Loading...
You are here:  Home  >  ΣΤΗΛΕΣ  >  Current Article

Η Φυλή

By   /   Αύγουστος 9, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Φυλή

    Print       Email

φυλη-1050x700

♦ του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

Στην τελευταία σκηνή της Θυσίας (1986), της τελευταίας ταινίας του Αντρέϊ Ταρκόφσκι, ο μέχρι τότε άλαλος μικρός εγγονός του ήρωα, λέει τις πρώτες του λέξεις: «Εν αρχή ην ο λόγος. Τι είναι αυτό, μπαμπά;». Θυμίζοντας τον πρώτο στίχο από το «Κατά Ιωάννην», από το απόσπασμα του Ευαγγελίου που απαγγέλλεται στη Λειτουργία της Ανάστασης, πράγμα που ασφαλώς γνώριζε ο ετοιμοθάνατος τότε Ταρκόφσκι, ο μικρός Αλεξάντερ της ταινίας, μιλά θαρρείς είκοσι χρόνια μετά και εξ ονόματος του άλλου βωβού μικρού στην Περσόνα (1966) του Ίγκμαρ Μπέργκμαν. Και καθώς άλλα σχεδόν τριάντα χρόνια έχουν περάσει από τη στιγμή που ο μικρός Αλεξάντερ βρίσκει τη φωνή του, οι πρωταγωνιστές της Φυλής (2014), της νέας ταινίας του Ουκρανού Μίροσλαβ Σλαμποσπίτσκι, παραμένουν άφωνοι και βωβοί. Η Φυλή του Σλαμποσπίτσκι κέρδισε το 2015 το βραβείο του Φεστιβάλ Αντρέϊ Ταρκόφσκι «Zerkalo» («Καθρέφτης»), στο ρωσσικό Ιβάνοβο, σα να πιάνεται πάλι η κλωστή από τη Θυσία ίσαμε τη Φυλή.

Ο Σλαμποσπίτσκι επέλεξε ευφυώς να γυρίσει την ταινία του, βασισμένος σε μια ιστορία που ξετυλίγεται σε ένα ίδρυμα-άσυλο κωφών, βάζοντας κωφούς νέους να παίξουν, παιδιά που μιλούν με νοήματα, σε μια ταινία που στην περισσότερο από δύο ώρες διάρκειά της δεν ακούγεται ούτε μία λέξη. Μια ταινία όπου δεν ακούγεται ούτε μία λέξη! Κι όμως η ταινία είναι ομιλούσα, δεν είναι του βωβού. Όλοι οι ήχοι του περιβάλλοντος ακούγονται, εκτός από την ανθρώπινη φωνή, αφού οι ήρωές της δεν έχουν φωνή. Θα μπορούσε να δει κανείς την ταινία σαν την εικογράφηση ενός εφιάλτη ή της ίδιας της κόλασης, αν προτιμάτε. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι μακρυά από την πραγματικότητα. Η ίδια η κόλαση θα ανοίξει τις πύλες της στο τέλος για να καταπιεί αυτά τα άγουρα παιδιά, τα οποία διεξέρχονται προηγουμένως όλες τις βαθμίδες της βαρβαρότητας και της βίας. Μια περίκλειστη-εσώκλειστη κοινωνία εφήβων, που κανένας ήχος δεν διαπερνά τα τείχη της αλλά και κανένας λόγος δεν έρχεται απ’ έξω να δώσει λέξεις και φωνή στα αισθήματα και τα βιώματά της. Ζούμε —στις τελευταίες του μέρες, λένε κάποιοι— σ’ έναν πολιτισμό, για να θυμηθώ έναν άλλο Ρώσσο σοφό, που «εκμηδένισε την προσωπική ατομικότητα του ανθρώπου, την ισοπέδωσε, τη διέλυσε, όλα τα ανακάτεψε μεταξύ τους», σκότωσε εν τέλει, τον ίδιο τον άνθρωπο. Ναι, μετά από όλα αυτά, νομίζω μπορούμε να πούμε ότι η Φυλή του Μίροσλαβ Σλαμποσπίτσκι είναι η πιο πολιτική στις εικόνες της ταινία των τελευταίων χρόνων, ακριβώς γιατί μιλά γι’ αυτό που όλοι καθημερινά παρακολουθούμε, την αποσάθρωση, την παντελή ψυχική και κοινωνική —δηλαδή πολιτική, για να συνεννοούμαστε ελληνιστί— διάλυση του (μετ)ανθρώπου των νέων καιρών.

Ωστόσο, οι ήρωες της ταινίας έχουν τον δικό τους, άφωνο τρόπο, να μιλούν. Θα σας πω την ιστορία με λίγα λόγια. Ένας νέος ως 18 χρονών, ας πούμε, ο Σερκέϊ, φθάνει σε ένα ίδρυμα κωφών παιδιών. Εκεί οι παλαιότεροι τον μυούν στους κανόνες της ομάδας. Μιας φυλής, για την ακρίβεια, που δεν είναι παρά μια εφηβική σκληρή μαφία, στις παρυφές του μεγάλου εγκλήματος, μεταξύ επετείας, τραμπουκισμών, βανδαλισμών, κλοπών και πορνείας. Γρήγορα ο νέος αυτός θα γίνει ακριβό μέλος της ομάδας, ώσπου… Ώσπου ο έρωτας, αυτός ο αλήτης που τραβά από το μανίκι τον άνθρωπο στον ουρανό, θα τον φέρει σε σύγκρουση με τη σκληρή ιεραρχική δομή της ομάδας. Ένας έρωτας, βέβαια, μουγγός, ζωώδης, απελπισμένος. Το τέλος, φυσικά, δεν μπορεί παρά να είναι ανείπωτα σκληρό. Σπρωγμένα σε ένα περιθώριο, που δεν έχει καμμιά διέξοδο φυγής, τα παιδιά αυτά μοιάζουν της ανθρωπότητας. Γιατί ο ά-λογος, ο άφωνος άνθρωπος, αυτός ο άνθρωπος του καιρού μας, «παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοιςανοήτοις καιωμοιώθη αυτοίς» (Ψαλμ. 48:13), ανακατεύτηκε περισσότερο με τα άλογα κτήνη, παρά με τους λογκικούς νόες, τους αγγέλους. Έτσι η συμπεριφορά του ακόμα και στον έρωτα δεν μπορεί παρά να είναι κτηνώδης. Η βαρβαρότητα και η απανθρωπία παίρνει ξανά τα ηνία από τον λόγο.

Ίσως να μοιάζουν αφόρητες ηθικολογίες τα παραπάνω. Η ταινία όμως, νομίζω, μιλά καθαρά. Καμμιά παρηγοριά, καμμιά αγκαλιά δεν μπορεί να χωρέσει αυτά τα παιδιά. Μα σάμπως και η πραγματικότητά μας δεν κραυγάζει; Τα άφωνα, βουβά παιδιά, που ξεχύνονται κατά καιρούς στους δρόμους καίοντας, το μαρτυρούν. Τα πολιτικά τους αιτήματα δεν είναι παρά το ευλογοφανές, πλην άλογο, προπέτασμά του κενού τους. Αυτό που πίσω τους σέρνεται είναι το μηδενιστικό απάνθρωπο χάος, το σκοτάδι εκείνο που καταπίνει την ανθρωπότητα της μηχανής, που ξέκοψε από τον ίδιο τον άνθρωπο. Η Φυλή μιλά καθαρά, με τα μάτια της εμπειρίας, για την ίδια την κατεδαφιζόμενη ανθρώπινη συνθήκη, καθώς ανατέλλει ο νέος αιώνας. Η ταινία μιλά με τα όπλα της ποίησης, την ίδια την πραγματικότητα δηλαδή, που διαβάζεται σαν ιστορία, θρύλος, παραμύθι ή τραγούδι. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο θεατής θα φύγει από την αίθουσα σηκώνοντας λίγο το βάρος αυτής της εμπειρίας.Ο σαραντάχρονος Σλαμποσπίτσκι γύρισε την ταινία, την πρώτη του μεγάλου μήκους, στο παλιό του σχολείο. Όχι, η ταινία δεν αφορά τους κωφούς και τα τυχόν προβλήματά τους: «δεν ήταν σκοπός μου να γυρίσω μια ταινία με θέμα τους κωφούς. Ήθελα να γυρίσω ένα φιλμ με κωφούς πρωταγωνιστές, που θα αφορά όλο τον κόσμο.». Προφανώς! Με τα μεγάλης διάρκειας, ζυγισμένα στην εντέλεια πλάνα του, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να δώσει τις πραγματικές διαστάσεις μιας άνευ προηγουμένου σκληρότητας και βίας. Ο άνθρωπος που δεν μιλά είναι το πετρωμένο απομεινάρι του σάρκινου προγόνου του, που γνωριζόταν από τη λαλιά του, εκείνου που η γλώσσα του ήταν η ταυτότητά του στον κόσμο.

Μόνο θαυμασμός μένει για το επίτευγμα των ερασιτεχνών αυτών ηθοποιών, με την εύστοχη καθοδήγηση του Σλαμποσπίτσκι. Τίποτα το προσποιητό ή νοθευμένο δεν μπορείς να βρεις στην ερμηνεία τους. Όλοι τους αυθεντικοί, ο Γκριγκόρι Φεζένκο (Σεργκέϊ), η Γιάνα Νοβίκοβα, η Ρόζα Μπάμπι, ο Αλεξάντερ Ντσιάντεβιτς, ο Γιάροσλαβ Μπιλέτσκι, ο Ιβάν Τίσκο, ο Αλεξάντερ Οσάντσι, ο Αλεξάντερ Σιντέλνικοφ, ο Αλεξάντερ Πανιβάν και ο Άντριϊ Χαντάτ. Απόλυτα συντονισμένη στο κλίμα της ταινίας, η φωτογραφία και το μοντάζ υπογράφονται από τον Βαλεντίν Βασιάνοβιτς.

Το να παρακολουθήσει κανείς αυτήν την ταινία είναι μια εμπειρία, που ξεπερνά τα όρια του κινηματογράφου. Χωρίς εφέ και άλλες «μηχανές», που να εκβιάζουν την ταύτιση του θεατή, η βουβαμάρα φτάνει να σου τρυπήσει τα κόκκαλα. Και οπωσδήποτε, για να τη δει κανείς, χρειάζεται γερά νεύρα. Αυστηρώς ακατάλληλη, όπως έλεγαν παλαιότερα, για όποιον αναζητά στο σινεμά ένα δίωρο χαλάρωσης.

    Print       Email

About the author

You might also like...

6 a.m. των Blitz

Read More →