Loading...
You are here:  Home  >  ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ  >  Current Article

Μια φωτογραφία που προκάλεσε  

By   /   Ιανουάριος 27, 2017  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Μια φωτογραφία που προκάλεσε  

    Print       Email

[27-1-2017]

του Ιπποκράτη Δασκαλάκη*

Λες και δεν μας έφταναν τα βάσανα με τους «μεχμέτηδες» στα ανατολικά μας σύνορα, μια φωτογραφία που κυκλοφόρησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήρθε να προκαλέσει ανησυχίες για τον κίνδυνο του αλβανικού εθνικισμού. Έλληνες νεοσύλλεκτοι στρατιώτες, αλβανικής καταγωγής όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, φωτογραφήθηκαν «πλέκοντας» με τα χέρια τους τον αλβανικό αετό, σύμβολο του αλβανικού αλυτρωτισμού και του περιβόητου «απελευθερωτικού στρατού του Κοσόβου (UCK).

Στερούμενος νομικών γνώσεων δεν θα εξετάσω τις νομικές διαστάσεις του θέματος και κατά πόσο η φωτογραφία αυτή αποτελεί ποινικό αδίκημα και ποίας βαρύτητας (πχ προσβολής εθνικών συμβόλων σε σχέση και με την ύπαρξη του ελληνικού εθνόσημου και στολής του Έλληνα στρατιώτη κλπ). Βέβαια από πειθαρχικής πλευράς, η κατοχή και χρήση κινητού τηλεφώνου με ενσωματωμένη κάμερα και η λήψη φωτογραφίας σε στρατιωτικούς χώρους είναι απαγορευμένες αλλά και παράλληλη μη εφαρμόσιμες, όπως και τόσες άλλες προβλέψεις του νομοθέτη. Θα προσπαθήσω όμως να εστιάσω στο ίδιο το γεγονός και τα αίτια του, τις επίσημες αντιδράσεις και τη γενικότερη στάση μας έναντι των γειτόνων μας στα Τίρανα.

Για ποιο λοιπόν λόγο 7 νεοσύλλεκτοι, κατά το κοινώς ισχύοντα αποκαλούμενοι (άνευ φυλετικών διακρίσεων) και «ψάρακες» προχώρησαν με τέτοια ελαφρότητα στην πράξη τους αυτή; Νεανική αφέλεια ή προσπάθεια ανάδειξης μιας εθνικής ταυτότητος που αισθάνονται ότι καταπιέζεται στα όρια του ελληνικού κράτους; Η απάντηση δεν είναι εύκολη και πρέπει να αποτελέσει σημείο επισταμένης έρευνας των αρχών (δικαστικών και αστυνομικών). Όχι τόσο για τη διαπόμπευση των υπόπτων όσο για μια σε βάθος κατανόηση της πράξεως και των κινήτρων της και την εξαγωγή συμπερασμάτων και την ανάληψη διορθωτικών ενεργειών σε όλα τα επίπεδα. Βέβαια, αυτή η προσέγγιση, έπρεπε να έχει ευρέως χρησιμοποιηθεί εξατομικευμένα και σε κάθε περίπτωση αιτήσεως απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας. Ευελπιστώ ότι η παραπάνω διαδικασία ήδη χρησιμοποιείται από τις αρμόδιες αρχές χωρίς βέβαια να χρειάζεται να διατυμπανίζεται. Ταυτόχρονα δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η δημογραφική γήρανση του γηγενούς πληθυσμού αποτελεί το μέγιστο εθνικό εφιάλτη και η ελεγχόμενη απονομή της ελληνικής ιθαγένειας συνιστά μια αναπόφευκτη πραγματικότητα.  

Ας λάβουμε υπόψη τώρα το χειρότερο σενάριο, ότι οι νεοσύλλεκτοι διακατέχονται από αισθήματα αλβανικού αλυτρωτισμού, ίσως και μίσους κατά της χώρας που τους προσέφερε την εθνικότητα της και ένα, κατά γενική ομολογία, καλύτερο επίπεδο διαβίωσης. Το ερώτημα είναι εάν τα αισθήματα αυτά θα μεταμορφωθούν στο μέλλον σε εχθρικές ενέργειες ή θα αμβλυνθούν μέσω μιας σταδιακής ενσωμάτωσης στον ελληνικό κοινωνικό ιστό. Έχει αποδειχθεί ότι πολίτες άλλων ευρωπαϊκών χωρών, απόγονοι μεταναστών, δεύτερης και τρίτης γενεάς, από ένα συνδυασμό λόγων, οδηγήθηκαν στον ισλαμικό εξτρεμισμό. Ειδικά η περίπτωση της Αλβανίας δημιουργεί επιπρόσθετες ανησυχίες καθώς εμφανίζεται μια σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση μερίδος μουσουλμάνων που σε συνδυασμό με τον υποβόσκοντα εθνικισμό και την ύπαρξη μη απασχολούμενων εμπειροπόλεμων μαχητών δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες πολλαπλών έκνομων ενεργειών. Είναι όμως δυνατόν, οι παραπάνω «πυρήνες» να οδηγήσουν σε αποσταθεροποίηση την Ελληνική Δημοκρατία προκαλώντας μια εκτεταμένη εσωτερική τρομοκρατία και εκμεταλλευόμενοι τζιχαντιστικές οργανώσεις και απελπισμένους λαθρομετανάστες; Όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά και η σωστή αντιμετώπιση πρέπει να βασίζεται σε προετοιμασία αντιμετώπισης του χειροτέρου πιθανού σεναρίου. Η προσωπική μου εκτίμηση θεωρεί ως μη πιθανή, μιας ευρείας κλίμακος, εκδήλωση του αλβανικού αλυτρωτισμού με δυναμικές ενέργειες στο εσωτερικό της χώρας μας. Για το δε επίσημο αλβανικό κράτος προέχει η εκρίζωση της ελληνικής μειονότητας με δόλιες και ανεπίτρεπτες μεθοδεύσεις εκμεταλλευόμενη τις συχνές παλινωδίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και διαιρέσεις της διασποράς.

Πως λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίσουμε ανάλογα φαινόμενα; Μάλλον η υπερβολική ανάδειξη του θέματος δεν είναι αποτελεσματική, ιδιαιτέρως αν συνοδεύεται από περιστασιακές εξάρσεις που αυτόματα συνδέονται με μικροκομματικές σκοπιμότητες (με  χαρά πληροφορούμαι ότι οι συγγενείς των εμπλεκομένων, κοινωνοί της ελληνικής πραγματικότητας, έχουν αρχίσει ήδη να απευθύνονται σε κομματικά όργανα για μια ευνοϊκή αντιμετώπιση του θέματος). Δυστυχώς ανάλογες φωτογραφίες είχαν αναρτηθεί και στο παρελθόν –χωρίς λανθασμένα να προκαλέσουν αντιδράσεις- ενώ ελπίζουμε ότι παρήλθαν ανεπιστρεπτεί οι εποχές που «ελληνοποιηθέντες» ομογενείς σχημάτιζαν τα δικά τους «γκέτο» σε κέντρα εκπαιδεύσεως. Όλες οι προβλεπόμενες διατάξεις από το Στρατιωτικό ποινικό Κώδικα πρέπει να ακολουθηθούν κατά γράμμα με σεβασμό στην ηλικία και προσωπικότητα των εμπλεκομένων. Το ελληνικό θεσμικό κράτος είναι πανίσχυρο και μπορεί να επιβάλλει και καταδείξει τα όρια των ανοχών του μέσω της εφαρμογής της νομοθεσίας χωρίς να απαιτείται η εκτόξευση πολιτικών μηνυμάτων ή ακόμη και η επιβολή εξοντωτικών ποινών μη συμβατών με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Απλά χρειάζεται συνέχεια, συνέπεια, νομιμότητα των ενεργειών μας και να προσθέσω μάλιστα και μετριοπάθεια που απορρέει από την αίσθηση της ελληνικής συνολικής ισχύος και διατήρηση κατά νουν της βασικής στόχευσης μας , δηλαδή της μακροπρόθεσμης ομαλής και επιτυχούς ενσωμάτωσης αυτών των ανθρώπων.

Οι συγκεκριμένοι νεοσύλλεκτοι δεν πρέπει να καταστούν οι «αποδιοπομπαίοι τράγοι» των προβληματικών ελληνοαλβανικών σχέσεων (με κυρίαρχη την ευθύνη των Τιράνων) αλλά το παράδειγμα της συγκροτημένης έγκαιρης αντίδρασης ενός θεσμικά οργανωμένου και ισχυρού κράτους που θέτει την ασφάλεια του έθνους και του λαού ως τον ύψιστο αντικειμενικό στόχο. Η αντίδραση όμως όλων των μηχανισμών ασφαλείας του κράτους πρέπει να είναι συνεχής, αθόρυβη και προ όλες τις κατευθύνσεις. Υπερβολική δημοσιότητα συνήθως είναι επιβλαβής και η αξιοπιστία των μηχανισμών ασφαλείας πρέπει να διαφυλαχθεί ως «κόρη οφθαλμού» (πρόσφατες ακόμη οι μνήμες από κομματικές διώξεις και αναδιαρθρώσεις των περιόδων της μεταπολίτευσης). Συγχρόνως η ελληνική πολιτική πρέπει να είναι σταθερή και ανυποχώρητη στις αλβανικές ανιστόρητες διεκδικήσεις και στις μεθοδεύσεις της έναντι της ελληνικής μειονότητας και να καταστεί απολύτως κατανοητό ότι η ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής πορείας των Τιράνων διέρχεται από την Αθήνα. Η στοχοποίηση όμως, Ελλήνων πολιτών αλβανικής καταγωγής ή Αλβανών μεταναστών στην πατρίδα μας, είναι παντελώς αντιπαραγωγική και δημιουργεί ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα αποξένωσης, απομόνωσης και αντιπαλότητας.

Η Ελλάδα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι η συντριπτική υπεροχή της έναντι της Αλβανίας, ιστορικά αποδεικνυόμενη, βρίσκεται στην «ήπια ισχύ» της και συγκεκριμένα στον πολιτισμό της έναντι μιας σχετικά αδιαμόρφωτης και χαλαρής εθνικής αλβανικής συνείδησης. Άρα το βάρος πρέπει να δοθεί, για άλλη μια φορά, στην εκπαίδευση (παιδεία) η οποία και εξασφαλίζει με τον καλύτερο τρόπο την ομαλή ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία. Εδώ όμως αρχίζουν τα δύσκολα, καθώς όλοι μας αναρωτιόμαστε για το επίπεδο της προσφερόμενης σήμερα εκπαίδευσης, όχι μόνα στα αλβανόπουλα αλλά και στους ελληνόπαιδες.

* Υποστράτηγος εα, Διευθυντής Μελετών του ΕΛΙΣΜΕ

    Print       Email

About the author

You might also like...

Παραλληλισμοί μεταξύ Τραμπ και Σι

Read More →