Loading...
You are here:  Home  >  ΚΥΡΙΑ ΑΡΘΡΑ  >  Current Article

Η συνθήκη του Δήλεσι

By   /   Ιούνιος 29, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η συνθήκη του Δήλεσι

    Print       Email

Η Ιστορία δεν διδάσκει, αλλά μας δίνει έγκυρα εργαλεία  κατανόησης διαχρονικών καταστάσεων, συλλογικών αντανακλαστικών και βαθύτερων ροπών

Το 1870, την Μεγάλη Εβδομάδα, συνέβη ένα τραγικό γεγονός, που αποκάλυψε στην τότε διεθνή κοινότητα μία αποκρουστική διάσταση της ελληνικής πραγματικότητας. Το γεγονός αυτό ήταν η Σφαγή του Δήλεσι, δηλαδή η απαγωγή, η ομηρία και τελικά ο φόνος, από συμμορία ληστών της Ανατολικής Αττικής, μίας ομάδας Άγγλων και Ιταλών περιηγητών.

Η Ελλάδα τότε ήταν ένα μικρό, υπανάπτυκτο βασίλειο, επικεφαλής του οποίου ήταν από το 1863 ο νεαρός βασιλιάς Γεώργιος Α’, που βασίλευε βάσει ενός φιλελεύθερου και δημοκρατικού για τα δεδομένα της εποχής Συντάγματος. Παρά τον τυπικό κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, στην πραγματικότητα το πολιτικό σύστημα αποτελείτο από τοπικά πελατειακά δίκτυα, βαθειά ριζωμένα στην επαρχία, που ανάγονταν στην εποχή της τουρκοκρατίας. Κύριο χαρακτηριστικό των δικτύων αυτών ήταν η οικογενειοκρατία και η ευνοιοκρατία. Ευρύτερες ομάδες τοπικών δικτύων συγκροτούσαν τα κόμματα, που ήταν χαλαρές συνομοσπονδίες προσωποπαγούς χαρακτήρα. Ο βασιλιάς ήταν ουσιαστικά ο μόνος συνδετικός κρίκος του κράτους με την διεθνή πραγματικότητα και ο εγγυητής της παραμονής της Ελλάδας στην δυτική (αγγλογαλλική κυρίως) σφαίρα επιρροής.

Την κοινωνία της εποχής εκείνης περιέγραψε με εκπληκτικά γλαφυρό αλλά και κοινωνιολογικά ακριβή τρόπο ο Γάλλος συγγραφέας Εντμόντ Αμπού στο κορυφαίο έργο του Ο Βασιλεύς των ορέων (1954). Στο αριστούργημα αυτό, κεντρικό πρόσωπο είναι ο λήσταρχος Χατζηχρήστος, που λυμαίνεται επί χρόνια τα περίχωρα των Αθηνών, και τελικά εγκαθίσταται στην πρωτεύουσα και εκλέγεται βουλευτής!

Βασικό στοιχείο της Ελλάδας, εκείνη την εποχή, ήταν πράγματι η Ληστοκρατία: πολυπληθείς συμμορίες ήλεγχαν την ελληνική ύπαιθρο (στην Αττική δρούσαν άνω των 10.000 ληστών!), παρ’ όλα τα μέτρα που είχαν πάρει αρχικά οι Βαυαροί και στην συνέχεια οι διαδοχικές κυβερνήσεις για την καταστολή τους (βασική εξαγγελία στο προεκλογικό πρόγραμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1928 ήταν η….πάταξη της ληστείας!).

Στις 29 Μαρτίου του 1870, μία ομάδα Άγγλων περιηγητών και εκδρομέων, που την αποτελούσαν ο λόρδος και η λαίδη Μάνκαστερ, ο εγγονός του κόμη Γκρέϋ Φρειδερίκος Βίνερ, ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας Εδουάρδος Χέρμπερτ, ο δικηγόρος Λόϋντ με την σύζυγο και την κόρη του, o γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα κόμης Αλβέρτος ντε Μπόϋλ, ένας Ιταλός υπηρέτης και ένας Έλληνας ξεναγός, ο Αλέξανδρος Ανεμογιάννης, υπάλληλος του ξενοδοχείου «Αγγλία» όπου είχε καταλύσει η παραπάνω ομάδα, ξεκίνησε με δύο άμαξες και τέσσερις έφιππους χωροφύλακες, τους οποίους διέθεσε η τότε Χωροφυλακή κατόπιν σχετικού αιτήματος, για να επισκεφθεί το πεδίο της μάχης του Μαραθώνα.  Μετά την επίσκεψη, η ομάδα πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Γύρω στις 4:30 το απόγευμα, ανάμεσα στο Πικέρμι και τα Σπάτα, δέχθηκε επίθεση από την συμμορία των ληστών Τάκου και Χρήστου Αρβανιτάκη και  περίπου 25 ληστών. Οι τέσσερις χωροφύλακες αντιστάθηκαν με πυροβολισμούς, αλλά οι ληστές, που είχαν συντριπτική αριθμητική υπεροχή, φόνευσαν τους δύο χωροφύλακες και τραυμάτισαν τους άλλους δύο. Στην συνέχεια, συνέλαβαν τους εκδρομείς και τους οδήγησαν μετά από μακρά περιπλάνηση σε σπήλαιο της Πεντέλης.

Όταν το σπήλαιο προσέγγισε απόσπασμα έξι στρατιωτών, οι ληστές απείλησαν ότι θα σκότωναν όλους τους αιχμαλώτους. Οι στρατιώτες έφυγαν. Μετά οι ληστές απελευθέρωσαν τις γυναίκες, τους δύο τραυματίες χωροφύλακες και τον Ιταλό υπηρέτη, και τους μετέφεραν στο Χαρβάτι (σημερινή Παλλήνη), όπου ανέμεναν οι άμαξες με τις οποίες και επέστρεψαν στην Αθήνα. Οι ληστές έδωσαν στους αιχμαλώτους τους γραφική ύλη για να συντάξουν και να στείλουν στην Αθήνα επιστολή με αίτημα καταβολής λύτρων 32.000 αγγλικών λιρών. Στην συνέχεια το ποσό αυξήθηκε σε 50.000 αγγλικές λίρες, ενώ οι ληστές ζήτησαν παροχή αμνηστίας και διακοπή κάθε περαιτέρω καταδίωξης εκ μέρους της πολιτείας μέχρι το τέλος των διαπραγματεύσεων.

Ενώ η βρεταννική πρεσβεία υποστήριζε την αποδοχή των όρων των ληστών, ο υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος απέρριψε οποιαδήποτε συζήτηση, θεωρώντας ότι η διαπραγμάτευση συνιστούσε εξευτελισμό του κράτους. Οπότε η κυβέρνηση απέστειλε στρατιωτικό απόσπασμα για να καταδιώξει τους ληστές, οι οποίοι διέφυγαν προς την βόρεια πλευρά της Πάρνηθας και έφτασαν στον Ωρωπό. Οι ληστές ζήτησαν την αποχώρηση του αποσπάσματος, απειλώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα δολοφονούσαν τους αιχμαλώτους. Η κυβέρνηση δεν υποχώρησε, με αποτέλεσμα τον φόνο τεσσάρων αιχμαλώτων από τους ληστές, ενώ στην συμπλοκή που ακολούθησε, κοντά στο χωριό Δήλεσι, σκοτώθηκαν και δέκα στρατιώτες. Οι ληστές τελικά κατόρθωσαν να διαφύγουν.

Αλλά, ακολούθως, έγιναν γνωστές ορισμένες δυσάρεστες γιά το πολιτικό σύστημα της εποχής λεπτομέρειες. Οι κυριώτερες ήταν ότι, καταδιωκόμενοι, οι ληστές κατέφυγαν με τους αιχμαλώτους στο κτήμα του διώκτη τους, του υπουργού Στρατιωτικών Σούτσου (το μετέπειτα βασιλικό κτήμα Τατοϊου), διότι ο Σούτσος διατηρούσε μαζί τους….πελατειακές σχέσεις. Ο Σούτσος ήταν μεγαλοκτηματίας (είχε πάνω από 200.000 στρέμματα στην Αττική) και χρησιμοποιούσε τους ληστές για να προστατεύουν τις εκτάσεις του. Ο Σούτσος προσεβλήθη και κάλεσε σε μονομαχία τον συνταγματάρχη Πάνο Κορωναίο, τον οποίο τραυμάτισε! Αλλά η περίπτωση  Σούτσου, που ως υπουργός κατεδίωκε τους ληστές ενώ την ίδια στιγμή ως κομματάρχης τους φιλοξενούσε, ήταν ο κανόνας: οι πολιτικοί προστάτευαν τους ληστές ή έκλειναν τα μάτια στην παράνομη δράση τους, διότι τους χρησιμοποιούσαν γιά να επηρεάζουν τους πληθυσμούς της υπαίθρου ή και να ασκούν εκλογική βία προς όφελός τους. Οπότε οι ληστές ή είχαν το ακαταδίωκτο ή όταν έμπαιναν φυλακή τους έβγαζαν από εκεί οι πολιτικοί ή, όταν τα περιθώρια στένευαν, αφήνονταν να περάσουν τα σύνορα και επέστρεφαν μετά από κάποιο διάστημα.

Ένα άλλο σκοτεινό στοιχείο της υπόθεσης Δήλεσι είναι ο ρόλος της τότε αντιπολίτευσης. Ενώ οι ληστές, αντιλαμβανόμενοι ότι υπερέβησαν τα εσκαμμένα, επιζητούσαν να αποσπάσουν κάποια λύτρα και να τερματισθεί η υπόθεση, η αντιπολίτευση τους προσέγγισε και τους πίεσε να μην συμβιβασθούν, προειδοποιώντας τους ότι διατρέχουν κίνδυνο. Οπότε οι ληστές, έχοντας πεισθεί από τους απεσταλμένους της αντιπολίτευσης, έφυγαν για το Δήλεσι, όπου τους έζωσε ο στρατός και, ευρισκόμενοι σε αδιέξοδο, φόνευσαν τους δυστυχείς ομήρους. Δηλαδή, στην ουσία, η αντιπολίτευση χρησιμοποίησε τους ληστές γιά να ρίξει την κυβέρνηση.

Οι συνέπειες υπήρξαν πολύ σοβαρές και προσέλαβαν γεωπολιτικό χαρακτήρα.  Όπως ήταν αναμενόμενο, δημιουργήθηκε μείζον διπλωματικό επεισόδιο. Το Ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε από την Μεγάλη Βρεταννία και την Ιταλία να καταβάλει αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων από 22.000 λίρες, να αποδώσει τιμές στους νεκρούς και να εκφράσει επίσημα την λύπη της στις κυβερνήσεις των κρατών αυτών. Ο υπουργός Εσωτερικών Αυγερινός παραιτήθηκε στις 9 Ιουλίου. Ακολούθησε η παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη. Ο Γεώργιος συνειδητοποίησε σε  ποιά ακριβώς χώρα  βασίλευε και αποφάσισε να παραιτηθεί. Από την παραίτηση τον απέτρεψε ο Βρεταννός πρεσβευτής.

Αλλά επήλθε και διεθνής διασυρμός. Στον ευρωπαϊκό τύπο, η Ελλάδα χαρακτηρίσθηκε «φωλέα ληστών και πειρατών», «χώρα ημιβαρβάρων», «εντροπή δια τον πολιτισμόν». Σε επίσημα κείμενα διατυπωνόταν η άποψη ότι η Ελλάδα «τίθεται εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών» και, το χειρότερο, ότι «αι ληστείαι συμφωνούνται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα». Η βρεταννική κυβέρνηση στη Βουλή χαρακτήρισε την ελληνική κοινωνία ανάξια για οποιαδήποτε υποστήριξη. Το κύρος της χώρας καταρρακώθηκε διεθνώς. Στην συζήτηση έθεσε τέρμα μόνον ο  Γαλλοπρωσσικός πόλεμος, στο τέλος του καλοκαιριού του 1870.

Με το επεισόδιο του Δήλεσι διακυβεύθηκε, όπως είναι σαφές, η ύπαρξη του Ελληνικού κράτους. Μεσοπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα, στην αντίληψη και στην συνείδηση της διεθνούς κοινής γνώμης και των Μεγάλων Δυνάμεων, το ελληνικό πολιτικό σύστημα έγινε αντιληπτό ως μία οντότητα με ποινικά και όχι πολιτικά, υπό την δυτική έννοια του όρου, χαρακτηριστικά. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι, βασική συνέπεια του Δήλεσι, ήταν η εφ’ εξής αποστροφή, ανασφάλεια, αηδία και περιφρόνηση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, κοινοβουλίων, ανακτοβουλίων και μέσων μαζικής ενημέρωσης, καθώς και της κοινής γνώμης, γιά την Ελλάδα και τους πολιτικούς της.

Αντελήφθησαν όλοι ότι, κάτω από τα φράκα των πρωθυπουργών και τα παράσημα των υπουργών, πιό βαθειά από τις επίσημες τελετές και τους πανηγυρικούς λόγους,  μακρυά από τις εκλογικές διαδικασίες, υπήρχε ένα σκοτεινό, αθέατο κέντρο εξουσίας. Ένα κέντρο που συνεργαζόταν με δολοφόνους, διότι η εξουσία του πολιτικού συστήματος δεν προέκυπτε στην πραγματικότητα από εκλογικές και συνταγματικές διαδικασίες, αλλά από την απειλή βίας έναντι ενός υπανάπτυκτου, πάμπτωχου και αμόρφωτου λαού. Ένα κέντρο ανεξέλεγκτο, που δεν δίσταζε να δολοφονήσει υπηκόους των Μεγάλων Δυνάμεων, εάν αυτό εξυπηρετούσε τον μοναδικό σκοπό του: την διαιώνιση της εξουσίας του, ανώτερο και από την ίδια την επιβίωση της χώρας.

Η συνθήκη αυτή, η συνθήκη του Δήλεσι, είναι στην πραγματικότητα η συνθήκη λειτουργίας του Ελληνικού κράτους που διατρέχει τους δύο αιώνες της ύπαρξής του.

 

Η Νέα Πολιτική

    Print       Email

You might also like...

Η “αντίσταση” είναι το εύκολο, το δύσκολο είναι η σκληρή εργασία για την εθνική ανασυγκρότηση.

Read More →