Loading...
You are here:  Home  >  ΣΤΗΛΕΣ  >  Current Article

Λαϊκισμός και γεωργική… «ανάπτυξη»

By   /   Οκτώβριος 8, 2013  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Λαϊκισμός και γεωργική… «ανάπτυξη»

    Print       Email

Screen Shot 2013-10-08 at 12.11.21 AMΤου Πάνου Κ. Παναγόπουλου* ♦

Λίγοι γνωρίζουν πως η τελευταία 30ετία της ελληνικής γεωργίας δεν μοιάζει σχεδόν καθόλου με την προηγούμενη και ότι, τουλάχιστον συγκριτικά με την γεωργία των περισσότερων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουμε μείνει πολύ πίσω. Υστερούμε τόσο στην οργανωσιακή και στην ρυθμιστική αποτελεσματικότητα της αγοράς γεωργικών προϊόντων, με πρωτοφανές υψηλό κόστος διακίνησης και άνοιγμα της ψαλίδας, όσο και στην ανταγωνιστικότητα, δηλαδή ως προς αυτό καθ’ αυτό το κόστος στο κατώφλι του παραγωγού, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων.

Τα μόνα δίκτυα προστασίας που απομένουν απέναντι στην παγκοσμιοποίηση,  είναι το κόστος διακομιδής και οι διαδικασίες εισαγωγής γεωργικών προϊόντων από άλλες χώρες, καθώς και οι επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι τρίτων χωρών, οι οποίες όμως (επιδοτήσεις) φθίνουν.

Η βασική αιτία είναι το ότι η Ελλάδα δεν έχει κάνει ακόμα ούτε μισό βήμα προς την κατεύθυνση της βιωσιμότητας των Γεωργικών  της Εκμεταλλεύσεων, σαν αυτήν που επιχείρησαν και πέτυχαν οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ως προς το συνολικό μέγεθος, και ως προς τον αριθμό αγροτεμαχίων, αρχής γενομένης το 1962, από την Γαλλία. Πιο συγκεκριμένα, όλες οι μετέπειτα 15 χώρες της Ε.Ε., πλην της Ελλάδας, αποδέχθηκαν από τότε την παρακάτω συλλογιστική του Michel Debatisse: «Αν τα χωράφια αυτών που αποχωρούν από την Γεωργία δεν περιέλθουν με ενοικίαση, ή με εξαγορά, ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο στνη μακροπρόθεσμη διαχείριση αυτών που παραμένουν στην Γεωργία, δεν θα υπάρξουν βιώσιμες και ανταγωνιστικές Γεωργικές Εκμεταλλεύσεις και τότε δεν θα έχουν κανέναν λόγο να μην φύγουν και οι υπόλοιποι, ή να στοχεύουν σε ανορθόδοξες επιδοτήσεις, ή να καταλήξουν στη κακομοιριά της ανοργανωσιάς και της ένδειας».

Ειδικά εμείς, που έχουμε το μεγαλύτερο πρόβλημα, τις λιγώτερες δηλαδή βιώσιμες Γεωργικές Εκμεταλλεύσεις, στον κρίσιμο αυτόν τομέα, σκοντάφτουμε αφ’ ενός στα εκ δεξιών «μην αγγίζετε την αγία ιδιοκτησία» και αφ’ ετέρου στα εξ ευωνύμων «πάλι τσιφλίκια θα φτιάξουμε;». Έτσι, βρεθήκαμε και μάλιστα στη παρούσα συγκυρία 50 (!) χρόνια πίσω, όχι τυχαία, γιατί αυτή η νοοτροπία (όπως στα της γεωργίας), ίσως εξηγεί και γενικώτερα το πώς φθάσαμε ως εδώ.

Αν είχαμε τουλάχιστον μια κρίσιμη μάζα από βιώσιμες Γεωργικές Εκμεταλλεύσεις, ένα έστω 10 με 15%, πιθανότατα το τοπίο θα ήταν διαφορετικό για το σύνολο της γεωργίας μας και όχι αυτό που παρατηρείται σήμερα. Υπ’ όψιν ότι, όπως καταδεικνύεται παρακάτω, υπάρχει εφικτή μεθόδευση Εγγείου Αναδιαρθρώσεως, ιδιαίτερα χαμηλού κόστους και προπαντός με διαδικασίες εκούσιες.

Μία άλλη αιτία, συναφής με την καθυστέρηση της Εγγείου Αναδιαρθρώσεως, είναι ο λαϊκισμός όλων των πολιτικών δυνάμεων, που πιστεύω πως σκόπιμα και επίμονα αρνούνται στους πραγματικούς αγρότες/καλλιεργητές, τις σαφείς επαγγελματικές τους ταυτότητες, αν και οικονομικά αποτελούν ανέξοδη υπόθεση. Αυτό, σε συνδυασμό με την σπανιότητα των βιώσιμων Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων, συνέτεινε, νομίζω καθοριστικά, και στην κατάρρευση του συνεταιριστικού, και στην εξ υπαρχής πλημμελή συγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος. Υπήρξε, δηλαδή, ουσιαστική στέρηση της γεωργίας μας από δύο τόσο πολύτιμα εργαλεία. Υπήρξαν επίσης και άλλες συναφείς παράπλευρες απώλειες, εκτός βέβαια από την μειωμένη ανταγωνιστικότητα και την δυσλειτουργικότητα της αγοράς, που ήδη αναφέρθηκαν ως οι βασικές  επιπτώσεις.

Αυτά τα δύο στοιχεία, δηλαδή η έγγειος αναδιάρθρωση και η χορήγηση σαφών επαγγελματικών ταυτοτήτων στους αγρότες/καλλιεργητές, λογικά αποτελούν αποκλειστικά κρατική ευθύνη και μέριμνα. Οι όποιες ευθύνες των αγροτών/καλλιεργητών εκτείνονται πέραν των παραπάνω κρατικών υποχρεώσεων, που θα έπρεπε οπωσδήποτε να έχουν προηγηθεί.

Ας μην νομισθεί δε ότι η ενοχή των πολιτικών ως προς την γεωργία περιορίζεται μόνον στην αδράνεια στο εγγειοδιαρθρωτικό και στις ταυτότητες των αγροτών. Τι τους έφταιγε ο συνδετικός και δημιουργικός ιστός της Ελληνικής Γεωργίας και τον διέλυσαν εις τα εξ ων συνετέθη; Διότι οι πολιτικοί είναι εκείνοι που επιτάχυναν την Αποδιοργάνωση του Συνεταιριστικού Κινήματος, την Διάλυση της Γεωτεχνικής Υπηρεσίας της Α.Τ.Ε. και  της ίδιας της Α.Τ.Ε., την εξαφάνιση των Γεωργικών Εφαρμογών, και τελικά τον Διαμελισμό του ίδιου του υπουργείου Γεωργίας (Υπ. Α.Α. και Τ.), με σαφείς-σαφέστατες τις λαϊκιστικές προθέσεις! Είναι δυνατόν να υπάρχει υπουργείο Γεωργίας χωρίς οργανική σύνδεση με τις περιφερειακές Διευθύνσεις Γεωργίας; Και αυτό να συμβαίνει για να παραχωρηθούν δήθεν αρμοδιότητες στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση; Δηλαδή τα πάντα θυσία στο βωμό του λαϊκισμού;

Οι άλλες 14 από τις 15 χώρες της τότε Ε.Ε., πολύ πριν από την ένταξη των 10 τέως σοσιαλιστικών χωρών, άλλες περισσότερο και άλλες λιγώτερο, είχαν επιλέξει τις τυπολογίες που αρμόζουν για τις Γεωργοκτηνοτροφικές Εκμεταλλεύσεις της κάθε περιοχής, ανάλογα με τους κλιματικούς, τους εδαφολογικούς, τους υδατικούς παράγοντες και πόρους, καθώς και τους αντίστοιχους περιορισμούς και λοιπές ιδιαιτερότητες, έτσι ώστε, μεταξύ των άλλων τεχνικών προδιαγραφών, οι αγρότες τους να εξασφαλίζουν, κυρίως, όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και συνεχόμενη απασχόληση, δηλαδή την βιωσιμότητα των Γεωργικών τους Εκμεταλλεύσεων.

Σε τελευταία ανάλυση, το 80% και πλέον του καθαρού οικογενειακού γεωργικού εισοδήματος συνήθως προέρχεται από την εργασία των αγροτών (τα τεκμαρτά  ημερομίσθια που πραγματοποιούν μέσα στην ίδια τους την Γεωργική Εκμετάλλευση), δηλαδή από την χειρωνακτική και την διαχειριστική τους δουλειά. Το υπόλοιπο περίπου 20% είναι αφ’ ενός το ενοίκιο του εδάφους, όταν τα καλλιεργούμενα χωράφια ή τα βοσκοτόπια είναι ιδιόκτητα, και αφ’ετέρου οι τόκοι των ιδίων επενδεδυμένων κεφαλαίων, που προέρχονται κι’ αυτά από την εργασία, είτε των ιδίων των αγροτών, είτε των γονιών τους. Δηλαδή, «κέρδη η γεωργία δεν έχει να σε δώσει πιά», θα έγραφε ο Αλεξανδρινός  ποιητής. Αυτή είναι ως επί το πλείστον η Ευρωπαϊκή Γεωργία και ιδίως η Ελληνική. Όσοι στοχεύουν σε Βραχυπρόθεσμες Κερδοφόρες Αγροτικές Εργολαβίες και, περισσότερο από όλους, εκείνοι που ζητούν Άμετρη Φοροδοτική Ικανότητα από την Γεωργία και μάλιστα από την Ελληνική γεωργία, λάθος πόρτα χτυπήσανε!!! Ειδικά οι πολιτικοί (οι ερασιτέχνες του είδους), στην προκειμένη περίπτωση και σ’ αυτήν μάλιστα την χρονική στιγμή, δεν χτύπησαν απλώς λάθος πόρτα, αλλά χτυπούν αυτή καθ’ αυτή την διατροφική μας ασφάλεια, το «Food security»!!!

Στην Ε.Ε. των 15 πλην της Ελλάδας, στο μέτρο της μείωσης του αγροτικού πληθυσμού, αυξανόταν και συνεχίζει να αυξάνεται το μέγεθος των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων και μάλιστα με τρόπο ορθολογικό, βάσει εθνικών νομοθετικών παρεμβάσεων,  είτε με μακροχρόνιες εγγυημένες ενοικιάσεις, είτε με ομαδικούς/εταιρικούς συνδυασμούς, είτε με εξαγορές.

Με τις μεθόδους αυτές η περαιτέρω μείωση των γεωργικών πληθυσμών αποτελεί  απόρροια της αύξησης της παραγωγικότητας και όχι της μείωσής της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση την δική μας. Δηλαδή να μειώνεται ο γεωργικός πληθυσμός επειδή δεν χρειάζονται πια όλοι, και όχι να αποχωρούν επειδή το κόστος, με  υπαιτιότητα της πολιτείας, γίνεται μεγαλύτερο από τις τιμές που εισπράττουν οι παραγωγοί λόγω έλλειψης θεσμικών, λειτουργικών υποδομών.

Το γεγονός όμως ότι είμαστε η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν μερίμνησε, ώστε η αναμενόμενη έξοδος των περισσότερων αγροτών από την γεωργία, να συμβάλει στην μεγέθυνση όσων Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων παρέμεναν, είχε άμεσες αρνητικές επιπτώσεις, και κυρίως, ως παρεπόμενο παράγοντα, την ουσιαστική απουσία πυρήνων συγκροτημένων από συνειδητοποιημένους Επαγγελματίες Γεωργούς επικεφαλής βιώσιμων Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων.  Αυτοί οι επαγγελματίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν, όπως συνέβη σε όλες τις άλλες κοινοτικές χώρες, τους φυσικούς φορείς και τους πρωτοπόρους για την ανάπτυξη της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας. Φυσικά, στην περίπτωση αυτή, δεν θα είχαμε και τις αρνητικές επιπτώσεις στην σημερινή γεωργία, που αφορούν κυρίως: α) στο κόστος και στην ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων. β) στην συγκρότηση πραγματικών συνεταιριστικών και συνδικαλιστικών οργάνων, ικανών να συνεργασθούν και μεταξύ τους και με την δημόσια διοίκηση, αλλά και να μπορούν να ασκούν αποτελεσματικό έλεγχο. γ) στην εκπαίδευση και στην επαγγελματική κατάρτιση, οπότε οι περισσότεροι αγρότες δεν είναι σε θέση να αφομοιώσουν και να εφαρμόσουν την πολύπλοκη και συνεχώς μεταβαλλόμενη νέα τεχνολογία. δ) στην υπερβολική, και πολλές φορές χωρίς κανέναν παραγωγικό λόγο, ρύπανση του περιβάλλοντος, άρα ασύμφορη και για τους ίδιους. ε) στην αδυναμία συγκράτησης, όπου χρειάζεται, μέρους του αγροτικού πληθυσμού,  κυρίως νεαρής ηλικίας και με κάπως αυξημένο δείκτη νοημοσύνης, στοιχεία επίσης απαραίτητα για την ανάπτυξη της Γεωργίας. στ) στην μη προαγωγή του πολιτιστικού περιβάλλοντος της υπαίθρου.

Είναι εξ άλλου αυταπόδεικτο ότι οι περισσότεροι από τους παράγοντες αυτούς συνιστούν μεταξύ τους φαύλο κύκλο και παρεμποδίζουν τις όποιες πρωτοβουλίες, ατομικές ή συλλογικές, προς επιθυμητές κατευθύνσεις.

Η ΕΤ.ΑΓΡ.Ο. (η επιστημονική εταιρεία των Γεωργοοικονομολόγων), με την βοήθεια των 4 Πανεπιστημιακών Τμημάτων Γεωργικής Οικονομίας (Αριστοτελείου, Γεωπονικού Αθηνών, Ιωαννίνων και Χαροκοπείου), είχε προγραμματίσει 4 πιλοτικά μοντέλα για τον κατά περιοχές προσδιορισμό της τυπολογίας των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων και πρότεινε συγκεκριμένη μέθοδο για την μεγέθυνσή τους σε συνδυασμό με τον Αναδασμό. Το μέγιστο ποσοστό της μεγέθυνσης των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων σε βιώσιμες, με το μικρότερο δυνατό κόστος και με σχετική διαδικαστική ευχέρεια, μπορεί να επιτευχθεί μόνον κατά την διαδικασία του Αναδασμού, βάσει του νόμου 674/1977, ο οποίος δεν στοχεύει πλέον αποκλειστικά στην συγκέντρωση της ιδιοκτησίας όπως ο Ν.2258/1952, αλλά αφήνει την πόρτα διάπλατη στην μεγέθυνση των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων, δηλαδή είτε με  δημόσια είτε με ιδιόκτητα αγροτεμάχια (άρθρα 25 και 27 με απαραίτητη την επικαιροποίηση).

Ακριβώς πριν από την φάση της αναδιανομής, προτού δηλαδή από τον νέο σχεδιασμό και την χάραξη επί του εδάφους της νέας τελικής μορφής των ιδιοκτησιών,  δίδεται η ανεπανάληπτη ευκαιρία ριζικής Εγγείου Αναδιαρθρώσεως. Αυτό σημαίνει ότι, εν όσω οι ιδιοκτησίες αποτελούν «ιδανικά μερίδια», ο μελετητής μπορεί να τοποθετήσει τα ιδανικά αυτά μερίδια, (τα δικαιώματα σε έκταση γης) συγκεντρωμένα (μαζί), ανάλογα με τις επιθυμίες και τις συμφωνίες των εκμισθωτών/ενοικιαστών, των πωλητών/αγοραστών, αυτών που σκοπεύουν να συνεργασθούν με διάφορους εταιρικούς τύπους κ.ο.κ., αλλά και ανάλογα με την τυπολογία παραγωγής της περιοχής και με την μεγιστοποίηση του δημόσιου οφέλους, όπως επιτάσσει η συνταγματική διάσταση επί της οποίας ερείδεται ο αναδασμός. Όμως τους Έλληνες πολιτικούς δεν τους απασχόλησε ποτέ η διευθέτηση μεσομακροπρόθεσμων ζητημάτων. Δηλαδή,  του Λαϊκισμού «ουκ έσται τέλος!!!».

*Γεωπόνος-Οικονομολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπισημίου της Σορβόννης

    Print       Email

You might also like...

6 a.m. των Blitz

Read More →