Loading...
You are here:  Home  >  ΑΦΙΕΡΩΜΑ  >  Current Article

Ο αμυντικός επανασχεδιασμός να πραγματοποιηθεί εγκαίρως μετά από ώριμη απόφαση και όχι καθυστερημένα μετά από μία εθνική αποτυχία.

By   /   Μάρτιος 7, 2016  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ο αμυντικός επανασχεδιασμός να πραγματοποιηθεί εγκαίρως μετά από ώριμη απόφαση και όχι καθυστερημένα μετά από μία εθνική αποτυχία.

    Print       Email

 

Ο αμυντικός επανασχεδιασμός να πραγματοποιηθεί εγκαίρως μετά από ώριμη απόφαση και όχι καθυστερημένα μετά από μία εθνική αποτυχία.

♦ του Ιπποκράτους Δασκαλάκη*

Μια ριζική αναδιοργάνωση του Ελληνικού κράτους αναμφισβήτητα θα πρέπει να συμπεριλάβει τον ευαίσθητο χώρο της Εθνικής Άμυνας. Ως μέρος του πολιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι και άρρηκτα συνδεδεμένος με τα οικονομικά μεγέθη, ο χώρος της άμυνας δεν μπόρεσε να διαφύγει από τις παθογένειες και κακοδαιμονίες της ελληνικής πραγματικότητος.

Ενδεχομένως ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά του χώρου, με προεξέχουσα την αυταπάρνηση του προσωπικού, να αποτέλεσαν μια  περιορισμένης αποτελεσματικότητος ασπίδα προστασίας από τα ακραία φαινόμενα εκφυλισμού, αλλά και εδώ η ανάγκη ριζικών παρεμβάσεων και ανατροπών είναι ορατή σε όλους τους τομείς. Οι ιδιαιτερότητες του χώρου της άμυνας, με δεδομένο και το υφιστάμενο περιβάλλον των απειλών, επιβάλλουν την πραγματοποίηση όλων αυτών των αλλαγών, χωρίς να επηρεαστεί ουδόλως και για το ελάχιστο χρονικό διάστημα η αμυντική ικανότητα της χώρας.

Επιδιωκόμενος στόχος των ριζικών αλλαγών είναι η συγκρότηση ενός αμυντικού μηχανισμού, που, εκμεταλλευόμενος το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό και τους υπάρχοντες οικονομικούς πόρους, θα εξασφαλίζει αποτελεσματικά την εθνική εδαφική ακεραιότητα και ασφάλεια της χώρας και του πληθυσμού. Εξυπακούεται ότι οι δραστηριότητες του αμυντικού μηχανισμού λαμβάνουν χώρα στο ασταθές διεθνές περιβάλλον, όπου οι συμμαχίες, τα συμφέροντα και λοιποί παράγοντες επηρεάζουν τις ισορροπίες ισχύος, άρα και την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των ενόπλων δυνάμεων.

Αναφέρομαι γενικώτερα σε αμυντικό μηχανισμό, υπονοώντας ένα ευρύτερο σύνολο, που περιλαμβάνει, πλέον των ενεργών ενόπλων δυνάμεων και των δυνάμεων εθνοφυλακής, όλους τους θεσμούς και όργανα χάραξης και εφαρμογής της αμυντικής πολιτικής (συμπεριλαμβανομένης και της οικονομικής της διάστασης) αλλά και τις αμυντικές βιομηχανίες της χώρας. Διακρίνουμε, δηλαδή, την ανάγκη παρεμβάσεων σε επίπεδο αξιοποιήσεως προσωπικού, οργάνωσης των μονάδων των ενόπλων δυνάμεων και δομής διοικήσεων, προμήθειας και υποστήριξης των διαθέσιμων μέσων και λειτουργίας των θεσμικών οργάνων και διαδικασιών του ευρύτερου αμυντικού χώρου.

Θεμέλιος λίθος της αναδιάρθρωσης του χώρου της Εθνικής Αμύνης είναι η κατάρτιση ενός πολιτικού κειμένου (συνήθως επικαλείται «Λευκή Βίβλος»), όπου θα περιγράφεται σε αδρές γραμμές η αμυντική πολιτική σε βάθος ικανού χρόνου και θα συγκεντρώνει μια ευρύτερη κομματική αποδοχή (ευκταίο). Το κείμενο αυτό θα είναι σε συνάφεια με την εξωτερική πολιτική και τις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας, τις υπάρχουσες απειλές, τους δημογραφικούς παράγοντες και τις οικονομικές δυνατότητες, χωρίς να αγνοεί και τις κοινωνικές ισορροπίες.

Στο κείμενο αυτό θα αναφέρονται και θα αξιολογούνται οι υπάρχουσες κατά της χώρας απειλές και θα περιγράφονται οι στόχοι της πολιτικής της εθνικής άμυνας, καθώς και οι τρόποι αντιδράσεως των ενόπλων δυνάμεων σε αχνές γραμμές. Πιθανόν, επίσης, να περιγραφούν και ενέργειες οι οποίες αυτόματα θα προκαλέσουν την δική μας αντίδραση (επικαλούμενες «κόκκινες γραμμές»). Επιπλέον θα αναλύονται συνοπτικά οι επιμέρους πολιτικές στο θέματα της εθνικής αμυντικής πολιτικής.

Μείζον θέμα αποτελεί το είδος και η διάρκεια της στρατιωτικής θητείας, ενώ η στράτευση των γυναικών αποτελεί ένα «ταμπού» που θα πρέπει επιτέλους να ξεπεραστεί, ώστε αφ’ενός να ενισχυθεί η επάνδρωση των μονάδων και αφ’ετέρου αποκατασταθεί και η έννοια της ισότητας των δύο φύλων. Πιθανόν να επιλεγεί θητεία «διαφορετικών ταχυτήτων» ως συνάρτηση του βαθμού δυσκολίας αλλά και των πραγματικών κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων. Επιβάλλεται, επίσης, να επαναπροσδιοριστεί η αναλογία επαγγελματιών και κληρωτών στο σύνολο του στρατεύματος, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της γήρανσης (και μη αντικατάστασης στην ουσία) των πρώτων. Αναμφισβήτητα η θητεία πρέπει να επανασχεδιαστεί ώστε αφ’ ενός να επιτρέπει την πλήρη (ή τουλάχιστον την επιχειρησιακά αποδεκτή) επάνδρωση του απαιτουμένου αριθμού των μονάδων και αφ’ετέρου να προάγει –σε όσο βαθμό είναι αυτό δυνατόν- την προσωπικότητα, γνώσεις και δεξιότητες των στρατευσίμων.

Πρόνοια θα εξακολουθήσει να λαμβάνεται για τους αντιρρησίες συνειδήσεως σε συνδυασμό με τις  διεθνείς συμφωνίες αλλά και τις επιταγές ισότητος του Συντάγματος.

Η σημερινή πραγματικότητα μας οδηγεί κατ’ ελάχιστον στην ανάγκη αύξησης της διάρκειας της θητείας. Δυστυχώς και παρά τις κατ’ επανάληψιν εξαγγελίες περί «παλλαϊκής άμυνας», ουδέποτε επιτεύχθηκε η ουσιαστική αξιοποίηση του θεσμού της εφεδρείας. Ο θεσμός της εφεδρείας με την κατάλληλη οργάνωση εμπεριέχει πολλαπλές δυνατότητες ενίσχυσης της ισχύος και ετοιμότητος των ενόπλων δυνάμεων αλλά και προσφοράς σε περίπτωση φυσικών καταστροφών. Ευνομούμενα κράτη της Ευρώπης με παραπλήσιου μεγέθους πληθυσμό έχουν υποδειγματική οργάνωση των εφέδρων, με εμπλοκή τους μέχρι και σε υψηλού κινδύνου πολεμικές αποστολές στο εξωτερικό (σκανδιναυϊκά κράτη, Ελβετία, Ισραήλ).

Σε επίπεδο θεσμικών λειτουργιών, συχνά προβάλλεται η ανάγκη ύπαρξης ενός μονίμου και υψηλού επιπέδου και επαγγελματικής αναγνώρισης συμβουλευτικού οργάνου για θέματα αμύνης και εξωτερικής πολιτικής (όπως τα Συμβούλια Εθνικής Ασφαλείας άλλων χωρών). Ομολογουμένως το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας (ΚΥΣΕΑ) στερείται παραπλήσιου συμβουλευτικού οργάνου και καταφεύγει κατά περίπτωση σε μεμονωμένες κυβερνητικές υπηρεσίες πλημμελώς συνεργαζόμενες και περιορισμένης στόχευσης. Αυτό έχει ως συνέπεια την αδυναμία ουσιαστικής κατάρτισης προτάσεων ολοκληρωμένης και μακροχρόνιας πολιτικής και συνεχούς υποστήριξής της. Απαιτείται, λοιπόν, η αναγκαία θεσμική ρύθμιση για την απόκτηση αυτής της δυνατότητος από αναβαθμισμένο υπάρχον σήμερα όργανο ή δημιουργία ενός νέου. Σε κάθε περίπτωση, η ξεκάθαρη περιγραφή των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων είναι αυτή που θα ενισχύσει τον ρόλο και την ουσιαστική προσφορά αυτού του οργάνου.

Παράλληλα, θα πρέπει να αναθεωρηθούν όλα τα θεσμικά κείμενα των εμπλεκομένων φορέων (συναρμόδιων υπουργείων, Γενικών Επιτελείων, Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας και λοιπόν κρατικών φορέων). Σκοπός της αναθεώρησης είναι η επικαιροποίηση, η απλοποίηση των διαδικασιών, η μείωση της πολυνομοθεσίας και αλληλοεπικάλυψης αρμοδιοτήτων και καθηκόντων, η διαφάνεια, η αξιοκρατία, η μείωση της γραφειοκρατίας, η ελαχιστοποίηση του χρόνου αντίδρασης, η ενίσχυση της πρωτοβουλίας, η οικονομία κλίμακος, ο περιορισμός των λειτουργικών δαπανών και η καταπολέμηση της ανευθυνότητος και κακώς εννοούμενης «δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας».

Η πρόβλεψη εξέτασης και έγκρισης από την Βουλή (εμπλοκή της αρμόδιας επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας) διαφόρων σημαντικών θεμάτων εξασφαλίζει την διαφάνεια και δύναται να επεκταθεί και σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. επιλογή Αρχηγών Γενικών Επιτελείων). Αντίθετα, όμως, πρέπει να υπάρχουν και οι ασφαλιστικές δικλείδες για επείγουσες περιπτώσεις, καθώς και περιπτώσεων εξαιρετικής σημασίας, αλλά και να διασφαλίζεται η αποφυγή του ολέθριου άκρατου κομματικού ανταγωνισμού.

Θετική κρίνεται και η εξέταση όλων των διαδικασιών προμηθειών αλλά και της γενικώτερης εκτέλεσης του αμυντικού προϋπολογισμού από τα αρμόδια και τα θεσμικά καθορισμένα όργανα, με δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα και με αυστηρά προκαθορισμένες διαδικασίες.

Ερχόμαστε τώρα στον πυρήνα της αναδιάρθρωσης των ενόπλων δυνάμεων. Επανειλημμένες καλοπροαίρετες και κοπιαστικές προσπάθειες αναδιάρθρωσης των ενόπλων δυνάμεων έχουν ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια, αλλά έχουν εκφυλιστεί μέσω πολιτικών, κομματικών, τοπικών παρεμβάσεων, προσωπικών φιλοδοξιών και συντεχνιακής νοοτροπίας. Κύριο χαρακτηριστικό  όλων αυτών των προσπαθειών αποτελεί η ασυνέχεια, η προχειρότητα και η νοοτροπία επιβολής της προσωπικής σφραγίδας της εκάστοτε πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, που διεκδικούν το «αλάνθαστο» και «σωτήριο» των επιλογών τους.

Η αναδιάρθρωση πρέπει να αποτελέσει μια συντονισμένη και μεθοδική προσπάθεια, απαλλαγμένη από όλες τις παθογένειες του παρελθόντος και βασισμένη σε στέρεες προϋποθέσεις. Η προσπάθεια αυτή, φυσικά, δεν θα προέλθει από «παρθενογένεση», αλλά θα πρέπει να βασιστεί στις υπάρχουσες μελέτες, εμπειρίες και να αποτελέσει το επιστέγασμα ανάλογων προσπαθειών. Ο σχολιασμός των προτάσεων, η εμπλοκή και η μεταφορά της εμπειρίας απελθόντων αρχηγών Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμύνης (ΓΕΕΘΑ) και Γενικών Επιτελείων (ΓΕ) της τελευταίας πενταετίας, κρίνεται σκόπιμος, καθ’όσον οι άνθρωποι αυτοί, κατά κανόνα, απαλλαγμένοι πιέσεων και φιλοδοξιών ανέλιξης, δύναται να συνεισφέρουν εποικοδομητικά και χωρίς υστεροβουλίες.

 Εξυπακούεται ότι πολιτικές, κομματικές, τοπικές, συντεχνιακές παρεμβάσεις και σκοπιμότητες πρέπει να εξοβελιστούν με αμφίπλευρη και αποφασιστική δέσμευση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Συγχρόνως, κάθε αναδιοργάνωση πρέπει να προβλέπει θεσμοθετημένες διαδικασίες περιοδικού ελέγχου της εφαρμογής, αξιολόγησης των αποτελεσμάτων και τρόπο λήψεως των αναγκαίων διορθωτικών ενεργειών. Επιπρόσθετα, η διαδικασία αναδιοργάνωσης πρέπει να αναζητήσει και καταγράψει τις ιδέες και προτάσεις όλων των στελεχών και ιδίως των μεσαίων βαθμίδων, τα οποία, συνήθως, απαλλαγμένα σκοπιμοτήτων και συντεχνιακών αγκυλώσεων, βιώνοντας την καθημερινή πραγματικότητα και κυρίως με την ευρύτητα του νεανικού πνεύματος, θα τολμήσουν να αρθρώσουν τις πραγματικά ρηξικέλευθες προτάσεις που επιβάλλουν οι σημερινές και μελλοντικές ανάγκες.

Ο ρεαλιστικός προσδιορισμός της οροφής των ενόπλων δυνάμεων (βάση απειλών, εθνικών συμφερόντων, έμψυχων και άψυχων πόρων αλλά και δυνατοτήτων υποστήριξης) σε προσωπικό και μέσα αποτελεί βασικώτατο στοιχείο της αναδιάρθρωσης. Οι αριθμοί που θα προκύψουν, σε συνδυασμό και με τις επιχειρησιακές και τακτικές ανάγκες, θα οδηγήσουν στην αντίστοιχη διαμόρφωση και ανασυγκρότηση  των μονάδων και τμημάτων όλων των κλάδων και στον επανακαθορισμό των δομών διοικήσεων.

Η ορθή δομή διοικήσεως αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος και εξασφαλίζει την άμεση, ανάλογη και αποτελεσματική αντίδραση σε κάθε είδους απειλή. Η απλοποιημένη και κάθετη διοίκηση εκτιμάται ως η πλέον κατάλληλη για τις αμυντικές μας ανάγκες, με προσπάθεια μείωσης των ενδιάμεσων επιπέδων. Στο επίπεδο του ΓΕΕΘΑ, επιβάλλεται να εξεταστεί ο διαχωρισμός στρατηγικών και επιχειρησιακών καθηκόντων, με την θεσμοθέτηση ενός διακλαδικού επιχειρησιακού επιτελείου ως μοναδικού υπεύθυνου για την εκτέλεση των επιχειρήσεων στο ευρύτερο θέατρο επιχειρήσεων. Στο επιτελείο αυτό θα εκχωρηθεί η επιχειρησιακή διοίκηση των μειζόνων διοικήσεων. Πιθανόν να επανακαθοριστεί ο ρόλος των Αρχηγών των Γενικών Επιτελείων ως απλών «παρόχων δυνάμεων» (force providers) και εκτός της επιχειρησιακής αλυσσίδας διοικήσεως. Επίσης πρέπει να διασφαλιστεί και η ορθολογιστική συγκρότηση και ο ορθός καταμερισμός των αποστολών μεταξύ των μειζόνων διοικήσεων (Στρατιά, Σώματα Στρατού και ισοδύναμα σε ΠΝ και ΠΑ), ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση και η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων. Το θέμα της διακλαδικότητος έχει απασχολήσει επί εικοσαετία τον χώρο της άμυνας, χωρίς όμως να επιτευχθούν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, κυρίως στον χώρο της διακλαδικής υποστήριξης και προμηθειών. Η διακλαδικότητα πρέπει να επιδιωχθεί από τα κατώτερα επίπεδα, μέσω της συνεκπαίδευσης, της συνεργασίας και της δημιουργίας των κατάλληλων οργάνων (επιχειρήσεων και υποστήριξης), όπου αυτά χρειάζονται.

Η συχνά εξαγγελλόμενη μείωση του αριθμού των ανωτάτων αξιωματικών δεν αποτελεί πανάκεια. Η διατήρηση των αναχρονιστικών δομών και γραφειοκρατικών διαδικασιών, με απλή «υποβίβαση» των υπηρετούντων στελεχών κατά ένα ή δύο βαθμούς στην κλίμακα της ιεραρχίας, δεν αποτελεί την λύση του προβλήματος αλλά μάλλον μια πολιτική επικοινωνιακή προπαγάνδα. Απαιτείται μια πλήρης και σε βάθος αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, που θα αντιμετωπίζει συγκεντρωτικά τα προαναφερθέντα σημαντικά ζητήματα, όπως: θέματα προσωπικού (εισαγωγή, εκπαίδευση, σταδιοδρομία στελεχών, αξιοκρατία, θητεία κληρωτών), οργάνωση και συγκρότηση (αριθμός, επάνδρωση και λειτουργία Μονάδων), δομή διοικήσεως, διακλαδικότητα και κυρίως δυνατότητες υποστήριξης του προτεινομένου σχήματος.

Ειδικώτερα τα θέματα προσωπικού πρέπει να αποτελέσουν την κορωνίδα των προσπαθειών μας, καθ’όσον η υπεροχή του έμψυχου υλικού μας αποτελεί τον βασικό πολλαπλασιαστή της ισχύος μας.  Θέματα σταδιοδρομίας, εξέλιξης, υπηρεσιακών σχέσεων, αξιολόγησης και αξιοκρατίας επηρεάζουν τα μέγιστα την απόδοση του προσωπικού. Ο συνδυασμός μιας κακώς εννοούμενης συντεχνιακής νοοτροπίας αποφυγής συγκρούσεων και η έλλειψη και απροθυμία εφαρμογής προκαθορισμένων διαδικασιών ελέγχου, δοκιμασιών και αξιολογήσεων οδηγεί σε αναξιοκρατικές επιλογές και στη μη ορθή αξιοποίηση του προσωπικού.

Ομοίως η συνολική στρατιωτική εκπαίδευση των στελεχών χρήζει συνολικής αναδιαμόρφωσης, από το κατώτερο (βασική στρατιωτική εκπαίδευση) μέχρι το ανώτατο επίπεδο (Ανωτάτη Σχολή Εθνικής Αμύνης και απόκτηση πανεπιστημιακών τίτλων σπουδών), βάσει προκαθορισμένων και σπονδυλωτών ανά κλιμάκιο-επίπεδο στοχεύσεων. Η εκπαίδευση, κινούμενη παράλληλα με την συνεχή αξιολόγηση και την ύπαρξη συχνών κόμβων επιλογής κατεύθυνσης σταδιοδρομίας, θα εξασφαλίζουν την αξιοποίηση αλλά και εξέλιξη του κάθε στελέχους ανάλογα με τις ικανότητές του και τις ανάγκες της υπηρεσίας, εξασφαλίζοντας την εξειδίκευση και την τοποθέτηση του κατάλληλου ανθρώπου στην κατάλληλη θέση. Με τον τρόπο αυτόν, θα περιοριστούν και τα φαινόμενα εξωθεσμικών αλλά και εσωτερικών συντεχνιακών παρεμβάσεων στην εξέλιξη των στελεχών, με θετικά αποτελέσματα στον τομέα του ηθικού του προσωπικού και της εξέλιξης των αρίστων. Ομοίως, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της αναγκαστικής ή μη πρόωρης απομάκρυνσης (αποστρατείας) του μονίμου προσωπικού σε αποδοτικές ηλικίες.

  Η διαρκώς αυξανόμενη απειλή αντιμετωπίσεως ασύμμετρων απειλών ειδικά στο εσωτερικό της χώρας, επιβάλλουν την συγκρότηση κατάλληλης κρατικής υποδομής αντιμετώπισής τους, με παράλληλη την δυνατότητα χειρισμού καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και φυσικών καταστροφών. Οι ένοπλες δυνάμεις διαθέτουν σε μεγάλο βαθμό την υποδομή και τις ικανότητες, αλλά θα πρέπει να διαμορφωθεί και το ανάλογο νομοθετικό πλαίσιο και να εξασφαλισθεί η αρμονική συνεργασία-υπαγωγή όλων των κρατικών φορέων με την ανά περίπτωση εμπλοκή, καθοδήγηση και επίβλεψη του πλέον εξειδικευμένου και έχοντος τις ικανότητες οργάνου. Ως παράδειγμα αναφέρεται η απειλή της κυβερνοεπίθεσης κατά ζωτικών εγκαταστάσεων της χώρας (μη αναγκαία στρατιωτικών). Η αντιμετώπιση της απειλής του κυβερνοπολέμου προϋποθέτει την ενιαία κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού, υπό την καθοδήγηση ενός κεντρικού φορέα. 

Η ανάπτυξη μιας βιώσιμης πολεμικής βιομηχανίας, ικανής να υποστηρίζει τις βασικές ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων αλλά και να διαθέτει εξαγωγικό προσανατολισμό, είναι απαραίτητη. Προϋπόθεση είναι η επανασχεδίαση της συνολικής διαδικασίας προμηθειών, η κάλυψη των υφισταμένων νομοθετικών κενών με παράλληλη απλούστευση των διαδικασιών και η μεταφορά τεχνολογίας με την υιοθέτηση προγραμμάτων συμπαραγωγής πολεμικού υλικού ή συμμετοχής σε πολυεθνικά προγράμματα. Η κάλυψη των αναγκών σε μέσα πρέπει να σχεδιάζεται με οικονομίες κλίμακος, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις παραπλήσιες ανάγκες του ευρύτερου δημοσίου τομέα, αλλά και ιδιωτικές απαιτήσεις, όπου αυτό είναι δυνατόν. Επιβάλλεται επίσης η ενίσχυση της εγχώριας επιχειρηματικότητας με την κατάλληλη εκμετάλλευση των κοινοτικών οδηγιών και η συνεργασία με ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και φορείς. Εξυπακούεται ότι απαιτείται και η ανάληψη λελογισμένου επιχειρηματικού και ερευνητικού ρίσκου. Ειδικά η αναζήτηση τεχνολογικών καινοτομιών και η στροφή σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, που συνήθως δεν προϋποθέτουν υψηλής αξίας βιομηχανική υποδομή, πρέπει να αποτελεί στόχο. Καθ’όσον όμως η ιστορία αποδεικνύει ότι η επικράτηση στο πεδίο της μάχης δεν συνδέεται ως επί το πλείστον με την μαζική διάθεση καινοτόμων προϊόντων αλλά περισσότερο με την καινοτόμο χρήση των, επιβάλλεται η τακτική πρωτοποριακή σκέψη και το επαναστατικό στρατιωτικό πνεύμα. Αμφότερα αποτελούν αποτέλεσμα μιας συνεχώς σε εγρήγορση στρατιωτικής σκέψης και πειραματισμού στο πεδίο των ασκήσεων. Αναφερόμενοι στον τομέα των ασκήσεων, πρέπει να επισημάνουμε την ανάγκη αφ’ενός χρήσεως σύγχρονων εξομοιωτών εκπαιδεύσεως στον μέγιστο βαθμό παράλληλα με την ρεαλιστική εκπαίδευση (δυστυχώς κοστοβόρα) στο πεδίο των ασκήσεων.

Εκτιμούμε ότι η υιοθέτηση των προαναφερθέντων προτάσεων θα επιφέρει μια κοσμογονία στον χώρο των ενόπλων δυνάμεων, αντιμετωπίζοντας όμως τις αντιδράσεις του πελατειακού κομματικού συστήματος, των οργανωμένων συμφερόντων αλλά και μιας αδρανούς νοοτροπίας και «αντιδραστικής» συμπεριφοράς  μέρους των στελεχών. Η πλειονότητα των προτάσεων έχει αναπτυχθεί στο παρελθόν από αξιόλογους μελετητές, ενώ υφίσταται και το κατάλληλο και έμπειρο προσωπικό για τον λεπτομερή σχεδιασμό και υλοποίησή των. Απομένει η βούληση (κυρίως πολιτική) για την υλοποίηση ενός πραγματικά «επαναστατικού» προγράμματος και την εφαρμογή του άνευ αποκλίσεων.

Ο σχεδιασμός, νομοθέτηση και εφαρμογή όλων αυτών των μέτρων θα απαιτήσουν τον προσεκτικό συντονισμό αριθμού προπαρασκευαστικών ομάδων υπό κεντρική καθοδήγηση και έλεγχο. Συγχρόνως θα πρέπει να εξασφαλίζεται και η τήρηση των συνταγματικών υποχρεώσεων, ο πολιτικός (κοινοβουλευτικός) έλεγχος και έγκριση των προτάσεων και η τελική εναρμόνιση των αναγκαίων νομοθετικών ρυθμίσεων με τις προτεινόμενες αλλαγές. Η μέγιστη δυσκολία του εγχειρήματος ευρίσκεται στην ορθό συντονισμό των προτάσεων μέσω πολυεπίπεδων και παράλληλων ενεργειών και εργασιών διαφόρων ομάδων, και έπεται η επίπονη σταδιακή εφαρμογή των διαδικασιών υλοποίησής τους σε όλα τα επίπεδα. Η πολιτική ηγεσία πρέπει να εξασφαλίσει την πολιτική καθοδήγηση και κοινοβουλευτική έγκριση, σε αγαστή συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις.

Μέσω μιας συνεχούς και έγκαιρης ανατροφοδότησης όλων των πλευρών, πρέπει να αποφεύγονται άσκοπες καθυστερήσεις, παλινδρομήσεις και τυχόν εκτροχιασμοί από την επιδιωκόμενη πορεία. Συγχρόνως, η ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, μακράν συντεχνιακών νοοτροπιών και προσωπικών επιδιώξεων, πρέπει με επαγγελματικό τρόπο να υιοθετήσει ρηξικέλευθες προσεγγίσεις και τομές στα φλέγοντα θέματα. Μόνον όμως ο ειλικρινής διάλογος, η ανταλλαγή απόψεων αμφοτέρων των πλευρών (πολιτικής και στρατιωτικής), η αλληλοκατανόηση και ο σεβασμός της αποστολής και εξειδίκευσης εκάστου εγγυώνται την πιθανή επιτυχία του εγχειρήματος.

Και το κυριώτερο: επιβάλλεται ο αμυντικός επανασχεδιασμός να προέλθει κατόπιν μιας ώριμης απόφασης και κοπιώδους συνεργατικής προσπάθειας και όχι κατόπιν μιας εθνικής αποτυχίας ή χειρότερα συντριβής όπως πολλάκις συνέβηκε στο παρελθόν.

*υποστρατήγου ε.α.-διεθνολόγου

    Print       Email

About the author

You might also like...

Μπορεί το failed-state να γίνει κράτος;

Read More →