Loading...
You are here:  Home  >  ΣΤΗΛΕΣ  >  Current Article

Η κινηματογραφική έκρηξη της κρίσης

By   /   Μάιος 10, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η κινηματογραφική έκρηξη της κρίσης

    Print       Email

του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

Χ ωρίς αμφιβολία, υπάρχει μια έκρηξη. Όχι μόνο στον αριθμό των ταινιών, αλλά και στην αποδοχή τους από τα διεθνή φεστιβάλ. Μιλάω, βέβαια, για τον ελληνικό κινηματογράφο στα χρόνια της κρίσης. Αυτήν την φορά είναι ένα μεγάλο αφιέρωμα στην Βασιλική Ταινιοθήκη του Βελγίου, σε συνεργασία με το Κέντρο Καλών Τεχνών (BOZAR) της Βελγικής πρωτεύουσας, που έρχεται να αναδείξει αυτήν την έκρηξη σε όλη της την ένταση, εντάσσοντάς την στο όλο σώμα του ελληνικού κινηματογράφου. Στις Βρυξέλλες, λοιπόν, και με αφορμή την Ελληνική Προεδρία, θα προβληθούν δεκάδες ελληνικές ταινίες, σε ένα τετράμηνο πρόγραμμα, από τον Μάρτιο ως τον Ιούνιο.

Οι προβολές χωρίζονται σε τρεις ενότητες: α. Σύγχρονος Ελληνικός κινηματογράφος, τον Μάρτιο, με ταινίες μετά το 2000, β. Αφιέρωμα στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, το οποίο θα διαρκέσει έως τον Απρίλιο και γ. Ανθολογία του Ελληνικού κινηματογράφου, όπου θα προβληθούν έως τον Ιούνιο οι πιο αντιπροσωπευτικές ταινίες από το 1920 έως σήμερα. Στην πρώτη και στην τρίτη ενότητα συνεργάζεται στενά η Ταινιοθήκη της Ελλάδος.

Στα πλαίσια του αφιερώματος θα παρουσιαστούν δύο εισηγήσεις, η πρώτη στην Βασιλική Ταινιοθήκη, από την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών και Γενική Γραμματέα της Ταινιοθήκης Μαρία Κομνηνού, η οποία θα μιλήσει με θέμα: «Ο Αγγελόπουλος και ο Σύγχρονος Ελληνικός Κινηματογράφος: πατροκτονία ή φόρος τιμής;» και η δεύτερη στο BOZAR, από τον Μισέλ Δημόπουλο, κριτικό, πρώην διευθυντή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με τίτλο «Ζήτω η Κρίση. Ο Ελληνικός Κινηματογράφος: από τον Νέο Κινηματογράφο στο Νέο Κύμα».

Στο αφιέρωμα στον Σύγχρονο Ελληνικό Κινηματογράφο, το οποίο μας ενδιαφέρει κυρίως, θα προβληθούν ταινίες παραγωγής από το 2000 και μετά, κάποιες από τις οποίες έχουν πρόσφατα προβληθεί και διακριθεί σε διεθνή φεστιβάλ. Ανάμεσά τους και οι ιδιαίτερες εκείνες ταινίες των τελευταίων χρόνων, που ο Στηβ Ρόουζ, ο κριτικός της βρεταννικής εφημερίδας Guardian,  βάφτισε «Weird Greek Cinema», τουτέστιν «αλλόκοτο ελληνικό κινηματογράφο» ή «νέο κύμα», όπως το λένε οι ημέτεροι. Θα προβληθούν εν όλω είκοσι δύο ταινίες μυθοπλασίας και οκτώ ντοκυμανταίρ. Κινέττα (2005), Κυνόδοντας (2008) και Άλπεις (2011) του Γιώργου Λάνθιμου –του πρώτου διδάξαντος στην αλλοδαπή το «αλλόκοτον»– Attenberg (2010) και The Capsule (2012) της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγγάρη, Στρέλλα (2009) του Πάνου Κούτρα, Μαχαιροβγάλτης (2011) του Γιάννη Οικονομίδη, J.A.C.E. (2011) του Μενέλαου Καραμαγγιώλη, Wasted Youth (2011) του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, Χώρα προέλευσης (2010) του Σύλλα Τζουμέρκα, Συγχαρητήρια στους αισιόδοξους? (2012) της Κωνσταντίνας Βούλγαρη, L (2012) του Μπάμπη Μακρίδη, Μετέωρα (2012) του Σπύρου Σταθουλόπουλου, Wild Duck (2013) του Γιάννη Σακαρίδη, Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού (2012) του Έκτορα Λυγίζου κι από κοντά η Ακαδημία Πλάτωνος (2009) του Φίλιππου Τσίτου, η Διόρθωση (2007) του Θάνου Αναστόπουλου, September (2013) της Πέννυς Παναγιωτοπούλου, τα Ημερολόγια αμνησίας (2012) της Στέλλας Θεοδωράκη, οι 11 συναντήσεις με τον πατέρα μου (2012) του Νίκου Κορνήλιου, η Ελληνογαλλική Στο Λύκο (2013) των Αράν Χιους και Χριστίνας Κουτσοσπύρου και ο El Greco (2007) του Γιάννη Σμαραγδή.

Θα προβληθούν επίσης τα ντοκυμανταίρ Αγέλαστος Πέτρα (2000) του Φίλιππου Κουτσαφτή, Με τα μάτια στραμμένα στη στεριά (2003) της Κατερίνας Πατρώνη, Μακρόνησος (2008) του Ηλία Γιαννακάκη, Λουόμενοι (2008) της Εύας Στεφανή, Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα, η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος (2010) της Κλεώνης Φλέσσα, Πρώτη Ύλη (2011) του Χρήστου Καρακέπελη, Οι καθαριστές (2012) του Κωνσταντίνου Γεωργούση και Ο μανάβης (2013) του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου.

Ανέφερα μία προς μία τις ταινίες, ακριβώς για να φανεί ο όγκος της σημερινής ελληνικής παραγωγής. Φυσικά, όλες αυτές οι ταινίες δεν είναι του ίδιου είδους, ούτε όλες ανήκουν στο «Αλλόκοτον», ούτε οι σκηνοθέτες τους ανήκουν όλοι στην ίδια γενιά. Η ανθολόγηση είναι μάλλον ενδεικτική πολλών –δεν λέω όλων, γιατί δεν είμαι σίγουρος– τάσεων στο σύγχρονο ελληνικό σινεμά. Υπάρχει αρκετή απόσταση από τον ρεαλισμό του Τσίτου έως την ποίηση του Κουτσαφτή, από το «φτωχό σινεμά» του Λυγίζου και της Βούλγαρη έως την υπερπαραγωγή του Σμαραγδή, ακόμα και από το «Αλλόκοτον» του Οικονομίδη έως εκείνο του Λάνθιμου και της Τσαγγάρη. Η κ. Κομνηνού, φερ’ ειπείν, στην διάλεξή της, σημεία της οποίας έχουν δημοσιοποιηθεί, ξεχωρίζει τις ταινίες σε τρεις ομάδες, «το Weird Wave (το Αλλόκοτον), την τάση του κοινωνικού ρεαλισμού και τέλος τις μετανεωτερικές περιπλανήσεις». Αν και τέτοιες κατηγοριοποιήσεις, ιδιαίτερα αγαπητές στους θεωρητικούς, είναι σχηματικές, γιατί οι ταινίες είναι – οι καλές– ζωντανά σώματα, δείχνουν ωστόσο έναν πραγματικό πλούτο που ξεχύνεται από τις οθόνες μας, μέρες κρίσης.

Ετούτη η τελευταία, η κρίση δηλαδή, έχει ανάγκη από πνευματική δημιουργία, μιας και όπως λένε πολλοί, η κρίση είναι πρωτίστως πνευματική. Αρκεί η δημιουργία να επιχειρεί να αγγίξει τις πληγές, να τις επουλώσει πιθανόν και όχι απλώς να μεταφέρει μια στυλιστική πόζα στα καθ’ ημάς, έτσι ώστε να έχουμε κι εμείς ταινίες «εφάμιλλες των ευρωπαϊκών». Αρκεί, με άλλα λόγια, ο κινηματογράφος να αληθεύει. Μεγάλες κουβέντες, θα μου πείτε. Μα, η ίδια η τέχνη είναι μια μεγάλη κουβέντα, δεν νομίζετε;

Δεν είναι του παρόντος να αναφερθούμε αναλυτικά στις τάσεις που αυτές οι ταινίες εκφράζουν. Θα χρειαζόταν άλλωστε πιότερος χώρος και περισσευάμενη υπομονή από τον αναγνώστη. Ας κρατήσουμε προσώρας ένα δυό εξωτερικά στοιχεία αυτής της, ελπιδοφόρας οπωσδήποτε, ανάπτυξης. Το πρώτο είναι πως το μεγαλύτερο μέρος αυτού του πλούτου τον παρήγαγε το φιλότιμο, ο λεγόμενος «πατριωτισμός των Ελλήνων», κυρίως των νέων ανθρώπων αυτής της χώρας, χωρίς την ελάχιστη κρατική χρηματοδότηση. Το δεύτερο είναι πως πολλές από αυτές τις ταινίες –οι περισσότερες από τις παραπάνω– παίχτηκαν και κάποιες βραβεύτηκαν σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ, ανανεώνοντας το διεθνές ενδιαφέρον για την ελληνική ταινία. Μέχρι πρότινος, το μόνο όνομα Έλληνα σκηνοθέτη που γνώριζε οποιοσδήποτε θεατής εκτός Ελλάδος, ήταν το όνομα του Αγγελόπουλου. Σήμερα, το πράγμα φαίνεται να αλλάζει. Ένα τρίτο στοιχείο, χρήσιμο μέρες πού ’ναι, είναι πως, ως εκ τούτου, οι ταινίες αυτές πουλάνε στο εξωτερικό, δίνοντας μια ανάσα στην καταθλιπτική ατμόσφαιρα της κρίσης.

Στην κινηματογραφική ουσία των ελληνικών ταινιών της νέας χιλιετίας θα μας δοθεί άλλη ευκαιρία να αναφερθούμε. Κλείνοντας, θέλω μόνο να σημειώσω πως οι τέχνες γενικά και ο κινηματογράφος ως τέχνη «μας παρέχουν τα καλύτερα δεδομένα για να καθορίσουμε τι είδους πλάσμα είναι ο άνθρωπος», όπως το λέει κάπου ο Έζρα Πάουντ, και κατά συνέπεια «οι τέχνες παρέχουν δεδομένα για την ηθική». Άρα, δεν είναι η τέχνη είδος πολυτελείας, όπως πιθανόν κάποιοι νομίζουν. Είναι αντίθετα, είδος πρώτης ανάγκης, ιδιαίτερα στην κρίση. Γιατί, αν η τέχνη είναι αληθινή, «είναι εκεί, υπάρχει, όπως υπάρχουν τα δένδρα, μπορείτε να θαυμάσετε, μπορείτε να καθίσετε στη σκιά, μπορείτε να κόψετε φρούτα, μπορείτε να κόψετε ξύλα για κάψιμο, μπορείτε να κάνετε ο,τιδήποτε σας ευχαριστεί.».[1]

Γιατί οι τέχνες, εν τέλει, είναι ο καθρέφτης του πολιτισμού μας. Σωστά; Το ίδιο και ο κινηματογράφος. Μακάρι όλος αυτός ο πλούτος να αποδειχθεί πλούτος πραγματικός και να γίνει ένα πραγματικό και σκιερό δάσος. Η δημιουργικότητα των νέων κινηματογραφιστών το αξίζει. Να ευχηθούμε καλή επιτυχία επί του παρόντος και τα υπόλοιπα – επί των ίδιων των ταινιών δηλαδή – άλλοτε. Στην πρώτη ευκαιρία…



[1] Έζρα Πάουντ, Ποιητική τέχνη, εκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη.

 

    Print       Email

You might also like...

6 a.m. των Blitz

Read More →