Loading...
You are here:  Home  >  ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ  >  Current Article

Η Κρίση του Μαρτίου του 1987

By   /   Μάρτιος 24, 2017  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η Κρίση του Μαρτίου του 1987

    Print       Email

[24-3-2017]

♦ του Ιπποκράτη Δασκαλάκη*

Περίπου πριν από τρεις μήνες, από την ίδια ιστοσελίδα και με την ευκαιρία συμπλήρωσης 30 ετών, παρουσιάζαμε την άγνωστη για τους περισσοτέρους συμπολίτες μας, ιστορία του μεθοριακού επεισοδίου στον Έβρο που στοίχισε τη ζωή σε έναν Έλληνα στρατιώτη και σε αρκετούς Τούρκους. Προτού όμως το αίμα του Έλληνα φαντάρου στεγνώσει, μια ακόμη κρίση ξέσπασε στις ταραγμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις. Μιλάμε για την κρίση του Μαρτίου του 1987 ή του «Σισμίκ», από την ονομασία του τουρκικού πλοίου ερευνών, η επαπειλούμενη είσοδος του οποίου στην ελληνική υφαλοκρηπίδα οδήγησε τις δύο χώρες στα πρόθυρα του πολέμου.

Πολλές γνώμες και θέσεις έχουν εκφραστεί για τις αιτίες της κρίσεως, το σκηνικό ανάπτυξης της και κυρίως για τις συνέπειες της. Αμφότερες οι πλευρές, ελληνική και τουρκική, πανηγύρισαν τον τερματισμό της κρίσεως, ως ένδειξη επιτυχίας της σθεναρής πολιτικής τους και αναδίπλωσης του αντιπάλου. Ας έχουμε όμως υπόψη μας ότι αποτελεί σύνηθες φαινόμενο στις διεθνείς κρίσεις, στις οποίες επιτυγχάνεται η αποκλιμάκωση, να επιδιώκεται παράλληλα και η ικανοποίηση των πολιτών (ψηφοφόρων) αμφοτέρων των πλευρών για την σθεναρή και επιτυχημένη στάση της χώρας τους. Συνήθως μια παρόμοια διευθέτηση αποτελεί και την αναγκαία και ικανή συνθήκη για αμοιβαία υποχώρηση αμφοτέρων των πλευρών και αποφυγή της κλιμάκωσης.

Καίτοι το διαβαθμισμένο υλικό των δύο χωρών που αφορά την περίοδο του 1987 δεν έχει ακόμη αποχαρακτηριστεί, φαίνεται ότι οι αιτίες της κρίσης υπήρξαν αποτέλεσμα της συσσωρευμένης έντασης αλλά και προϊόν παρανόησης -εκ μέρους της Τουρκιάς των προθέσεων των Αθηνών- σε ένα περιβάλλον διπλωματικής αποξένωσης των δύο κρατών. Οι ελληνικές δηλώσεις για εξαγορά της Καναδικής εταιρείας Denison Mines Ltd. που εκμεταλλεύονταν το πετρελαϊκό κοίτασμα του Πρίνου (με πρόθεση να διεξαγάγει έρευνες και στη θέση Μπάμπουρας σε απόσταση 10 ναυτικών μιλίων από τη ξηρά αλλά επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδος), αξιολογήθηκαν από την Άγκυρα ως προοίμιο ελληνικών ερευνών πέραν των 6 ναυτικών μιλίων καίτοι ουδεμία τέτοια πρόθεση υπήρχε. Σταθερή λοιπόν η Τουρκία στην πολιτική επίδειξης δύναμης και αποφασιστικότητας προχώρησε σε άμεση ανακοίνωση του απόπλου του  ερευνητικού πλοίου «Σισμίκ» για εκτέλεση υποθαλασσίων ερευνών σε περιοχές της ελληνικής υφαλοκρηπίδος σε μια επανάληψη των προκλήσεων του 1976.

Η ελληνική αντίδραση υπήρξε ομολογουμένως άμεση και προκλήθηκε μια τεράστια κινητοποίηση των ενόπλων δυνάμεων αλλά και ανάλογες κινήσεις σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο προς πολλές κατευθύνσεις. Το πρωινό της 27ης Μαρτίου 1987, στρατός, ναυτικό και αεροπορία, ξεκίνησαν να λαμβάνουν διάταξη μάχης για να παρεμποδίσουν την είσοδο του «Σισμίκ» στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η κινητοποίηση έλαβε χώρα σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα ενθουσιασμού ίσως και ανομολόγητης προσμονής για την εξιλέωση των γεγονότων του 1974. Η Τουρκία δεν ανέμενε μια αντίδραση παρομοίων διαστάσεων και κινητοποίησε με καθυστέρηση τις δικές της δυνάμεις. Διεθνείς πιέσεις, η πρωτοφανής ελληνική κινητοποίηση, η αποφασιστικότητα της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, η αμερικανική διαμεσολάβηση, κατόρθωσαν να απομακρύνουν τα σύννεφα του πολέμου και να πρυτανεύσει η λογική μέσα από αμοιβαίες εξηγήσεις και υποχωρήσεις. Αμφότερες οι χώρες θεώρησαν το αποτέλεσμα της κρίσεως ως επιβράβευση της πολιτικής τους. Ακολούθησε συνάντηση των δύο πρωθυπουργών, Παπανδρέου και Οζάλ, στο Νταβός και η φημολογούμενη συμφωνία αποφυγής ερευνών εκτός των χωρικών υδάτων της κάθε χώρας. Μια συνάντηση που αποκλήθηκε από τον ίδιο τον Ανδρέα Παπανδρέου ως «mea culpa» λίγους μήνες αργότερα.

Ένεκα της έλλειψης επαρκών στοιχείων δύσκολο είναι σήμερα κανείς να είναι απόλυτος ως προς τα αποτελέσματα της κρίσεως του Μαρτίου. Ασφαλή συμπεράσματα όμως σίγουρα μπορούμε να έχουμε σε αρκετούς τομείς. Αναμφισβήτητα η τουρκική ηγεσία αιφνιδιάστηκε από την αποφασιστικότητα της ελληνικής και από την ταχύτατη και επιτυχημένη κινητοποίηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Ο βαθμός ετοιμότητος των ενόπλων δυνάμεων μας σε συνδυασμό και με τη μαχητική ισχύ τους έδινε ένα αξιόπιστο μήνυμα αποτροπής στην Άγκυρα. Είχαμε δηλαδή παρόντα και τα δύο απαραίτητα στοιχεία της αποτροπής: ικανότητα και βούληση και αμφότερα γίνονταν αντιληπτά από τον αντίπαλο. Αποδείχθηκε επίσης, για άλλη μια φορά, ότι η κατάσταση που διαμορφώνεται από τη σχετική στρατιωτική ισορροπία δύο αντιπάλων, μπορεί να διαταραχθεί από πετυχημένους ή άστοχους πολιτικούς και διπλωματικούς χειρισμούς που θα ακολουθήσουν. Δυστυχώς στο σημείο αυτό, η επιδέξια και συστηματική τουρκική διπλωματία έχει να επιδείξει επιτυχίες που ορισμένες φορές φέρνουν σε δύσκολή θέση μια ενθουσιώδη, ερασιτεχνική και παρορμητική ελληνική προσπάθεια.

Ενδιαφέροντα είναι και τα συμπεράσματα των αμερικανικών υπηρεσιών, που μόλις πρόσφατα κυκλοφόρησαν. Οι εκτιμήσεις τους για την ισορροπία στρατιωτικής ισχύος της εποχής εκείνης, Ελλάδος-Τουρκίας κρίνονται ορθές αλλά δυστυχώς ακόμη ορθότερες αποδεικνύονται οι προβλέψεις τους για μελλοντική ανατροπή της ισορροπίας σε βάρος μας.

Από τη γενικότερη εξέταση της κρίσεως αποδεικνύεται ότι κομβικής σημασίας ζήτημα για την Ελλάδα αποτελεί η επέκταση του εύρους των χωρικών υδάτων από 6 σε 12 ναυτικά μίλια. Μια τέτοια εξέλιξη θα συμπαρέσυρε (υπέρ ημών) και σωρεία άλλων θεμάτων που αποτελούν σημεία τριβής μας με την Άγκυρα. Η επέκταση δηλαδή των ελληνικών χωρικών υδάτων θα φέρει σε δύσκολη θέση την Τουρκία. Η τελευταία γνωρίζει τη σημασία μιας τέτοιας εξέλιξης και για αυτό έχει προχωρήσει στην πρωτοφανή και παράνομη ενέργεια της πολεμικής απειλής (casus belli) εναντίον μας σε περίπτωση επέκτασης των χωρικών μας υδάτων. Άρα σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος θα έπρεπε από το 1987 τουλάχιστον, να είχε θέσει ως προτεραιότητα την αύξηση του εύρους των χωρικών μας υδάτων και να εργάζεται συστηματικά προς αυτήν την κατεύθυνση σε όλα τα επίπεδα. Αποδεικνύεται ότι «παράθυρα ευκαιρίας» πάντοτε παρουσιάζονται, αρκεί να είναι ένα κράτος έτοιμο να τα εκμεταλλευθεί.

Θα ολοκληρώσω την σύντομη ιστορική αναδρομή, στα θύματα εκείνης της πρωτοφανούς κινητοποίησης, που δυστυχώς δεν απεφεύχθησαν. Η κινητοποίηση μιας ολόκληρης πολεμικής μηχανής, η ανάπτυξη της, η προετοιμασία εφαρμογής των σχεδίων, είναι κινήσεις υψηλής επικινδυνότητας με ότι αυτό συνεπάγεται. Αυτούς τους ανθρώπους που χάθηκαν τότε, σε κάθε είδους ατυχήματα, η πολιτεία οφείλει να τους τιμά ποικιλοτρόπως. Τα παιδιά μας που χάνονται σε μεθοριακά επεισόδια, κινητοποιήσεις, ασκήσεις είναι ο αναπόφευκτος φόρο αίματος της ανεξαρτησίας και της προάσπισης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Αυτά τα παιδία που λείπουν σήμερα από ανάμεσα μας είναι αντάξιοι των πολεμικών μας ηρώων. Αν δεν το κατανοήσουμε και δεν πράξουμε τα δέοντα ίσως να μην έχουμε το ηθικό ανάστημα να αντικρύσουμε τις ελληνίδες μανάδες που στέλνουν αγόγγυστα τα παιδιά τους στο στράτευμα.

* Υποστράτηγος εα, Διευθυντής Μελετών του ΕΛΙΣΜΕ

    Print       Email

About the author

You might also like...

Αποτελέσματα της επίσκεψης Τσίπρα στο Πεκίνο

Read More →