Loading...
You are here:  Home  >  ΣΤΗΛΕΣ  >  Current Article

Η πολιτική ως επιστήμη και η επιστήμη ως ιδεολογία κατά τον J. Habermas

By   /   Αύγουστος 8, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η πολιτική ως επιστήμη και η επιστήμη ως ιδεολογία κατά τον J. Habermas

    Print       Email

χαμπερμας

♦ του Γιάννη Μαθιουδάκη

Η σχέση θεωρίας και πράξης αποτελεί θέμα που έχει απασχολήσει την πολιτική θεωρία και την πολιτική φιλοσοφία, από την αρχαιότητα έως και σήμερα. Και ο τρόπος με τον οποίο αυτή η σχέση γίνεται αντιληπτή, καθορίζει εν τέλει την ουσία της πολιτικής και, κατ’ επέκτασιν, την πολιτική δραστηριότητα. Στο έργο του Θεωρία και πράξη, ο Γερμανός φιλόσοφος Juergen Habermas εκθέτει τους προβληματισμούς του για το θέμα αυτό, αναφερόμενος στην παρακμή της πολιτικής πρακτικής στην εποχή μας.

Προσφεύγοντας σε μία σύγκριση της αρχαιοελληνικής και της σύγχρονης αντίληψης[1], εκκινεί από την θεώρηση του Αριστοτέλους, κατά την οποία ο άνθρωπος είναι φύσει πολιτικό ον, μπορεί, δηλαδή, να ολοκληρωθεί μόνον μέσα στο περιβάλλον της πόλεως. Από αυτήν την άποψη, η πόλις, ως η ανώτερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, έχει ως τέλος της την ανθρώπινη ευτυχία («η δ’ εκ πλειόνων κωμών κοινωνία τέλειος πόλις… γενομένη μεν ουν του ζην ένεκεν, ούσα δε του ευ ζην»[2]). Διατηρεί, επομένως, η πολιτική, μια στενή σύνδεση με την ηθική, καθώς στην πρώτη ολοκληρώνεται ο σκοπός της δεύτερης, που είναι η ανθρώπινη ευδαιμονία.

Πράγματι, για τον Αριστοτέλη, η ηθική και η πολιτική αποτελούν από κοινού μέρη της πρακτικής του φιλοσοφίας. Όπως και η ηθική, έτσι και η πολιτική δραστηριότητα θα πρέπει να διακρίνεται από την πνευματική αρετή της φρονήσεως, που διαχωρίζεται τόσο από την επιστήμη όσο και από την τέχνη («ουκ αν είη η φρόνησις επιστήμη ουδέ τέχνη, επιστήμη μεν ότι ενδέχεται το πρακτόν άλλως έχειν, τέχνη δε ότι άλλο το γένος πράξεως και ποιήσεως»[3]). Ως «έξις πρακτική», η φρόνηση, όπως επισημαίνει ο Habermas, σχετίζεται με την πράξη και με την διαμόρφωση του χαρακτήρα και ενεργεί παιδαγωγικά, όχι τεχνικά. Είναι δε αντίθετη προς την τέχνη («έξις ποιητική»), η οποία, συνεχίζει ο Γερμανός φιλόσοφος, αναφέρεται στον εξειδικευμένο χειρισμό των περιστάσεων προς συγκεκριμένους, ήδη επιλεγμένους, στόχους, εκεί που η πράξη θέτει προς εξέταση και τους ίδιους τους στόχους που επιθυμούμε να πραγματοποιήσουμε. Η πολιτική, επίσης, δεν μπορεί να λάβει την μορφή αυστηρής αποδεικτικής επιστήμης (δηλαδή της επιστήμης ως «έξεως αποδεικτικής»). Γιατί η πράξη αφορά σε αυτό που πρόκειται ή ενδέχεται να συμβεί (το «εσόμενον» και το «ενδεχόμενον»), σε μια, με άλλα λόγια, ανοικτή διαδικασία, και όχι στην σταθερά επαναλαμβανόμενη και αιτιοκρατικά απόλυτα καθορισμένη φυσική πραγματικότητα. Έτσι, η φρόνηση δεν αναφέρεται στην διακρίβωση σταθερών και αμετάβλητων σχέσεων, αλλά στην ικανότητα λελογισμένης κρίσης των περιστάσεων και στην συνετή δράση.

Στην νεώτερη εποχή, όμως, εμφανίζεται η κοινωνική φιλοσοφία, που συλλαμβάνει την πολιτική ως επιστήμη και ενδιαφέρεται για την τεχνική εφαρμογή των συμπερασμάτων της. Ο στόχος που αποδίδει στην πολιτική είναι πλέον η προσαρμογή και η επιβίωση. Επομένως, η πολιτική διαχωρίζεται από την ηθική και εγκαταλείπει την δέσμευσή της προς οποιεσδήποτε κανονιστικές επιταγές. Η διάκριση αυτή σχετίζεται με τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, οι οποίες παραπέμπουν αντίστοιχα σε μια διάκριση της αστικής κοινωνίας από το κράτος. Έτσι, θα λέγαμε, η νεοεμφανισθείσα αστική κοινωνία, ως η σφαίρα της οικονομίας της αγοράς, οδηγεί στην μετάθεση του προβληματισμού σε θέματα προσαρμογής και επιβίωσης, τα οποία μπορούν να μελετηθούν επιστημονικά, γεγονός που συντελεί στην εμφάνιση της κοινωνικής φιλοσοφίας και στην διαμόρφωση μιας νέας αντίστοιχης πολιτικής θεωρίας, η οποία ακολουθεί το επιστημονικό πρότυπο.

Εκείνος που προσπαθεί να δημιουργήσει μια πραγματική κοινωνική επιστήμη είναι ο Hobbes. Σύμφωνα με τον Habermas, «ο Hobbes ήταν αυτός που μελέτησε πρώτος τους ‘νόμους της αστικής ζωής’, με τον σαφή στόχο να θέσει στο εξής την πολιτική δραστηριότητα επί της ασύγκριτα σταθερότερης βάσης εκείνων των επιστημονικά ελεγμένων τεχνικών, τις οποίες είχε γνωρίσει στην μηχανική του καιρού του»[4]. Η μοντέρνα φυσική της ανθρώπινης φύσης κινείται από τα αποτελέσματα στα αίτια: η κυριαρχία του κράτους είναι το αποτέλεσμα της ανάγκης της κατοχύρωσης ενός συστήματος συμβολαίων. Τα συμβόλαια πηγάζουν από την ανάγκη της επιβίωσης μέσα σε ένα σύστημα ειρήνης και τάξης. Το κοινό ενδιαφέρον για την ειρήνη και την τάξη προέρχεται από την ανάγκη εξόδου από την φυσική κατάσταση, υπό την ισχύ μιας φυσικής τάσης (φόβος του βίαιου θανάτου). «Γιατί κάθε άνθρωπος», λέει ο Hobbes, «επιθυμεί ό,τι είναι καλό γι’ αυτόν και αποφεύγει εκείνο που είναι κακό γι’ αυτόν, αλλά κυρίως το χειρότερο από τα φυσικά κακά, δηλαδή το θάνατο· και αυτό το κάνει από μια φυσική ορμή, κατά τον ίδιο τρόπο, όπως μια πέτρα πέφτει προς τα κάτω»[5]. Δημιουργείται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, μια αλυσσίδα αιτίου-αιτιατού, που ανάγει ντετερμινιστικά την πολιτική ζωή στις ενστικτώδεις αντιδράσεις του ανθρώπου απέναντι στην φυσική του κατάσταση. Η πολιτική δράση είναι προδιαγεγραμμένη από τους αυτοματισμούς της ανθρώπινης φύσης. Ο αναπόφευκτος χαρακτήρας της εν λόγω πορείας δίδει το δικαίωμα στον Hobbes να επιχειρήσει την σύλληψη μιας πραγματικής κοινωνικής επιστήμης.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ο επικρατών κατά τον 19ο αιώνα θετικισμός αποστραγγίζει εν τέλει το πνεύμα του κινήματος του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα[6]. Ο Διαφωτισμός υπερασπίζεται τον ανθρώπινο Λόγο, υπεράσπιση αδιαχώριστη από την πίστη και την ελπίδα ότι αυτός ο Λόγος μπορεί να παρέχει τις βάσεις για μια κοινωνική οργάνωση ώριμη, δίκαιη και πεφωτισμένη, με την υπέρβαση της άγνοιας, των προλήψεων και των δεισιδαιμονιών, με την υπέρβαση, δηλαδή, μιας ψευδούς ιδεολογίας, που υποστήριζε την υφιστάμενη άδικη κοινωνική κατάσταση του καταπιεστικού παλαιού καθεστώτος. Υπό αυτήν την έννοια, ο Λόγος ταυτίζεται με τη βούληση για Λόγο, με την βούληση δηλαδή για «την έξοδο του ανθρώπου από την ανωριμότητά του»[7] και την μετάβαση στην ώριμη αυτονομία και την ανθρώπινη χειραφέτηση.

Το θετικιστικό, όμως, μοντέλο, που εν τέλει επικρατεί, διαλύει αυτήν την ενότητα που χαρακτηρίζει τον Διαφωτισμό: την ενότητα θεωρίας και πράξης μέσα σε έναν Λόγο που πρωτίστως θεωρείται στην πρακτική του διάσταση. Η μηχανιστική αντιμετώπιση της φύσης επεκτείνεται και στις κοινωνικές επιστήμες: ο Λόγος, έτσι, στο σύνολό του, υποβαθμίζεται στην ικανότητα της εμπειρικής επαλήθευσης των υποθέσεων και του πραγματιστικού ελέγχου της πραγματικότητας. Η υποβάθμιση αυτή διαλύει την ανωτέρω ενότητα του Λόγου και εξοβελίζει την δέσμευση που τον χαρακτήριζε. Οι προς επιλογήν αξίες θεωρούνται πλέον υποκειμενικός παράγων, που βρίσκεται πέρα από την περιοχή αναφοράς της επιστημονικής ορθολογικότητας. Το άμεσο αποτέλεσμα είναι ότι το θετικιστικό πνεύμα φαίνεται να εγκαταλείπει την πολιτική στον ντεσιζιονισμό της αυθαίρετης επιλογής αξιών. Η επιλογή των αξιών αποτελεί το αντικείμενο μιας απόφασης, που κείται πέραν των ορίων της δικαιοδοσίας του Λόγου.

Ο Λόγος, από την άλλη, συλλαμβάνεται ως εργαλειακός· δεν περιλαμβάνει πλέον, ως περιεχόμενό του, την επιθυμία για μια ώριμη αυτονομία, που θα οδηγήσει στην διαμόρφωση μιας δίκαιης κοινωνίας ως εγγύησης της ανθρώπινης ευζωίας· υποβαθμίζεται σε ένα όργανο που χρησιμεύει στην επίτευξη σκοπών επιλεγμένων κατά έναν τρόπο αυθαίρετο. Ο ντεσιζιονισμός αυτός, όμως, αποτελεί την κάλυψη για την αυτοματοποίηση των αποφάσεων, που υποκρύπτει συγκεκριμένες αξίες. Πρόκειται, εδώ, για τις αξίες του κυρίαρχου κοινωνικού συστήματος.

Στο δοκίμιό του «Τεχνική και επιστήμη ως ιδεολογία»[8], ο Habermas περιγράφει πώς το σύμπλεγμα επιστήμης, τεχνολογίας, βιομηχανίας και διοίκησης καταλήγει να κυριαρχεί στην εποχή μας. Ήδη από τον 19ο αιώνα, το καπιταλιστικό σύστημα παρουσιάζει μια συνεχώς αυξανόμενη απαίτηση για την επέκταση του τεχνικού ελέγχου επί της φύσης και την εκλέπτυνση της διεύθυνσης των ανθρωπίνων σχέσεων. Τα αιτήματα αυτά, θεμελιώδη για την κοινωνική αναπαραγωγή του συστήματος, εκπληρώνονται σε μεγάλο βαθμό μέσω της αναπτυσσόμενης επιστήμης και της τεχνικής εφαρμογής της.

Παραπέμποντας στον Marcuse, ο Habermas επισημαίνει ότι αυτό οφείλεται στην ίδια την δομή του επιστημονικού Λόγου, όπως αυτός κυριάρχησε με την επικράτηση του θετικισμού. Ήδη ο Horkheimer και ο Adorno είχαν τονίσει, στην Διαλεκτική του Διαφωτισμού, πώς η σύγχρονη επιστήμη, με την τεχνολογία ως ουσία και συμπλήρωμά της, βασιζόμενες στην προσπάθεια να εντάξουν το σύνολο της φυσικής πραγματικότητας σε ένα σύστημα που θα εκπηγάζει από συγκεκριμένες προτάσεις και θα επαληθεύεται εμπειρικά στις συνέπειές του, θέτουν ως στόχο τους τον έλεγχο και την κυριαρχία επί της φύσης. Το μοντέλο αυτό σημαίνει εν τέλει και τον έλεγχο επάνω στον άνθρωπο. «Σκοπός μου είναι να δείξω», λέει ο Marcuse στο ίδιο πνεύμα, «τον εσώτερο εργαλειακό χαρακτήρα αυτής της ορθολογικότητας που την κάνει μια a priori τεχνολογία· σκοπός μου είναι να δείξω το a priori μιας ειδικής τεχνολογίας –δηλαδή της τεχνολογίας σαν μορφής κοινωνικού ελέγχου και κοινωνικής κυριαρχίας»[9]. Όπως συμβαίνει στις φυσικές επιστήμες, το νέο επιστημονικό πνεύμα υπόσχεται παρόμοια την «κωδικοποίηση» και τον έλεγχο της κοινωνικής πραγματικότητας.

Καθώς, μάλιστα, η επιστήμη μετατρέπεται γρήγορα στην πρώτη παραγωγική δύναμη του συστήματος, η διοίκηση, η βιομηχανία, η επιστήμη και η τεχνολογία αλληλοϋποστηρίζονται σε μια κυκλική διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό, η σχέση θεωρίας και πράξης συλλαμβάνεται ως εφαρμογή τεχνικών στο κοινωνικό πεδίο, με στόχο την εκπλήρωση προεπιλεγμένων σκοπών. Αυτή η αντίληψη οδηγεί στον αποκλεισμό των πρακτικών ερωτημάτων από την δημόσια σφαίρα και στην αποπολιτικοποίησή της. «Η κοινωνική θέση του ατόμου», συνεχίζει ο Marcuse, «και οι σχέσεις του με τους άλλους, μοιάζουν να καθορίζονται από αντικειμενικούς νόμους και αντικειμενικές ιδιότητες· κι οι νόμοι αυτοί έπαψαν να είναι μυστηριακοί, μπορούν να ελεγχθούν· είναι εκδηλώσεις που η επιστημονική ορθολογικότητα μπορεί να υπολογίσει. Ο κόσμος τείνει να γίνει η ουσία ενός απόλυτου διοικητικού μηχανισμού που περικλείει και τους ίδιους τους διοικούντες»[10].

Η αποπολιτικοποίηση αυτή δικαιολογείται στην συνείδηση του κοινού, καθώς το σύμπλεγμα επιστήμης-τεχνολογίας αναλαμβάνει παράλληλα, πέραν του ρόλου του στην παραγωγική διαδικασία, και έναν νομιμοποιητικό, ιδεολογικό ρόλο: «Μέσα σε αυτό το σύνολο, η τεχνολογία ορθολογικοποιεί την έλλειψη ελευθερίας στον άνθρωπο, δείχνει ότι είναι «τεχνικά» αδύνατον να είναι αυτόνομος, να αυτοκαθορίζεται. Πραγματικά, η έλλειψη ελευθερίας δεν παρουσιάζεται ως ένα γεγονός ανορθολογικό ή ως ένα γεγονός με πολιτικό χαρακτήρα, αλλά παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της υποταγής σ’ έναν τεχνικό μηχανισμό, που δίνει περισσότερη άνεση στη ζωή και που αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας»[11].

Έτσι, καταλήγει ο Habermas στηριζόμενος στην ανάλυση του Marcuse, το σύστημα θεμελιώνει την νομιμοποίησή του πάνω στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, που οφείλεται κυρίως στην επιστημονικο-τεχνική πρόοδο. Η εν λόγω ανάπτυξη, σε συνδυασμό με την αναδιανεμητική λειτουργία που αναλαμβάνει το κοινωνικό κράτος, υπόσχεται την εξάλειψη των αποκαλυπτόμενων ανισοτήτων, που χαρακτηρίζουν τον θεσμό της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, «οι ισχύουσες παραγωγικές σχέσεις παρουσιάζονται ως η τεχνικά αναγκαία μορφή μιας εξορθολογισμένης κοινωνίας»[12]. Η δε ανελευθερία, που χαρακτηρίζει αυτές τις παραγωγικές σχέσεις, χάνει τον πραγματικό πολιτικό χαρακτήρα της και εμφανίζεται ως υποταγή στον μηχανισμό της επιστήμης και της τεχνικής, που διευρύνει τις ανέσεις της ζωής και αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας.

Φυσικά, αν και η ανάπτυξη του κοινωνικού συστήματος φαίνεται να καθορίζεται από την λογική της επιστημονικής-τεχνικής προόδου, ισχύει μάλλον το αντίθετο. Είναι, δηλαδή, η πορεία της επιστημονικής-τεχνικής προόδου που υποτάσσεται στα υφιστάμενα κοινωνικά συμφέροντα. Οι ορίζουσες, λοιπόν, του συστήματος, το αίτημα για κυριαρχία επί της φύσης και του ανθρώπου, προωθούν αξίες όπως είναι εκείνες της ικανότητας ελέγχου του περιβάλλοντος, της οικονομίας και της αποτελεσματικότητας. Οι αξίες αυτές, όμως, φαίνονται να τίθενται από την ίδια την επιστημονική και τεχνική πρόοδο.

«Όταν η θεωρία σχετίζεται με την πράξη με έναν γνήσιο τρόπο», λέει ο Habermas, «αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως ένα σύστημα δράσης των ανθρώπων, που επικοινωνούν μέσω της ομιλίας και έτσι πρέπει να πραγματοποιήσουν τις κοινωνικές τους σχέσεις μέσα στο πλαίσιο της συνειδητής επικοινωνίας»[13]. Στην νέα, όμως, ιδεολογία, «τα κριτήρια δικαιολόγησης αποδεσμεύονται από την οργάνωση της κοινωνικής ζωής, δηλαδή απ’ όλες τις κανονιστικές ρυθμίσεις του συστήματος αλληλοδράσεων. Με αυτήν την έννοια, αποπολιτικοποιούνται και συνδέονται αντ’ αυτού με τις λειτουργίες ενός συστήματος ορθολογικής ως προς τον σκοπό πράξης»[14], δηλαδή με τις λειτουργίες του οικονομικού συστήματος και του κρατικού μηχανισμού.

Το αποτέλεσμα είναι η υποχώρηση της κανονιστικής αυτο-κατανόησης των δημοκρατιών, που ορίζει ότι οι πολιτικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται από αυτόνομους πολίτες, εντός μιας διαδικασίας αβίαστης ανταλλαγής απόψεων. Και η θεωρία παύει να απευθύνεται στην συνείδηση ανθρώπων, που συμβιώνουν και συζητούν κοινά θέματα, προσπαθώντας να καθορίσουν τον πρακτικό έλεγχο της κοινής μοίρας τους.

[1] Βλ. το Habermas, J., «The classical doctrine of politics in relation to social philosophy», στο Habermas Juergen, Polity Press, Cambridge 1996, σ. σ. 41-81.

[2] Αριστοτέλους Πολιτικά, Ι, 1252b.

[3] Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια, Ζ, 1140b.

[4] Όπ. παρ., σ. 61.

[5] Hobbes, T., De cive, Appleton, New York 1949, σ. 26

[6] Βλ. Habermas, J., “Dogmatism, reason, and decision: On theory and praxis in our scientific civilization”, όπ.παρ., σ. σ. 253-283.

[7] Κατά τον Kant, «Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του, για την οποία ο ίδιος είναι υπεύθυνος». Βλ. Kant, I., “An answer to the question: What is Enlightenment?”, στου ιδίου, Political writings, C.U.P., Cambridge 1991, σ. σ. 54-55.

[8] Βλ. στο Habermas, J., «Τεχνική και επιστήμη ως ιδεολογία», στου ιδίου, Κείμενα γνωσιοθεωρίας και κοινωνικής κριτικής, Εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 1990, σ. σ. 121-170.

[9] Marcuse, H., Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα χχ., σ. 168.

[10] Όπ. παρ., σ. 176.

[11] Όπ. παρ., σ. 168.

[12] Habermas J., όπ. παρ., σ. 129.

[13] Habermas, J., “Dogmatism, reason, and decision: On theory and praxis in our scientific civilization”, όπ. παρ., σ. σ. 255.

[14] Habermas, J., «Τεχνική και επιστήμη ως ιδεολογία», όπ. παρ., σ. 157.               

    Print       Email

About the author

You might also like...

6 a.m. των Blitz

Read More →