Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Οι ουσιαστικές τομές στον χώρο της Εθνικής Άμυνας δεν μπορούν πλέον να περιμένουν

By   /   Απρίλιος 3, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οι ουσιαστικές τομές στον χώρο της Εθνικής Άμυνας δεν μπορούν πλέον να περιμένουν

    Print       Email

του Θάνου Π. Ντόκου.

 

Σε αντίθεση με άλλα ζητήματα πολιτικής, η εθνική άμυνα αποτέλεσε, μετά το 1974, έναν χώρο λίαν υψηλής διακομματικής συναίνεσης. Αυτή η, σε γενικές γραμμές, ιδιαίτερα επιθυμητή συναινετική αντιμετώπιση ενός τόσο σημαντικού ζητήματος. είχε όμως και μια αρνητική συνέπεια. Υπό τον φόβο ότι θα χαρακτηριστούν «ενδοτικοί», ή επειδή στερούνταν των απαραίτητων ειδικών γνώσεων, ελάχιστοι συμμετέχοντες στον δημόσιο βίο τόλμησαν να θέσουν κρίσιμα ερωτήματα για την αμυντική πολιτική της χώρας. Και όταν ασκήθηκε κριτική, αφορούσε σχεδόν αποκλειστικά ζητήματα προμηθειών (βεβαίως, όχι πάντοτε άνευ ουσίας), με κύριο στόχο να πληγεί η εκάστοτε κυβερνητική παράταξη. Πολύ λιγώτερο ενδιέφερε, ή τουλάχιστον λίγα έγιναν για τον εξορθολογισμό του συστήματος.

Συμφωνήσαμε, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ότι χρειάζεται να ξοδεύουμε περισσότερα χρήματα για την εθνική άμυνα απ΄ότι οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες (δυστυχώς δεν φροντίσαμε και για τον έλεγχο των δαπανών, με αποτέλεσμα τον παράνομο πλουτισμό πολιτικών προσώπων, ενστόλων και μεσαζόντων). Σταδιακά, οι αμυντικές δαπάνες μειώθηκαν σε απόλυτους αριθμούς (καθώς το ΑΕΠ μεγάλωνε), και από 6,5% στην δεκαετία του 1990 φθάσαμε στο 4% στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και τώρα, λόγω κρίσης, βρισκόμαστε περίπου στο 2%. Εφ’ όσον η αίσθηση απειλής έχει ίσως μεταβληθεί ποιοτικά αλλά όχι ποσοτικά και η ανάγκη για ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις (Ε.Δ.) παραμένει, κάτι πρέπει να αλλάξει στην κεντρική εξίσωση ασφαλείας (αποτρεπτική ισχύς= έμψυχο δυναμικό + οικονομικοί πόροι + οπλικά συστήματα + επιχειρησιακό δόγμα + συμμαχίες), για να μπορεί η χώρα να διατηρήσει την αποτρεπτική της ικανότητα.

Η ανάγκη για μια πιο συμμαζεμένη (από πλευράς ανθρώπινων και οικονομικών) πόρων και ταυτόχρονα πιο αποτελεσματική δομή δυνάμεων, προηγείται χρονικά της κρίσης. Οι σχετικές μελέτες, όμως, έμειναν για χρόνια στα συρτάρια, λόγω συντεχνιακών ή τοπικιστικών αντιδράσεων.

Είναι γνωστό ότι, σε κάθε οργανωμένη γραφειοκρατία και μεγάλο οργανισμό, η δύναμη της αδράνειας αποτελεί έναν πολύ σημαντικό παράγοντα αντίστασης σε κάθε προσπάθεια εκτενών μεταρρυθμίσεων, ακόμη και όταν οι προτεινόμενες αλλαγές θεωρούνται επιβεβλημένες. Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και ο γενικώτερος χώρος της Εθνικής Άμυνας δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα. Ενώ (1) όπως ήδη αναφέραμε υπάρχει γενική συμφωνία ότι δεν έχει αλλάξει η προέλευση της απειλής (αν και ενδεχομένως έχει μεταβληθεί η μορφή που μια τυχόν επιθετική ενέργεια θα μπορούσε να πάρει), (2) έχουν μεταβληθεί (προς το χειρότερο) οι οικονομικοί και δημογραφικοί παράμετροι σε εθνικό επίπεδο, (3) στον αποτρεπτικό ρόλο των Ενόπλων Δυνάμεων έχει προστεθεί η (έστω και πολύ περιορισμένη πλέον) συμμετοχή σε διεθνείς ειρηνευτικές επιχειρήσεις και σε πολυεθνικές μονάδες και, τέλος, (4) το περιφερειακό και διεθνές γεωστρατηγικό περιβάλλον χαρακτηρίζεται από ταχείες, συνεχείς και δυσκόλως προβλέψιμες μεταβολές, ο μηχανισμός εθνικής άμυνας, με ευθύνες κυρίως –αν και όχι μόνο- των πολιτικών ηγεσιών, που χαρακτηρίζεται από αδυναμία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και έντονο φόβο για το πολιτικό κόστος, δυσκολεύεται να υλοποιήσει τις απαραίτητες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις.

Ασφαλώς υπάρχουν παθογένειες στον χώρο της εθνικής άμυνας, αλλά υπάρχουν και συγκεκριμένα αίτια: (1) το έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας, καθώς κάποιοι πολιτικοί προϊστάμενοι του υπουργείου Εθνικής Άμυνας αξιοποίησαν την υπουργική θητεία τους για  κομματικό ή προσωπικό πλουτισμό ή για την εξυπηρέτηση των ψηφοφόρων τους και αδιαφόρησαν για τη χάραξη αμυντικής πολιτικής και την αποτελεσματική λειτουργία των Ε.Δ. (2) Ο κομματισμός και η μετριοκρατία, που καλλιεργήθηκαν συστηματικά από τα δύο κόμματα εξουσίας, τοποθετώντας σε θέσεις-κλειδιά ακατάλληλα στελέχη και αποθαρρύνοντας ή απομακρύνοντας πολλούς άξιους αξιωματικούς. Βεβαίως και υπάρχει εδώ και χρόνια σοβαρό ζήτημα διαφθοράς, σπατάλης, ανορθολογικής οργάνωσης και αναποτελεσματικής αξιοποίησης πόρων. Και παρατηρούνται πληθωρισμός στρατοπέδων, μονάδων και ανωτάτων αξιωματικών, μειωμένη διακλαδικότητα και σπατάλη πόρων σε όμοιες υπηρεσίες των τριών κλάδων, χωρίς δυνατότητα εκμετάλλευσης των οικονομιών κλίμακας.

Ο γράφων είναι οπαδός της ρήσης του Κλεμανσώ ότι ο πόλεμος είναι εξαιρετικά σημαντική υπόθεση για να αφεθεί αποκλειστικά στους στρατηγούς. Από την άλλη, ως λαός είμαστε επιρρεπείς σε συμπεριφορές τύπου «Δεξιώτερα Κουροπάτκιν». Άρα, το στρατηγικό πλαίσιο πρέπει να διαμορφώνεται από την πολιτική ηγεσία, και εδώ τεχνοκράτες με συγκεκριμένες γνώσεις και εμπειρία δικαιούνται να έχουν άποψη, αλλά η οργάνωση των ΕΔ και λοιπά αμιγώς επιχειρησιακά ζητήματα πρέπει να ανατεθούν στα κατάλληλα στελέχη των ΕΔ. Σε αυτήν την λογική, θα αποτολμήσω τρεις προτάσεις:

(1) Ο εξορθολογισμός επιβάλλεται να συνεχιστεί, με διορθωτικές κινήσεις όπου κριθεί απαραίτητο, π.χ. περαιτέρω μείωση του αριθμού ανωτάτων αξιωματικών (ιδιαίτερα στον Στρατό Ξηράς), μετακίνηση στελεχών από τα Επιτελεία και τις υπηρεσίες του Λεκανοπεδίου προς μάχιμες μονάδες, αλλά ταυτόχρονα και αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος και, ενδεχομένως, μείωση της συχνότητας μεταθέσεων στον Στρατό Ξηράς.

(2) Το σημαντικώτερο πλεονέκτημα της χώρας μας είναι το έμψυχο δυναμικό. Η βέλτιστη αξιοποίηση αυτού του κρίσιμου πολλαπλασιαστή ισχύος απαιτεί τομές στον τομέα της εκπαίδευσης και επιμόρφωσης στελεχών, συνεκπαίδευση με τους καλύτερους (εκτός συνόρων), αλλά και πρόνοιες για την άμβλυνση οικονομικών προβλημάτων στο μέτρο του δυνατού.

(3) Χώρες με μάλλον αξιόλογη στρατιωτική ικανότητα και οργάνωση (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρεταννία, Γαλλία, οσονούπω και η ΕΕ) υλοποιούν διαδικασίες αμυντικής αναθεώρησης σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Έχει καθυστερήσει μια ουσιαστική συζήτηση των ζητημάτων εθνικής άμυνας, με κεντρικό στόχο την διατήρηση της αποτρεπτικής ικανότητας.

Η σχετικά πρόσφατα εγκριθείσα από το ΚΥΣΕΑ νέα δομή δυνάμεων, αποτελεί ένα πρώτο βήμα σε μια διαδικασία μείωσης της σπατάλης πόρων, διαδικασία που θα πρέπει να συνεχιστεί αν θέλουμε να έχουμε ισχυρές Ε.Δ. με ανεκτό οικονομικό κόστος. Η νέα δομή αποτελεί μια προσπάθεια εξορθολογισμού και κωδικοποιεί ορισμένες αυτονόητες παραδοχές, π.χ. ότι σε περίπτωση που κάποιος δεν το έχει προσέξει, ο εμφύλιος τελείωσε και άρα δεν χρειαζόμαστε στρατόπεδα στην Πελοπόννησο (πλην ενός συγκεκριμένου νομού που προφανώς εξαιρείται!) και σε ολόκληρη την νοτιώτερη Ελλάδα. Επίσης, ότι δεν υφίσταται στρατιωτικής φύσης απειλή από την Αλβανία, την ΠΓΔΜ και την Βουλγαρία, και άρα οι σχετικές μονάδες μπορούν να μετακινηθούν προς την Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου. Αλλά και ότι, εκτός αν κανείς έχει καταφέρει να κατασκευάσει το «αεικίνητο», οφείλουμε να επιδιώξουμε οικονομίες κλίμακας μέσω της συγχώνευσης ομοειδών μονάδων και υπηρεσιών ή της κατάργησης όσων δεν προσφέρουν πλέον χρήσιμο έργο. Ασφαλώς η προτεινόμενη νέα δομή δεν διεκδικεί το αλάθητο, και οπωσδήποτε οι αλλαγές δεν είναι αρκετές. Άλλωστε, συχνά, η θεωρία απέχει από την πράξη και μόνον η υλοποίηση θα δείξει τις όποιες αδυναμίες του νέου συστήματος.

Εδώ η καλόπιστη και τεκμηριωμένη κριτική μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Για παράδειγμα, με την νέα δομή, επιδιώκεται η ενίσχυση της ικανότητας ταχείας αντίδρασης, με την δημιουργία Διακλαδικής Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων, θεωρώντας ότι η σημαντικώτερη προτεραιότητα είναι η αντιμετώπιση επεισοδίου στο Αιγαίο. Ορθά, κατά την άποψή μου, αλλά κάποιοι θα ισχυριστούν ότι θα πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή όσον αφορά και στην διατήρηση της ικανότητας κινητοποίησης εφεδρειών.

Θα αναφέρουμε το προφανές: για μια χώρα που βρίσκεται σε μια «δύσκολη γειτονιά», οι Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούν ένα από τα βασικώτερα «εργαλεία» αντιμετώπισης απειλών και διαχείρισης κρίσεων. Για την εξασφάλιση, ωστόσο, του βέλτιστου αποτελέσματος, επιβάλλεται η μελέτη των πολιτικών και τεχνολογικών τάσεων και εξελίξεων και η ευρεία αναδιάρθρωση των οργανωτικών και επιχειρησιακών δομών για την ταχύτερη δυνατή προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες. Ιδού ένας (απολύτως ενδεικτικός) “τηλεγραφικός” δωδεκάλογος προτεινόμενων αλλαγών:

1. Αναδιάρθρωση του μηχανισμού εθνικής ασφάλειας, με προτεραιότητα στην αντιμετώπιση των θεσμικών αδυναμιών σε θέματα στρατηγικού σχεδιασμού και χειρισμού κρίσεων. Αλλαγή νοοτροπίας και κατάργηση τεχνητών διαχωριστικών γραμμών και στεγανών μεταξύ υπηρεσιών και φορέων, που μειώνουν την αποτελεσματικότητα του ευρύτερου μηχανισμού ασφαλείας.

2. Ψύχραιμη και ρεαλιστική εκτίμηση απειλής και ανάλογο σχεδιασμό δυνάμεων, με στόχο την διατήρηση της αποτρεπτικής ικανότητας (αύξηση κόστους για τον αντίπαλο) χωρίς την καταστροφή της ελληνικής οικονομίας.

3. Αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, επιχειρησιακών δογμάτων και τρόπων οργάνωσης. Απαιτείται το κατάλληλο οργανωτικό περιβάλλον, που να ενθαρρύνει συζητήσεις σχετικά με το μέλλον των Ενόπλων Δυνάμεων και να επιτρέπει τον πειραματισμό με νέες ιδέες, ακόμη και αυτές που αμφισβητούν τις υπάρχουσες βασικές αρχές λειτουργίας.

4. Κλείσιμο μη-απαραίτητων μονάδων και στρατοπέδων για εξοικονόμηση προσωπικού και πόρων.

5. Αλλαγή συστήματος στράτευσης, έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των κάθε κατηγορίας φυγόστρατων και να διατηρηθεί η επάνδρωση των μονάδων σε ικανοποιητικά επίπεδα. Εξέταση ενδεχόμενης στράτευσης μεταναστών που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και έχουν την ελληνική υπηκοότητα.

6. Ουσιαστική αναβάθμιση της εκπαίδευσης. Η διακλαδικότητα –σημαντικό πρόβλημα– πρέπει να ξεκινά από τις Παραγωγικές Σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίες ούτως ή άλλως χρήζουν άμεσης βελτίωσης, με στόχο την δημιουργία μιας «κρίσιμης μάζας» στελεχών με σύγχρονες αντιλήψεις.

7.  Όχι πλέον έμφαση αποκλειστικά στις «πλατφόρμες», αλλά στα έξυπνα όπλα και τους πολλαπλασιαστές ισχύος.

8. Καλύτερη συνεργασία και υποστήριξη προς τις ελληνικές κρατικές και ιδιωτικές εταιρίες αμυντικού υλικού, υψηλότερες δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη, με την συμμετοχή και συνεργασία ελληνικών πανεπιστημίων και κέντρων ερευνών, ενεργός συμμετοχή σε διεθνείς κοινοπραξίες, με στόχο την αποκομιδή πολιτικών, τεχνολογικών και οικονομικών οφελών.

9. Μεγαλύτερη έμφαση στον τομέα της συλλογής και ανάλυσης στρατηγικών και τακτικών πληροφοριών.

10. Ενίσχυση των εθνικών δυνατοτήτων στον τομέα της πληροφορικής και αντιμετώπισης κυβερνοπολέμου.

11. Ενίσχυση διεθνών συμμαχιών και ερεισμάτων. Αξιοποίηση γεωστρατηγικής θέσης της χώρας για την δωρεάν παραχώρηση οπλικών συστημάτων, για την κάλυψη –αναγκαστικά, λόγω έλλειψης πόρων– των αναγκών των Ενόπλων Δυνάμεων.  Εκμετάλλευση όποιων ευκαιριών υπάρχουν για συνεργασίες σε θέματα εκπαίδευσης ή μεταφοράς τεχνογνωσίας με χώρες όπως το Ισραήλ. Αποτελεσματικώτερη  αξιοποίηση π.χ. του Κέντρου Εκπαίδευσης Πολυεθνικών Επιχειρήσεων (Κιλκίς) και του Maritime Interdiction Operational Training Centre στην Σούδα.

12. Όλα αυτά, βεβαίως, ελάχιστη αξία θα έχουν χωρίς απολύτως αξιοκρατική αξιοποίηση των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων. Τα ικανά στελέχη υπάρχουν στις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων. Με βάση την αξιοκρατική επιλογή, ας τους δοθεί η δυνατότητα να κάνουν την δουλειά τους.

Ασφαλώς λεπτομερέστερη αναφορά πρέπει να γίνει και στο ζήτημα της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Μετά το 1974, ξεκίνησε μια φιλόδοξη προσπάθεια απόκτησης μιας εθνικής βιομηχανικής ικανότητας για την παραγωγή αμυντικού υλικού. Η προσπάθεια αυτή δεν ήταν δυστυχώς επιτυχημένη, για μια σειρά από λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναλυθούν. Δεν έφθανε, όμως, που η κοντόφθαλμη, αλλοπρόσαλλη κυβερνητική πολιτική οδήγησε σε μαρασμό και χρεωκοπία τις κρατικές βιομηχανίες, έπληξε και τον ιδιωτικό τομέα, αντιμετωπίζοντάς τον συχνά ως αντίπαλο και όχι ως συνεργάτη. Οι απωλεσθείσες ευκαιρίες, ιδέες και πατέντες που κατέληξαν στα χέρια ξένων εταιριών, για να μεταπωληθούν στην συνέχεια πανάκριβα στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΕΕΔ), είναι δυστυχώς πολλές. Οι δε προσπάθειες σύνδεσης της αμυντικής βιομηχανίας με τον χώρο του πανεπιστημίου και της έρευνας αποτελούν μια άλλη θλιβερή ιστορία. Θλιβερή είναι και η κατάσταση στην ναυπηγική βιομηχανία, όπου μια χώρα με την ναυτική παράδοση, την εμπειρία και τους ικανότατους επιστήμονες και αξιωματικούς της Ελλάδας κατέληξε με μια περιορισμένων δυνατοτήτων και χρεωκοπημένη ναυπηγική βιομηχανία.

Στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τα σοβαρά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και οι ανάγκες της εθνικής άμυνας, επιβάλλουν στρατηγικές επιλογές και επώδυνες αποφάσεις, με στόχο την διασφάλιση της βιωσιμότητας της (κρατικοδίαιτης) ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Προφανώς, η μόνη βιώσιμη επιλογή για την επιβίωση τμήματος έστω της αμυντικής βιομηχανίας μιας μεσαίας χώρας, με μικρή εγχώρια αγορά και σχετικά περιορισμένη τεχνολογική εξέλιξη, είναι η συμμετοχή σε πολυεθνικά προγράμματα –με την στήριξη ξένου στρατηγικού επενδυτή– και είναι αναγκαία η άμεση λήψη αποφάσεων αναφορικά με πιθανές διεθνείς συνεργασίες, με την συμμετοχή και συνεργασία ελληνικών πανεπιστημίων και κέντρων ερευνών. Έχουμε ήδη αργήσει πολύ, αλλά, εφ΄όσον κινηθούμε έξυπνα, ίσως να υπάρχουν ακόμη πιθανές επιλογές. Αλλά οι ρεαλιστικές ελπίδες για –έστω και μικρής κλίμακας– εξαγωγές και τεχνολογικά οφέλη για τις ΕΕΔ βρίσκονται αποκλειστικά, με την εξαίρεση της ΕΑΒ, στις διάφορες εταιρίες του ιδιωτικού τομέα, που σε αρκετές περιπτώσεις παράγουν τεχνολογίες αιχμής.

Εξ άλλου, ουδείς μπορεί να είναι ικανοποιημένος με το υψηλό επίπεδο αμυντικών δαπανών, ακόμη και αν η ελληνική οικονομία δεν ήταν στην «εντατική». Οφείλουμε να αναζητήσουμε τρόπους μείωσής τους. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να διερευνήσουμε διπλωματικές μεθόδους επίλυσης των ελληνο-τουρκικών διαφορών, ή τουλάχιστον μείωσης της έντασης μέσω προσεκτικά επιλεγμένων Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, ενίσχυσης των διμερών οικονομικών σχέσεων, αναζήτησης περιφερειακού ρόλου και οικοδόμησης συμμαχιών, αλλά για το ορατό μέλλον η αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα παραμένει απαραίτητη. Βεβαίως, οι αμυντικές δαπάνες είναι μη-παραγωγικές, με την αυστηρά οικονομική έννοια, αλλά χωρίς ασφάλεια δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ευημερία και ανάπτυξη. Στο δίλημμα «κανόνια ή βούτυρο», η σωστή απάντηση για την Ελλάδα είναι ότι –δυστυχώς– θα πρέπει να διαθέτουμε τον απαραίτητο αριθμό κανονιών για να είμαστε σε θέση να παράγουμε επαρκές βούτυρο.

Εν κατακλείδι: επειδή οι λόγοι διατήρησης ισχυρών Ε.Δ. δυστυχώς δεν έχουν ακόμη εκλείψει, είναι σαφής η ανάγκη υιοθέτησης ενός νέου αμυντικού δόγματος, που θα λαμβάνει υπ’ όψιν το νέο παγκόσμιο και περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας, τις νέες τεχνολογίες,  οργανωτικές δομές και μοντέλα εκπαίδευσης. Στόχο αποτελεί η μέγιστη δυνατή αξιοποίηση των διατιθέμενων πόρων και η διατήρηση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας, στοιχείο που θα βελτιώσει και την διαπραγματευτική μας ισχύ και τον περιφερειακό μας ρόλο. Αυτό το νέο δόγμα μπορεί να προκύψει μόνον από μια ουσιαστική αναθεώρηση της αμυντικής πολιτικής της χώρας.

Οι οριζόντιες περικοπές, αλλά και η παραμέληση του χώρου της εθνικής άμυνας για πολλά χρόνια από διαδοχικές πολιτικές ηγεσίες, έχουν προκαλέσει σοβαρά προβλήματα. Επείγει να βρούμε τρόπους παραγωγής ισοδύναμου αποτρεπτικού αποτελέσματος με χαμηλότερο οικονομικό κόστος, μέσω βέλτιστης αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού (που θα πρέπει να παράξει καινοτόμες, χαμηλού κόστους ιδέες αύξησης της ελληνικής αποτρεπτικής ικανότητας) και χρήσης πολλαπλασιαστών ισχύος. Με προτάσεις τεκμηριωμένες και θαρραλέες, προερχόμενες από τους άριστους στον χώρο των ΕΔ, με πλήρη αδιαφορία για το καταραμένο «πολιτικό κόστος».

 

    Print       Email

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →