Loading...
You are here:  Home  >  ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ  >  Current Article

Κυπριακό: οι συνομιλίες για Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία οδηγούν στον εκτουρκισμό

By   /   Μάρτιος 29, 2017  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κυπριακό: οι συνομιλίες για Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία οδηγούν στον εκτουρκισμό

    Print       Email

 

[29-3-2017]

♦ του Γεωργίου Οικονόμου*

Στον απόηχο τον διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό και μετά το blame game των ανακοινώσεων ήλθε η ώρα να γίνει ο απολογισμός των ασκήσεων επί χάρτου. Η νηφάλια αξιολόγηση των διαμειφθέντων, συμφωνηθέντων και μη, καθώς και η προώθηση και η πρόοδος του οδικού χάρτου για την αναγνώριση ή και αποδοχή του Τουρκοκυπριακού κρατιδίου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Ην. Έθνη οφείλουν να μας προβληματίσουν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στα Ην. Έθνη, στης Ην. Πολιτείες και στην Ε.Ε. το παράνομο κρατίδιο και ο «Πρόεδρός» του τυγχάνουν τουλάχιστον «αναγνωρίσεως υπάρξεως» (“acknowledgment”) με τις ευλογίες του νομίμου κυπριακού κράτους. Αυτό είναι εμφανές από τις επισκέψεις τις οποίες πραγματοποιεί ο κύριος Ακιντζί στις διάφορες πρωτεύουσες ως «Πρόεδρος του Τουρκοκυπριακού Κράτους» όπως επίσης και της βοήθειας που του παρέχει η Κυπριακή Δημοκρατία για την επιμόρφωση των Τ/Κ στα θέματα της Ε.Ε., ούτως ώστε να συμμετάσχουν ως ίσοι εταίροι στα ευρωπαϊκά δρώμενα – πάντοτε ως ανεξάρτητη κοινότητα. Ακόμη και την Τουρκική γλώσσα εδήλωσε η νόμιμη κυβέρνηση ότι θα εισαγάγει ως μία από τις επίσημες γλώσσες της Ε.Ε.

Μετά το φιάσκο της αποχωρήσεως των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας από τις διαπραγματεύσεις, αντί των παρακλήσεων urbi et orbi για να ασκηθεί πίεση για να επανέλθουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, καλό θα είναι να γίνει κατ’ αρχήν απολογισμός των διαμειφθέντων. Μετά την ψυχρολουσία πρέπει να υπάρξει μια νηφάλια αποτίμηση της καταστάσεως.  Όπως δεν σταματά να τονίζει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, η αποχώρηση του κ. Ακιντζί από τις συνομιλίες είναι προσχηματική και αδικαιολόγητη.

Τα υπό συζήτηση θέματα στην παρούσα συγκυρία, όπως και στις προηγούμενες απόπειρες επιλύσεως του Κυπριακού, ήσαν κυρίως η ποσοστιαία κατανομή της επικράτειας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, και θεσμικά ζητήματα για την οργάνωση και λειτουργία του κρατικού μορφώματος.

Στις προσεγγίσεις αυτές απουσιάζει η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη οπτική και ο προβληματισμός για τα μελλοντικά ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού της ενιαίας Κυπριακής Δημοκρατίας. Η άγνοια του γενικότερου πλαισίου της γεωστρατηγικής αντιπαραθέσεως μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού στοιχείου οδηγεί σε ανεξερεύνητες καταστάσεις και λανθασμένα συμπεράσματα.

Υπόψιν ότι εκτός της τεράστιας οικονομικής αφαίμαξης που θα υποστεί το ελληνικό στοιχείο, αφού είναι σαφές ότι η Τουρκία δεν θα συμβάλει ποσώς στην χρηματοδότηση της Λύσεως παρά τις καταδίκες της στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια, τόσο για την συντήρηση του κρατιδίου – οι Τουρκοκύπριοι κυριολεκτικώς επιβιώνουν σήμερα λόγω Τουρκίας – όσο και για τις αποζημιώσεις των προσφύγων που δεν θα δικαιούνται επιστροφής, αλλά και των Τουρκοκυπρίων οι οποίοι θα αναγκασθούν να εγκαταλείψουν και να αποδώσουν τα δημευμένα σπίτια των Ελληνοκυπρίων που θα επιστρέψουν στις εστίες τους, πρέπει να ληφθεί υπόψιν και να συνυπολογιστεί το υψηλό ποσοστό του τουρκογενούς πληθυσμού. Όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι υπάρχει αποδοχή εκ μέρους των ελληνοκυπρίων για να παραμείνει νομίμως ένα πολύ υψηλό ποσοστό εποίκων. Μεσοπροθέσμως, αυτό θα επιφέρει τον γεωστρατηγικό αναπροσανατολισμό της Κύπρου προς τον Τουρκία. Σε μέσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο, η ενσωμάτωση στις θεσμικές δομές του τουρκογενούς πληθυσμού θα καταλήξει στον εθνοτικό και πολιτισμικό εξισλαμισμό της νήσου σε σχετικά σύντομο βάθος χρόνου.

Είναι σιδηρούς κανόνας ότι η δημογραφική ασφάλεια σχετίζεται με την εθνική ασφάλεια και απορρέει από τα ποσοτικά και ποιοτικά δημογραφικά δεδομένα ενός κράτους. Το δίλημμα ασφαλείας υφίσταται όταν ένα κράτος αντιλαμβάνεται ότι οι γείτονές του εποφθαλμιούν εδάφη του ή επιθυμούν την υποταγή ή φιλανδοποίησή του, και επομένως είναι υποχρεωμένο να εξοπλίζεται χάριν της ασφαλείας του.

Η μεταβολή των δημογραφικών δεδομένων ενός κράτους, δηλαδή η αύξηση του ποσοστού μιας εθνοτικής ομάδος συνεπάγεται την μείωση του ποσοστού της έτερης ομάδος και κατά συνέπεια την μείωση της ισχύος της δεύτερης ομάδος. Κατά κανόνα δε, οι μειονοτικές εθνοτικές ή θρησκευτικές ομάδες -ιδίως οι μουσουλμανικές- στο εσωτερικό ενός κράτους, παρουσιάζουν αυξημένη γεννητικότητα εν σχέσει με το κυρίαρχο στοιχείο.

Η μουσουλμανική θρησκεία αποτελεί θεμελιώδη παράγοντα καθορισμού της δημογραφικής συμπεριφοράς των πιστών της, όπου παρατηρείται σαφώς υπέρτερη γονιμότητα και γεννητικότητα εν σχέσει με τους μη θρησκευόμενους πολίτες άλλων θρησκειών.

Η οντολογική ασφάλεια περιλαμβάνει την ατομική ασφάλεια και την ασφάλεια της ταυτότητος του ατόμου, της ομάδος και των κρατών. Η οντολογική ασφάλεια και η διατήρηση της διακριτής ταυτότητος συνιστά μέγεθος ιδιαίτερα σημαντικό όχι μόνο για τις ομάδες, αλλά και για τα κράτη. Η μεταβολή της δημογραφικής σχέσεως ανάμεσα στις εθνοτικές ομάδες εντός ενός πολύ-εθνοτικού κράτους εγκυμονεί δυνητικούς κινδύνους για την ασφάλεια κάποιας εκ των ομάδων και είναι δυνατόν να συμβάλει στην ανάδυση ενδοκρατικών συγκρούσεων.

Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της Κύπρου διαμορφώθησαν από δύο γεγονότα, τον εποικισμό ο οποίος ακολούθησε την τουρκική εισβολή του 1571 και τον εποικισμό ο οποίος ακολούθησε την τουρκική εισβολή του 1974.

Στις συνομιλίες για την επίλυση του Κυπριακού ο πληθυσμός της Κύπρου εκλαμβάνεται ως «κλειστός». Δηλαδή ότι το μέγεθός του μεταβάλλεται μόνο από την γεννητικότητα και την θνησιμότητα, χωρίς δηλαδή να ληφθούν υπόψιν οι άμεσες και έμμεσες μεταναστευτικές ροές οι οποίες στην περίπτωση της Κύπρου νομοτελειακά θα προκύψουν με χώρα προελεύσεως την Τουρκία.

Το 1974, προ της τουρκικής εισβολής οι Ελληνοκύπριοι ανήρχοντο σε 506.000 (78,9%) και οι Τουρκοκύπριοι σε 118.000 (18,4%). Το μέγεθος του τουρκογενούς πληθυσμού στα Κατεχόμενα δεν μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια. Η απογραφή η οποία διενεργήθη το 2011 από τις αρχές των Τουρκοκυπρίων τον ανεβάζει σε 295.000. Τελευταίες πληροφορίες τον ανεβάζουν σε 330.000 – 250.000 έποικοι και 80.000 Τουρκοκύπριοι. 

Ο τουρκογενής πληθυσμός αποτελείται από (α) Τουρκοκυπρίους, (β) εποίκους και (γ) απογόνους των μικτών γάμων. Η συμβίωσή τους στο ψευδοκράτος και η κοινή τουρκική εθνοτική και Ισλαμική θρησκευτική ταυτότητα διαμορφώνει συν τω χρόνω μια ενιαία ταυτότητα παρά τις ψευδαισθήσεις της Ελληνοκυπριακής πλευράς η οποία εξακολουθεί να πιστεύει ότι υφίστανται διαφορές μεταξύ Τουρκοκυπρίων και εποίκων σε πολιτικό επίπεδο. Ο όρος «Τουρκοκύπριος» χάνει σταδιακά την εννοιολογική του εγκυρότητα καθώς οι γηγενείς και οι επίλυδες τουρκόφωνοι αποτελούν κοινή ομάδα σε επίπεδο εθνοτικών, γλωσσικών και θρησκευτικών πολιτισμικών αναφορών, αλλά και σταδιακά πολιτικών συμπεριφορών.

Η πληθυσμιακή μεταβολή μεταξύ του ελληνικού και του τουρκογενούς πληθυσμού οφείλεται στην γονιμότητα και γεννητικότητα έκαστης πληθυσμιακής ομάδος καθώς και στην δυνητική εξωτερική ανατροφοδότηση του κλειστού συστήματος με μεταναστευτικές ροές από την Ελλάδα και την Τουρκία. Η αύξηση του ποσοστού της μιας ομάδος εντός του διεθνικού κράτους αποτελεί διπλό κέρδος, δηλαδή αφενός αυξάνεται έναντι της άλλης ομάδος, αφετέρου μειώνεται το αντίστοιχο ποσοστό της δεύτερης ομάδος.

Ο συντελεστής γονιμότητος του Ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου κυμαίνεται διαχρονικώς σε επίπεδο αρκετά χαμηλότερο από το επίπεδο αναπληρώσεως, δηλαδή κυμαίνεται στο 1,5 ενώ η διατήρηση στο ίδιο ποσοτικό επίπεδο προϋποθέτει συντελεστή αναπληρώσεως μεγέθους 2,1 για να υπάρξει πλήρης αντικατάσταση μιας γενιάς. Η τεράστια μείωση της γονιμότητος του ελληνικού πληθυσμού τις τελευταίες δεκαετίες προέκυψε λόγω του υψηλού βαθμού εξαστισμού που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην εισβολή και στην αποβολή του πληθυσμού από τις εστίες του, αλλά και από την οικονομική ανάπτυξη που επήλθε στην Κύπρο μετά την εισβολή.

Ενδεχόμενη επανένωση της Κύπρου ενέχει δυνητικά αρνητικές συνέπειες για την ασφάλεια του ελληνικού πληθυσμού και για τον παραδοσιακό χαρακτήρα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το ποσοστό των τουρκογενών μετά την δημιουργία του συνομοσπονδιακού κράτους θα αυξηθεί εντός μερικών δεκαετιών από 30% που είναι σήμερα σε 40% και 50% επί του συνόλου, και αυτό μόνο χάρις στην υπέρτερη γονιμότητα του τουρκογενούς ισλαμικού πληθυσμού. Αν συνυπολογισθεί και η εξωτερική ανατροφοδότηση και θεωρήσουμε, όπως είναι η πραγματικότητα, τον πληθυσμό της ως «ανοικτό», τότε η μεταβολή θα είναι πολύ πιο γρήγορη και πιο μεγάλη. Τελευταίως έχει προκύψει και η απαίτηση της Τουρκίας, την οποία υιοθετεί ο εκπρόσωπος των Ην. Εθνών, για τις τέσσερις ελευθερίες, δηλαδή διακίνηση Τούρκων πολιτών, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων στην Ε.Ε. οι οποίες αν ευοδωθούν ανοίγει η κερκόπορτα που στην παρούσα συγκυρία είναι η Κύπρος, για να κατακλυσθεί η Ε.Ε. από Τούρκους.

Ακόμη και αν απομακρυνθεί μέρος των εποίκων μετά από ενδεχόμενη λύση, δεν θα είναι δυνατόν να παρεμποδιστούν οι μαζικές μεταναστευτικές ροές από την Τουρκία, άμεσες και έμμεσες.

Ο συνδυασμός των δύο, υπέρτερη γεννητικότητα και μεταναστευτική εισροή, θα επιφέρει μακροπροθέσμως την μεταβολή των δημογραφικών δεδομένων. Η Τουρκία είναι εις θέσιν να προκαλέσει άμεσες μεταναστευτικές ροές οι οποίες δεν θα αποτελούν έγκλημα πολέμου ως εποικισμός κατεχόμενης περιοχής, όπως θεωρούνται σήμερα, αλλά θα είναι νομότυπες. Οι Ελληνοκύπριοι δεν θα έχουν την δυνατότητα να αντιταχθούν νομικώς στην έμμεση μεταβολή των εθνοτικών αναλογιών.

Αφού εξισωθεί αριθμητικώς με τον Ελληνικό πληθυσμό ο διευρυμένος τουρκογενής πληθυσμός, έχοντας επίγνωση της ισοτιμίας του θα απαιτήσει τον επανακαθορισμό των υφισταμένων διατάξεων της κατανομής της πολιτικής ισχύος. Όπως συνέβη το 1963 με την προσπάθεια του Μακαρίου να ακυρώσει τις ευμενείς προς τους Τουρκοκυπρίους διατάξεις της Ζυρίχης.

Μια τέτοια εξέλιξη είναι δυνατόν να αποτραπεί μόνο με ισχυρή παρέμβαση ενός ισχυρότερου κράτους, εν προκειμένω της Ελλάδος. Όμως, η ισορροπία ισχύος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας γέρνει επικίνδυνα υπέρ της Τουρκίας, οπόταν η πιθανότερη εξέλιξη είναι ότι θα υπάρξει αναπροσδιορισμός των θεσμικών ισορροπιών υπέρ των Τουρκογενών.

Ο Ελληνικός πληθυσμός θα αισθανθεί αδικημένος και απειλούμενος και μεγάλο τμήμα, οι νέοι και οι μορφωμένοι, θα εγκαταλείψουν την Κύπρο, όπως έπραξαν και το 1974. Οι τουρκογενείς θα «βοηθήσουν» σ ’αυτό όπως έκαναν και κατά την περίοδο μετά την εισβολή του 1974, όπου μέσα σε μικρό σχετικώς διάστημα υπεχρέωσαν σχεδόν όλους τους Έλληνες να εγκαταλείψουν τον Βορρά, και όπως ακριβώς συνέβη στο εγγύς παρελθόν στην Ίμβρο, Τένεδο ακόμη και  Κωνσταντινούπολη, κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάννης.

Δια της συνδιαχειρήσεως των κρατικών δομών με το σύνοικο στοιχείο οδηγούμεθα στον εθνοτικό εκτουρκισμό και τον πολιτιστικό εξισλαμισμό της Κύπρου σε βάθος μερικών γενεών.

Παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες των λεγόμενων νεοκυπρίων, αριστερών και μερίδος της ελίτ, για να κατασκευασθεί ανεξάρτητη κυπριακή πολιτική ταυτότητα – ακούγοντας κανείς το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα της Κύπρου, που έχει υιοθετήσει το αφήγημα αυτό από της εποχής της διακυβερνήσεως Χριστόφια, νομίζει ότι ακούει ξένη γλώσσα και όχι ελληνικά – το τόλμημα απέτυχε και ουδεμία απήχηση έχει σε βάθος χρόνου στις δύο πληθυσμιακές ομάδες της Κύπρου εφόσον αποτελεί κατασκεύασμα άνευ ιστορικού υπόβαθρου. Εις περίπτωση εντάσεων στην Κύπρο, η ταύτιση των επιμέρους πληθυσμών με την Ελλάδα και την Τουρκία θα ενταθεί, καθώς οι μητέρες πατρίδες αποτελούν τους μόνους αξιόπιστους εγγυητές ασφάλειας και για τις δύο κοινότητες.

Η απόσταση ανάμεσα στην Ελληνική και την Τουρκική ιστορική ταυτότητα είναι μεγάλη και το εγχείρημα περί συνεταιριστικού κράτους δεν είναι δυνατόν να παραβληθεί με άλλα συνομοσπονδιακά εγχειρήματα. Στην Κύπρο οι πληθυσμοί παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές σε επίπεδο εθνοτικών αναφορών, γλώσσης, θρησκευτικών και πολιτισμικών δεδομένων. Ο κύριος διαφοροποιητικός παράγοντας είναι οι αντιθέσεις και διαφορές των Χριστιανών Ελλήνων και των Μουσουλμάνων Τούρκων από μακρο-ιστορικής απόψεως. Η Ελληνική και η Τουρκική ταυτότητα είναι πολύ πιο ισχυρές από την Κυπριακή πολιτική ταυτότητα.

Οι δεσμοί των επιμέρους πληθυσμών της Κύπρου με τις μητέρες πατρίδες δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν ή να ατονίσουν καθώς απουσιάζει ένας εξωτερικός αντίπαλος που θα μπορούσε να ενώσει το Ελληνικό και το Τουρκικό στοιχείο της Κύπρου έναντι του κοινού εχθρού.

Η επανένωση της Κύπρου υπό την μορφή ενός δικοινοτικού συνομοσπονδιακού κράτους, θα επιφέρει τον γεωστρατηγικό αναπροσανατολισμό της Κύπρου ίσως και από της συστάσεώς του. Το τουρκικό στοιχείο θα δρα, εκ υπαρχής, ως στρατηγική μειονότητα του Τουρκικού κράτους από το οποίο είναι πάντοτε εξαρτημένο.

Ενιαία Κύπρος υπό την μορφή που προωθείται, με συμμετοχή τουρκογενών σε επίπεδο λήψεως αποφάσεων, θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα ομαλής λειτουργίας σε πολλαπλά επίπεδα. Σε επίπεδο διακρατικών συνεργασιών και ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο, η Κύπρος αναγκαστικά θα αναπροσαρμόσει άμεσα τη στάση της από φιλική και συμμαχική προς το Ισραήλ, Αίγυπτο και Ελλάδα, σε φιλική πρωτίστως προς την Τουρκία. Ήδη οι διαπραγματευτές μας προεξοφλούν ότι οι αγωγοί υδρογονανθράκων θα καταλήγουν στην Τουρκία, αυτό δε θα συμπαρασύρει και τους αγωγούς της Ανατολικής Μεσογείου γενικώς.

Η υφιστάμενη τουρκική υπεροχή έναντι της Ελλάδος σε επίπεδο ισχύος και η χωρική γειτνίαση θα καταστήσουν την Κύπρο όμηρο της τουρκικής στρατηγικής προσεγγίσεως. Η Κύπρος θα παύσει να δρα ως δεύτερο ελληνικό κράτος, αλλά υπέρ της Τουρκίας τόσο εντός του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο φιλοτουρκικός γεωστρατηγικός αναπροσανατολισμός της Κύπρου θα επιτείνεται όσο θα αυξάνεται το ποσοστό των Μουσουλμάνων πολιτών της Κύπρου. Η αύξηση αυτή είναι αναπόφευκτη δεδομένης αφενός της υπέρτερης γεννητικότητος των Μουσουλμάνων Τούρκων έναντι των Χριστιανών εκκοσμικευμένων Ελλήνων, αφετέρου της πληθυσμιακής εισροής Τούρκων η οποία είναι βέβαιο ότι θα συνεχισθεί και μετά την επανένωση, νομίμως και παρανόμως.

Στην παρούσα συγκυρία η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εθνοτικώς ομοιογενής, ευημερούσα, χωρίς στρατηγικές μειονότητες εξωτερικών δρώντων και κατέχει νομίμως ολόκληρη την ΑΟΖ και το FIR Λευκωσίας. Μετά την θεσμική επανένωση ο τουρκικός παράγοντας θα αποκτήσει πρόσβαση και δικαιώματα στα ενεργειακά αποθέματα της κυπριακής ΑΟΖ και, εάν ευοδωθούν οι απαιτήσεις των τουρκοκυπρίων, το κρατίδιο θα αποκτήσει την δική του ΑΟΖ, η οποία ενοποιούμενη με την ΑΟΖ της Τουρκίας δημιουργεί μείζον πρόβλημα στην περιοχή. Ο αναπροσανατολισμός της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την Τουρκία θα συνοδευτεί με την διάρρηξη του άξονος Ελλάς – Κύπρος – Ισραήλ – Αίγυπτος. Η Ελλάς θα μείνει μόνη στο γεωπολιτικό σύστημα της Ανατολικής Μεσογείου, περικυκλωμένη από εχθρικά ή ουδέτερα κράτη και έχοντας περιοριστεί στον χώρο του Αιγαίου, χωρίς την δυνατότητα προβολής ισχύος πέραν του ορίου Καστελλορίζου – Κρήτης που και αυτό ήδη αμφισβητείται από την Τουρκία. Ο ελληνικός παράγοντας δεν θα δύναται να προβάλει ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως εμμέσως πράττει μέσω της ελεγχόμενης από το ελληνικό στοιχείο Κύπρου. Η πολιτική της εξαπλώσεως στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία εγκαινιάσθηκε με την διπλωματική και οικονομική προσέγγιση Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ – Αιγύπτου θα αντιστραφεί και η σχετική ισχύς του ελληνικού παράγοντα εν σχέσει με το Ισραήλ και τις αραβικές χώρες θα μειωθεί δραματικά. Αντίστοιχη υποβάθμιση της στρατηγικής αξίας της Ελλάδος θα καταγραφεί εν σχέσει με τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσσικής Ομοσπονδίας, με τον τουρκικό παράγοντα να υποκαθιστά τον ελληνικό.  

Η Κύπρος ενδιαφέρει την Ελλάδα ως δεύτερο ελληνικό κράτος, το οποίο συνδυαζόμενο και συνεργαζόμενο μαζί της, πολλαπλασιάζει την γεωστρατιγική θέση του ελληνισμού και όχι μόνο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Κατά συνέπεια, θεμελιώδης παράμετρος μιας συγκροτημένης εξωτερικής πολιτικής είναι η διατήρηση του ελληνικού χαρακτήρα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε βάθος χρόνου. Η εμπλοκή σε ένα διεθνοτικό συνομοσπονδιακό κρατικό σχηματισμό θα συμβάλει στη μεταβολή τον εθνοτικών αναλογιών στο σύνολο της Κύπρου με αρνητικές συνέπειες, όπως καταδεικνύεται ανωτέρω. 

Εν κατακλείδι, τυχόν συμφωνία επί της μέχρι τούδε βάσεως συζητήσεων για διζωνική, δικοινοτική (συν)ομοσπονδία θα σηματοδοτήσει την μετατροπή της Κύπρου αρχικώς σε ένα φιλανδοποιημένο τουρκογενές κρατίδιο, σε δεύτερο δε στάδιο στην απορρόφησή του ή την Χονγκ Κονγκονοποίησή του με αποτέλεσμα την έξοδο των Ελλήνων μετά από παρουσία χιλιετιών και τον περιορισμό της ελληνικής δυναμικής μέσα στα στενά σύνορα της Ελλάδος.

*Δικηγόρος, Συνεργάτης της Νέας Πολιτικής

    Print       Email

About the author

You might also like...

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα», Παλιά Βουλή, 26/11/17, 12.00 μμ

Read More →