Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στα κράτη της Υπερκαυκασίας

By   /   Νοέμβριος 6, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στα κράτη της Υπερκαυκασίας

    Print       Email

JHG

♦ του Νικολάου Ματθαίου Σαντή                                                    

οικονομολόγου, M.A. Development Economics

Στην ελληνική Μυθολογία, η Αργοναυτική εκστρατεία ήταν το ταξίδι του Ιάσονα και των συντρόφων του από την Ιωλκό στην Κολχίδα προκειμένου να πάρουν το χρυσόμαλλο δέρας. Η εκστρατεία αυτή στα παράλια της σημερινής Γεωργίας, κατά κάποιους εκφράζει αλληγορικά τη δεύτερη ιστορικά μεγάλη αποίκηση των Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο. Άλλοι θεωρούν ότι δηλώνει τη μεταφορά της τεχνογνωσίας εξόρυξης χρυσού από την Κολχίδα στην Ελλάδα και την αντίστροφη μεταλαμπάδευση πολιτισμού και τεχνικών από τον ελλαδικό χώρο. Όποια και αν είναι η πραγματική ανάλυση του μύθου, γεγονός είναι ότι το αρχαίο βασίλειο της Κολχίδος είχε συνεχείς εμπορικές επαφές με τον ελληνικό κόσμο και υπήρξε κοιτίδα πολιτισμού για την ευρύτερη περιοχή της Γεωργίας και της Υπερκαυκασίας.

Κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών, τα κράτη της περιοχής του Καυκάσου είχαν να αντιμετωπίσουν ποικίλες προκλήσεις. Ενώ η οικονομία της Αρμενίας επλήγη βαρύτατα λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, το Αζερμπαϊτζάν όχι μόνον απορρόφησε το οικονομικό σοκ αλλά εξήλθε αλώβητο, πραγματοποιώντας μεγάλες επενδύσεις στο εξωτερικό. Η Γεωργία, από την άλλη, εξακολουθεί να αιμορραγεί μετά τον πόλεμο με την Ρωσσία, προσπαθώντας να διαμορφώσει τις κατάλληλες πολιτικές ισορροπίες μετά την αλλαγή της κυβέρνησης Σαακασβίλι. Στο πλαίσιο αυτό, θα αναλύσουμε τις πρόσφατες οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις σε κάθε χώρα του Νοτίου Καυκάσου.

Γεωργία: επουλώνοντας τις πληγές του πολέμου και της κρίσης

Μετά την Επανάσταση των Ρόδων (2003), η κυβέρνηση Σαακασβίλι επέλεξε να συνδεθεί με την Δύση, προωθώντας νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και ενισχύοντας τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς. Αυτό οδήγησε σε ταχεία οικονομική ανάπτυξη, η οποία, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν βιώσιμη.

Το 2008 ήταν μάλλον μια εφιαλτική χρονιά για την οικονομία της Γεωργίας. Ο Πόλεμος του Αυγούστου, σε συνδυασμό με την παγκόσμια οικονομική κρίση, οδήγησαν σε δραστική μείωση των αναγκαίων Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Το 2009, το γεωργιανό ΑΕΠ μειώθηκε κατά 3,9%. Ισχυρός εξωτερικός δανεισμός και δημόσιες δαπάνες το επόμενο έτος, οδήγησαν σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 4%.

Η αύξηση των δαπανών, όμως, είχε αρνητική επίδραση στον εθνικό προϋπολογισμό, δημιουργώντας σημαντικό έλλειμμα (9,2% του ΑΕΠ το 2009). Η εισαγωγή νέων φόρων και η εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης στην συνέχεια, μείωσαν το έλλειμμα (3% το 2012) καθώς και το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης (από 34,6% του ΑΕΠ το 2009 σε 32,5% το 2011). Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώθηκε επίσης, από 21,9% του ΑΕΠ το 2008, σε 10,2% το 2010, για να αυξηθεί στην συνέχεια σε 12,7% το 2011.

Δεδομένου ότι η Γεωργία δεν διαθέτει σημαντικούς φυσικούς πόρους, ενώ τα δάνεια ή τα εμβάσματα δεν μπορούν να αποτελέσουν την βάση μιας βιώσιμης οικονομίας, η προσέλκυση ΑΞΕ ήταν και παραμένει η πιο σημαντική πρόκληση για την γεωργιανή οικονομία. Έως σήμερα, οι ΑΞΕ δεν έχουν φτάσει τα προπολεμικά επίπεδα (1,1 δις δολάρια λιγώτερες το 2012 συγκριτικά με το 2007). Επιπροσθέτως, η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να διοχετεύσει αποτελεσματικά τις ξένες επενδύσεις προς την κατεύθυνση της δημιουργίας θέσεων εργασίας. Το 2012 η επίσημη ανεργία ήταν στο 15% (ανεπίσημα στο 34%), 1,7% πάνω από ότι το 2007. Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι το 2014, η οικονομία της Γεωργίας αναπτύχθηκε κατά 4,7%, παρόμοιο αποτέλεσμα θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί άμεσα. Τα μεταναστευτικά εμβάσματα μειώνονται, όπως μειωμένες εμφανίζονται οι εξαγωγές, κυρίως λόγω της ισχυρής ύφεσης στην Ουκρανία, και δευτερευόντως λόγω των μειωμένων εξαγωγών προς την Ρωσσία, ως αποτέλεσμα της υποτίμησης του ρουβλίου.

Επιπλέον, παρά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, το συγκριτικά χαμηλό επίπεδο διαφθοράς και το φιλικό περιβάλλον προς τις επιχειρήσεις που καθιστούν την Γεωργία ελκυστική για τους ξένους επενδυτές, η τεταμένη πολιτική κατάσταση, μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2012 και τις δύο ανεπίλυτες εδαφικές διενέξεις, δημιουργεί αβεβαιότητα σχετικά με τις προοπτικές οικονομικής σταθερότητας στην χώρα. Υπό το πρίσμα των οικονομικών δυσκολιών, η εσωτερική πολιτική πάλη, που συνδέεται με τις προσπάθειες της αντιπολίτευσης του UNM (Σαακασβίλι) για να επιστρέψει στην εξουσία, μπορεί να αυξηθεί. Η προσφυγή στις κάλπες πριν το 2016 δεν μπορεί να αποκλειστεί. Σε αυτές τις πρόωρες εκλογές, είναι πιθανή η απώλεια σημαντικού μεριδίου εδρών στο κοινοβούλιο τόσο για την κυβέρνηση του «Γεωργιανού Ονείρου» όσο και για το UNM, υπέρ άλλων, λιγώτερο δυτικόφιλων δυνάμεων. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να καταστρέψει το μονοπώλιο των «Δυτικών-Ατλαντικιστών» στην πολιτική κατεύθυνση της Γεωργίας.

Τέλος, ενδέχεται κάποιες αμερικανικές ελίτ, που ενδιαφέρονται για την επιδείνωση της αντιπαράθεσης με την Μόσχα, να επιδιώξουν να μετατρέψουν την Γεωργία σε μια ακόμη εστία αντιπαράθεσης. Ωστόσο, καθώς οι επίσημες ΗΠΑ δεν φαίνονται διατεθειμένες να παράσχουν στην Τιφλίδα αποτελεσματική στήριξη, η τελευταία θα προτιμούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση με τη Μόσχα.

Αρμενία: μια οικονομία εμβασμάτων και χρεών

Μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση (2008), η Αρμενία υπέστη μια από τις πιο σοβαρές οικονομικές κρίσεις στον κόσμο. Το 2009 ήταν μακράν η χειρότερη χρονιά για την χώρα την τελευταία δεκαετία, καθώς σημαδεύτηκε από την ξαφνική πτώση του ΑΕΠ κατά 14%. Η απότομη συρρίκνωση συνοδεύθηκε από μείωση των εμβασμάτων, που αποτελούν δυσανάλογα σημαντικό μέρος της αρμενικής οικονομίας. Σε αντίθεση με την Γεωργία, στην Αρμενία η ροή των ξένων επενδύσεων ήταν πολύ μικρή και ως επί το πλείστον προέρχονταν από την Ρωσσία.

Τα εμβάσματα διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία της χώρας, καθώς αποτελούν περίπου το 14% του ΑΕΠ της. Δεδομένου ότι προέρχονται κυρίως από Αρμένιους που εργάζονται στην Ρωσσία, οι επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στην Αρμενία ενισχύθηκαν από την ρωσσική οικονομική ύφεση. Αν και δύο φορές υψηλότερα των ΑΞΕ και τέσσερις φορές το μέγεθος των εσόδων της κυβέρνησης, τα εμβάσματα υποχώρησαν κατά 28% το 2009.

Παρ’όλο που η Αρμενία είναι σε μεγάλο βαθμό γεωγραφικά και πολιτικά απομονωμένη, είναι μια ανοικτή οικονομία. Ωστόσο, όπως τα παραδείγματα της Γεωργίας και των Βαλτικών Χωρών δείχνουν, οι μικρές ανοικτές οικονομίες είναι πιο επιρρεπείς στις διακυμάνσεις των οικονομικών κύκλων. Καθώς οι εξαγωγές της χώρας βασίζονται κυρίως σε βασικά εμπορεύματα (μέταλλα και ιχνοστοιχεία), η μείωση των τιμών τους και της ζήτησης προκάλεσε επιπλέον κύματα σοκ στην αρμενική οικονομία. Το εμπορικό έλλειμμα έφθασε το 15,8% του ΑΕΠ το 2009, παραμένοντας στο 11,1% το 2012. Αυτό, σε συνδυασμό με την κατάρρευση των εμβασμάτων και των ΑΞΕ, καθώς και προβλήματα στον τομέα των ακινήτων, οδήγησαν σε ραγδαία οικονομική πτώση.

Αιφνιδιασμένη από την κρίση, η κυβέρνηση της χώρας αύξησε δραστικά τις δημόσιες δαπάνες, καταφεύγοντας σε εκτενή δανεισμό. Το 2009,το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας ανήλθε σε 7,7% του ΑΕΠ. Παρ’ όλα αυτά, το πακέτο των δημοσίων δαπανών δεν έφερε αποτέλεσμα και η Αρμενία στράφηκε προς την δημοσιονομική εξυγίανση. Η αύξηση των εσόδων του προϋπολογισμού και η μείωση των δημοσίων δαπανών ήταν εν μέρει επιτυχημένη, καθώς το έλλειμμα συρρικνώθηκε σε 1,5% του ΑΕΠ το 2012.

Την ίδια στιγμή, οι αρνητικές επιπτώσεις της δημοσιονομικής χαλάρωσης έγιναν ιδιαιτέρως αντιληπτές, καθώς το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε από 16% του ΑΕΠ το 2007 σε 45% το 2012. Η στρατηγική του εκτεταμένου δανεισμού και των δημοσίων δαπανών με σκοπό την τόνωση της φθίνουσας οικονομίας, ώθησε τα επιτόκια δραστικά υψηλότερα, κλείνοντας τις πόρτες των διεθνών δανειστών. Το ίδιο το προφίλ του χρέους της Αρμενίας αποτελεί τμήμα του προβλήματος, καθώς σχεδόν το 90% είναι σε ξένο νόμισμα. Τυχόν υποτίμηση του νομίσματος της χώρας (ντραμ) θα οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της αναλογίας του χρέους προς το ΑΕΠ. Συνεπώς, η Αρμενία έχει σήμερα πολύ περιορισμένες επιλογές για την αντιμετώπιση μελλοντικών οικονομικών υφέσεων.

Σε μεγάλο βαθμό, τα αίτια της οικονομικής δυσπραγίας της χώρας είναι περισσότερο πολιτικά παρά οικονομικά. Ως ηπειρωτική χώρα με δύο κλειστά σύνορα (Τουρκία, Αζερμπαϊτζάν), η Αρμενία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις διακυμάνσεις της ρωσσικής οικονομίας. Μια ανοικτή οικονομία χρειάζεται ανοιχτά σύνορα, όχι απομόνωση. Αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, οι γείτονες της Αρμενίας (ιδίως το Αζερμπαϊτζάν) θα μπορούσαν να δημιουργήσουν περισσότερο σταθερά θεμέλια για την οικονομία της χώρας, μέσω ΑΞΕ, υπηρεσιών διαμετακόμισης και της ροής εμπορευμάτων.

Αυτό το πρόβλημα της οικονομικής απομόνωσης προσπαθεί να καλύψει η προσχώρηση της χώρας στην Ευρασιατική Οικονομική Ένωση (EEU) το 2014, η οποία θα καθορίσει τις τάσεις ανάπτυξης της Αρμενίας στο μέλλον. Η ιδιότητα του μέλους της ένωσης θα απαλύνει τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Από την μία πλευρά, η Αρμενία θα εξασφαλίσει ευνοϊκές ρυθμίσεις για την εξαγωγή εμπορευμάτων προς την Ρωσσία, το Καζακστάν και την Λευκορωσία, καθώς και ρωσσικό φυσικό αέριο σε χαμηλή τιμή. Χάρις στην ενσωμάτωση, τα έσοδά της από δασμούς θα αυξηθούν. Από την άλλη πλευρά, η Ρωσσία θα αναλάβει ένα μέρος της πολιτικής ευθύνης για την κατάσταση της αρμενικής οικονομίας, καθώς τα προβλήματά της θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αποτυχίες ενός πολιτικά σημνατικού έργου ολοκλήρωσης. Αυτό παρέχει κάποια εξασφάλιση σε περίπτωση απότομης επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης στην χώρα. Όχι τυχαία, η συντριπτική πλειονότητα της πολιτικής ελίτ της Αρμενίας στηρίζει την ένταξη της στην EEU και την διατήρηση μιας στενής ένωσης με την Ρωσσία.

Αζερμπαϊτζάν: το θαύμα των πετροδολλαρίων και οι κίνδυνοι

Σε αντίθεση με τους γείτονές του, οι επιπτώσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στο Αζερμπαϊτζάν ήταν μάλλον περιορισμένες. Η χώρα δεν βίωσε απότομη πτώση του ΑΕΠ και το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού συνέχισε να βελτιώνεται σημαντικά. Κατά την διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, το Αζερμπαϊτζάν διατήρησε μια εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη σχεδόν 14% του ΑΕΠ ετησίως κατά μέσο όρο. Το 2008 το ΑΕΠ της χώρας ήταν ήδη τριάντα φορές μεγαλύτερο από εκείνο του 1994.

Η οικονομική ανάπτυξη του Αζερμπαϊτζάν οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα τεράστια αποθέματα υδρογονανθράκων και την συνετή στρατηγική διαχείρισης των πετροδολλαρίων που αποφέρει. Κύριος παράγων της μεταμόρφωσης της χώρας ήταν μια συμφωνία, που υπεγράφη το 1994, με μια κοινοπραξία δεκατριών δυτικών εταιρειών πετρελαίου και άνοιξε τα αποθέματα πετρελαίου του Αζερμπαϊτζάν στον κόσμο. Η εισροή σκληρού νομίσματος στην οικονομία αυξήθηκε σημαντικά μετά την ολοκλήρωση των αγωγών πετρελαίου (Μπακού-Τσεϊχάν) και φυσικού αερίου (Μπακού – Ερζερούμ) μέσω της Γεωργίας, το 2005 και το 2007 αντίστοιχα.

Τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου δημιούργησαν ένα πλεόνασμα, στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, της τάξης του 22,4% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, την περίοδο 2005-2012. Το εξωτερικό δημόσιο χρέος του Αζερμπαϊτζάν, καίτοι αυξημένο, αντιπροσώπευε μόλις το 10% του ΑΕΠ το 2012.

Όλα τα έσοδα των υδρογονανθράκων εισρέουν στην ειδικού σκοπού κρατική οργάνωση SOFAZ, η οποία ιδρύθηκε το 1999. Η SOFAZ χρησιμοποιείται ως ένα μακροοικονομικό εργαλείο, είτε για την διοχέτευση των ενεργειακών εσόδων σε δημόσιες δαπάνες είτε για την συσσώρευσή τους σε ένα αποθεματικό ταμείο. Οι δημόσιες δαπάνες, μέσω της SOFAZ, συνήθως κατευθύνονται προς τα μεγαλύτερα έργα υποδομής. Έτσι, η κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν προσπαθεί να τονώσει την οικονομία βελτιώνοντας τις υποδομές της χώρας. Ένα μέρος των κεφαλαίων χρησιμοποιείται επίσης για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των εσωτερικά εκτοπισμένων προσφύγων του, υπό αρμενική κατοχή, Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Επιπλέον, μαζί με την κρατική επιχείρηση πετρελαίου (SOCAR), η SOFAZ αποτελεί σημαντική πηγή ΑΞΕ στις γειτονικές χώρες. Το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα επέτρεψε στο Αζερμπαϊτζάν την συσσώρευση αποθεμάτων ξένου συναλλάγματος και ξένων περιουσιακών στοιχείων αξίας περίπου 65% του ΑΕΠ.

Όμως, παρά το γεγονός ότι το σοκ της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης απορροφήθηκε από τα πετρελαϊκά έσοδα, η μεγαλύτερη απειλή για την οικονομία του Αζερμπαϊτζάν εξακολουθεί να είναι η εξάρτησή της από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων. Οι προοπτικές μείωσης της παραγωγής πετρελαίου οδηγούν το Αζερμπαϊτζάν στην ενεργό ανάπτυξη και άλλων τομέων της οικονομίας. Αν και οι υδρογονάνθρακες αποτελούν το 90% των εξαγωγών, οι μη-ενεργειακοί τομείς αντιπροσωπεύουν ήδη το 52,7% του ΑΕΠ της χώρας. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον το Αζερμπαϊτζάν θα μπορέσει να πραγματοποιήσει μεταρρυθμίσεις που θα προσελκύσουν επενδύσεις σε αυτούς τους τομείς, στρέφοντας προς όφελός του την πρόσφατη πτώση των τιμών του πετρελαίου.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανταγωνιστικότητα του Αζερμπαϊτζάν βελτιώθηκε ραγδαία κατά τα τελευταία χρόνια. Στην έκθεση για την Παγκόσμια Ανταγωνιστικότητα (2013-2014), η χώρα κατατάσσεται 39η από 144 κράτη, όντας η πιο ανταγωνιστική οικονομία της περιοχής και της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών. Επιπλέον, η κυβέρνηση εργάζεται για να μετατρέψει την χώρα σε περιφερειακό κόμβο διαμετακόμισης και υπηρεσιών. Ο νέος σιδηρόδρομος Μπακού-Τιφλίδα-Καρς, για παράδειγμα, έχει προγραμματιστεί να συνδέει την Τουρκία, τον Νότιο Καύκασο και την Κεντρική Ασία με τον Ευρωπαϊκό Σιδηρόδρομο.

Παρ’ όλα αυτά, μια πτώση των τιμών του πετρελαίου θα επηρεάσει αισθητά την οικονομία του Αζερμπαϊτζάν. Η υποτίμηση του νομίσματος (μανάτ) θα κάνει τις εισαγωγές (24% του ΑΕΠ το 2013-2014) πιο ακριβές, κάτι το οποίο ενδέχεται να προκαλέσει κοινωνικές εντάσεις. Η κρίση, από την μία πλευρά, θα ενθαρρύνει την υποκατάσταση των εισαγωγών, ιδίως στον τομέα της γεωργίας και της βιομηχανίας τροφίμων, τομείς που δεν έχουν αναπτυχθεί αισθητά· από την άλλη, θα πλήξει τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο τομέα της οικονομίας της χώρας, τις κατασκευές. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αποδυναμώσει ομάδες της ελίτ οι οποίες ελέγχουν τις κατασκευές και το εξωτερικό εμπόριο.

Τέλος, οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Μπακού αυτό το έτος, θα μειώσουν την πιθανότητα μιας ανανεωμένης σύγκρουσης στο Καραμπάχ. Η ισορροπία δυνάμεων Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν, κατά τις δύο μεταπολεμικές δεκαετίες, σχεδόν αποκλείει την στρατιωτική δράση ευρείας κλίμακας, κυρίως επειδή θέτει υπό απειλή το πετρελαϊκό θαύμα του Αζερμπαϊτζάν. Ωστόσο, ο κίνδυνος ένοπλων επεισοδίων στην εμπόλεμη ζώνη παραμένει: λόγω της αύξησης των οικονομικών δυσκολιών, οι δύο πλευρές ίσως χρειαστούν μια βαλβίδα εκτόνωσης.    πινακας

 * * *

Η παγκόσμια οικονομική κρίση είχε διαφορετικό αντίκτυπο σε κάθε μία από τις τρεις χώρες. Ενώ η Γεωργία και η Αρμενία δανείστηκαν εκτενώς από τις διεθνείς αγορές για να καλύψουν το κενό στο έλλειμμα του προϋπολογισμού, το Αζερμπαϊτζάν ξεπέρασε την κρίση ανώδυνα, κυρίως μέσω των πετρελαϊκών εσόδων του. Πολιτικά, η Γεωργία συνεχίζει να συντάσσεται με την Δύση, αν και λιγώτερο ενεργητικά. Αντιθέτως, η Αρμενία σταδιακά μετακινήθηκε πιο κοντά στην Ρωσσία (άμεση συνέπεια της κατοχής των εδαφών του Αζερμπαϊτζάν), ενώ το Αζερμπαϊτζάν διατηρεί το καθεστώς ανεξαρτησίας του.

Μετά τον πόλεμο του Αυγούστου του 2008 και την παγκόσμια οικονομική κρίση, η Γεωργία αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες. Ως μια μικρή ανοικτή οικονομία, η Γεωργία εξακολουθεί να εξαρτάται έντονα από την προσέλκυση ΑΞΕ, κάτι που την ώθησε στην πραγματοποίηση περαιτέρω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την λήψη άμεσων μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης «ευρωπαϊκού στυλ». Ωστόσο, λόγω της πολιτικής αστάθειας, το επίπεδο των ΑΞΕ δεν έχει επιστρέψει στα προπολεμικά επίπεδα. Οι οικονομικές δυσκολίες εν μέρει αμβλύνονται από το γειτονικό Αζερμπαϊτζάν, που παρέχει φθηνό φυσικό αέριο και του οποίου η εθνική εταιρεία ενέργειας (SOCAR) ήταν ο μεγαλύτερος φορολογούμενος στην Γεωργία κατά την διάρκεια της κρίσης.

Η οικονομία της Αρμενίας επηρεάστηκε ως επί το πλείστον από την κρίση στην Ρωσσία. Το χαμηλότερο επίπεδο των εμβασμάτων και η παγκόσμια μείωση της ζήτησης εμπορευμάτων οδήγησαν σε μία οικονομική συρρίκνωση από τις χειρότερες στον κόσμο. Λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η Αρμενία δεν μπορούσε να στηριχθεί στα οικονομικά ωφέλη από τους πλούσιους ενεργειακούς πόρους του Αζερμπαϊτζάν, όπως στην περίπτωση της Γεωργίας. Η στρατηγική της αρμενικής κυβέρνησης να τονώσει την οικονομία με ξένες πιστώσεις δεν ήταν μόνον άκαρπη, αλλά δημιούργησε και ένα τεράστιο (για αναπτυσσόμενη οικονομία) δημόσιο χρέος. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση κατάφερε να μειώσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού, η οικονομική κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ασταθής, λόγω της απομόνωσης και της εξάρτησης της Αρμενίας από τα βασικά εμπορεύματα και τα εμβάσματα. γραφ

Σε σύγκριση με τους δύο Καυκάσιους γείτονές του, το Αζερμπαϊτζάν ξεχωρίζει σαν οικονομικό αστέρι. Η παγκόσμια οικονομική κρίση είχε περιορισμένες αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία του, κυρίως μέσω της μείωση της παγκόσμιας ζήτησης για αργό πετρέλαιο. Μέρος των εσόδων από το πετρέλαιο κατευθύνθηκε σε έργα υποδομής, ενώ, μέσω της συσσώρευσης τεράστιων συναλλαγματικών διαθεσίμων, το Αζερμπαϊτζάν έχει καταφέρει να ασφαλίσει την οικονομία της χώρας από πιθανές μελλοντικές κρίσεις στην ζήτηση πετρελαίου. Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για την κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν ήταν και παραμένουν η πρόληψη της υπερθέρμανσης της οικονομίας και η διοχέτευση των εσόδων από το πετρέλαιο στην δημιουργία ενός μοντέλου βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Τέλος, το Μπακού λαμβάνει σοβαρά υπ’ όψιν του τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις στην Τιφλίδα. Καθώς τα σύνορα με την Αρμενία παραμένουν κλειστά, η Γεωργία είναι πολύ σημαντική για τις εξαγωγές υδρογονανθράκων στην Τουρκία. Αν η Ρωσσία είναι σε θέση να ελέγξει το γεωργιανό πολιτικό κατεστημένο, αυτό μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ασφαλή διαμετακόμιση υδρογονανθράκων προς την Δύση. Από την άλλη, καθώς η Αρμενία δεν έχει κοινά σύνορα με άλλες χώρες της EEU, οι σχέσεις με την Γεωργία είναι ιδιαιτέρως σημαντικές για την διακίνηση προϊόντων από και προς την Ρωσσία. Είναι πιθανόν ότι οι δύο χώρες θα βρουν μηχανισμούς συνεργασίας που θα τους επιτρέψουν να απολαύσουν τα οφέλη της συμμετοχής σε δύο διαφορετικές ζώνες ελεύθερου εμπορίου: της Αρμενίας με την EEU, και της Γεωργίας με την ΕΕ.

    Print       Email

About the author

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →