραγματικότητα, άργησε, ενόσω βαθμηδόν διεφθείρετο και εγκλιματιζόταν στην νέα όλο και πιο θολή ατμόσφαιρα, να αντιληφθεί το τι ακριβώς συνέβαινε. Ότι δηλαδή είχαν οριστικά ξηλωθεί ή σοβαρά εξασθενήσει οι θεσμοί που παραδοσιακά της επέτρεπαν την ανάρρηση και την παραμονή στην εξουσία σε μία Ελλάδα σε σημαντικό βαθμό αριστερόστροφη μετά το 1922. Ενώ η σταδιακή απώλεια του προσώπου της, την έφερε όλο και πιο κοντά στον αντίπαλό της, καταλύοντας έτσι τον λόγο υπάρξεώς της και προκαλώντας την δημιουργία, έξω από αυτήν, μιας άκρας Δεξιάς. Όσο για τα νεο-φιλελεύθερα σχήματα που αναπτύχθηκαν στις παρυφές της, αυτά δεν ευδοκίμησαν, καθ’ ότι είναι βασικά αντίθετα προς την νοοτροπία του μέσου Έλληνα, στο σημείο που πολλοί, ακόμη ενώ τα εγκρίνουν με την λογική, τα αποδιώχνουν με το συναίσθημα.

Καθώς, δε, στην άλλη «ιδεολογική» όχθη, ολοκλήρωσε το έργο του Καραμανλή ο Ανδρέας Παπανδρέου, οι διαφορές μεταξύ των παρατάξεων αμβλύνθηκαν ακόμη πιο πολύ. Οπότε, τόσον οι μεν όσο και οι δε, παρά τις συχνές φραστικές αψιμαχίες για τους τύπους, έπεσαν με τα μούτρα στο φαγοπότι – βοηθούντων των ευρωπαϊκών κονδυλίων, τα οποία εξετράπησαν και αναλώθηκαν α λα ελληνικά – και των ηγετικών στελεχών των δύο πλευρών διδόντων βουλιμικά το παράδειγμα. Σε αμφότερες τις παρατάξεις, που μόνον κατ’ όνομα πλέον διέφεραν, καθ’ ότι η Νέα Δημοκρατία είχε πια εκφυλισθεί σε γαλάζιο ΠΑΣΟΚ κατά τον επιτυχή ορισμό του Χρήστου Γιανναρά, η φυσική πάροδος των γενεών, μαζί με την συστηματική, λόγω ανυπαρξίας ιδεολογίας, απ’ εναντίας όμως περίσσειας κυνισμού και μειωπικής ιδιοτέλειας, επιλογή διαδόχων και επιγόνων όλο και πιο κενών, πιο ανεπαρκών και πιο φθαρμένων, οδήγησε στο όζον τέλμα που επί χρόνια υπέστημεν (το οποίο είναι, μαζί με την επί δεκαετίες παραδέρνουσα εθνική παιδεία, η μείζων διάσταση της πολύπλευρης κρίσης μας). Και τέλος…. στην νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και την εδραίωση της Χρυσής Αυγής.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η ανασυγκρότηση της Κεντροδεξιάς ταυτίζεται με μια εκστρατεία επαναφοράς των ποιοτικών μεγεθών που σταθερά είχε αυτή καθ’ όλη την ιστορία της και είχε μέχρι χθες – ιδίως χθες – περιφρονήσει. Όχι μεταβολή ιδεολογίας, διότι κάτι τέτοιο ήταν, όπως ήδη σημειώθηκε, παντελώς ανύπαρκτο, αλλά επί τέλους ενσυνείδητη υιοθέτηση ιδεολογίας, ιδεολογίας μετριοπαθούς, πλατιάς και περιχωρητικής, που να κινείται ταυτόχρονα στους άξονες του πατριωτισμού και του εκσυγχρονισμού στα πλαίσια της Δύσεως και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Έμπρακτα, και όχι στο επίπεδο κούφιας ψηφοθηρικής ρητορικής. Ρίχνοντας όλο το βάρος στην παιδεία και έχοντας εικόνα επεξεργασμένη και ξεκάθαρη για το πώς θέλει τον Έλληνα και την Ελλάδα ας πούμε το 2030, όχι γενικόλογα, αλλά συγκεκριμένα σε κάθε τομέα, να προετοιμάσει στιβαρό και περιεκτικώτατο πρόγραμμα και να είναι έτοιμη να το εφαρμόσει όταν κληθεί στα πράγματα. Το «απόψε αυτοσχεδιάζομε», ας το αφήσει στον ΣΥΡΙΖΑ, που, όπως φαίνεται, το μόνο που επί τόσα χρόνια έκαμε ήταν να περιμένει να πέσει η εξουσία σαν ώριμο φρούτο στα χέρια του.

Είναι σαφές ότι μία τέτοια πρωτοφανούς σοβαρότητας, σε επί πλέον άκρως κρίσιμες για την χώρα στιγμές, επανάσταση, ναι Επανάσταση! είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί χωρίς την εκ βάθρων ανασύσταση της κεντροδεξιάς, με άλλο όνομα, άλλον αρχηγό και σε μεγάλο βαθμό άλλα πρωτοκλασάτα στελέχη. Με άλλα λόγια, χωρίς την εισδοχή στο νέο κόμμα ανά διαμέρισμα της χώρας, πόλη και χωριό, της άξιας, ζωντανής, εργατικής και προκομμένης κεντροδεξιάς Ελλάδος, που συστηματικά επί δεκαετίες κρατήθηκε στο περιθώριο και η οποία θα εξακολουθήσει απελπισμένα να ιδιωτεύει όσο δεν μεταβάλλεται το ανθρώπινο τοπίο σε ένα κόμμα που επιμένει να προσβάλλει την νοημοσύνη της, όπως ακριβώς συνέβη απέναντι στον δικό του κόσμο, με το καθ’ αυτό ΠΑΣΟΚ.

Το χειρότερο που μπορεί να κάνει η Νέα Δημοκρατία, είναι να αδρανεί, ελπίζοντας πως αυτομάτως θα διαδεχθεί τον ΣΥΡΙΖΑ, μόλις (και αν) αυτός βουλιάξει ή διαλυθεί. Δείχνει έτσι πως παραβλέπει ότι στην ζωή, και συνεπώς και στην πολιτική ιστορία, υπάρχουν φάσεις άνευ επιστροφής. Οι φάσεις αυτές είναι ψυχολογικο-συναισθηματικές ρήξεις, που άπαξ και συμβούν αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις οποιεσδήποτε ορθολογικές εκτιμήσεις, ιδιαίτερα σε λαούς συναισθήματος, όπως ο Ελληνικός. Προκαλούνται δε από την κοινή και παρατεταμένη διαπίστωση κυβερνητικής ανικανότητας, φαυλότητας και αναλγησίας, φαινόμενα που στην ουσία δεν αποτελούν παρά μορφή κενού εξουσίας, μορφή παραίτησης και σχεδόν εκουσίας απόσυρσης από την πολιτική σκηνή. Αυτή ήταν ξεκάθαρα η εικόνα που έδινε η Νέα Δημοκρατία μετά τις περυσινές ευρωεκλογές…  

Ας το πάρει, επί τέλους, απόφαση για το καλό της χώρας, και ας το θεωρήσει για την ίδια ως το μόνο ελπιδοφόρο σημείο αφετηρίας και νέας εκκίνησης: πως αν η έλευση του ΣΥΡΙΖΑ σημαίνει το τέλος της Μεταπολιτεύσεως, τότε αυτό αυτόματα συνεπάγεται το τέλος της Νέας Δημοκρατίας.

    Print       Email

About the author

You might also like...

Μπορεί το failed-state να γίνει κράτος;

Read More →