Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Η διαχείριση της κρίσης της Κούβας και τα συμπεράσματά της

By   /   Μάρτιος 30, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η διαχείριση της κρίσης της Κούβας και τα συμπεράσματά της

    Print       Email

Picture0454

 ♦ του Ιπποκράτη Δασκαλάκη*

Τ α γεγονότα του Οκτωβρίου του 1962, με την κλιμακούμενη αντιπαράθεση ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, εξ αφορμής της εγκατάστασης πυραυλικών συστημάτων από την δεύτερη στο έδαφος της Κούβας, αποτελούν όχι μόνο την πλέον γνωστή περίπτωση διεθνούς κρίσεως την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου αλλά και την σημαντικώτερη μέχρι σήμερα διακινδύνευση αναμέτρησης με χρήση πυρηνικών όπλων. Η εξέλιξη της αντιπαράθεσης έχει καταστεί αντικείμενο μελέτης και εξαγωγής συμπερασμάτων αναφορικά με την διαχείριση διεθνών κρίσεων.

Διάφοροι επιστημονικοί κλάδοι και φορείς εμπλέκονται στην προσπάθεια ερμηνείας, τυποποίησης, πρόληψης και εύρεσης της πλέον αποτελεσματικής μεθόδου διαχείρισης κρίσεων. Η πολυπλοκότητα, όμως, των παραγόντων που εισέρχονται σε μια διεθνή κρίση, σε συνδυασμό με την δύσκολα προβλέψιμη ανθρώπινη συμπεριφορά και αντίδραση και τους απείρους συνδυασμούς τυχαίων γεγονότων, καθιστούν ουτοπία την επιδίωξη κατασκευής ενός ιδανικού μοντέλου διαχείρισης κρίσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι από την μελέτη προηγουμένων κρίσεων, την συνεχή πρόβλεψη και την προετοιμασία δεν μπορούμε να αποκομίσουμε σημαντικά συμπεράσματα. Η κύρια δυσκολία έγκειται στην ορθή προσαρμογή και εφαρμογή αυτών των συμπερασμάτων στην αντιμετωπιζόμενη κρίση.

Ως κρίσεις ορίζουμε καταστάσεις μεταξύ δύο ή περισσοτέρων χωρών, όπου θεμελιώδεις αξίες και συμφέροντα βρίσκονται υπό απειλή, επικρέμαται ο κίνδυνος χρησιμοποιήσεως στρατιωτικής βίας και υπάρχει πίεση χρόνου. Τον Οκτώβριο του 1962 υπήρχαν και τα τρία προαναφερθέντα γνωρίσματα και στις δύο πλευρές.

Η κρίση της Κούβας (16-28 Οκτωβρίου 1962) αναπτύχθηκε στο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου και σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ -παρά την έντονη περί του αντιθέτου περιρρέουσα φημολογία-διέθεταν συντριπτική πυρηνική ισχύ. Αντίθετα οι Σοβιετικοί υπερείχαν σε συμβατικές δυνάμεις, έχοντας τις χώρες της Ευρώπης υπό την απειλή τους. Η αμερικανική πυρηνική υπεροχή, όμως, δεν εξασφάλιζε εγγυημένη καταστροφή του αντιπάλου, ακόμη και σε περίπτωση αιφνιδιαστικού πυρηνικού πλήγματος, και οι απώλειες αμφοτέρων των αντιπάλων θα ήταν αφόρητες.

Το κύριο σημείο τριβής των σχέσεων των δύο υπερδυνάμεων ήταν το ζήτημα του Βερολίνου και η διαφαινόμενη θέληση της ΕΣΣΔ να επιλύσει εκβιαστικά το θέμα. Επιπλέον είχαν εμφανιστεί τα πρώτα σύννεφα στις σχέσεις ΕΣΣΔ με την Κίνα, με την τελευταία να κατηγορεί την μητρόπολη ότι είχε χάσει την επαναστατική ιδεολογία της. Ταυτόχρονα η Κούβα αποτελούσε σύμβολο της επιτυχίας των λαϊκών απελευθερωτικών πολέμων εναντίον των καπιταλιστών. Στην άλλη πλευρά, ο Kennedy, τραυματισμένος από την αποτυχία της επιχείρησης ανατροπής του Castro (επιχείρηση του Κόλπου των Χοίρων), και επικεντρωμένος στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, αγωνίζεται να ενισχύσει το προφίλ του ως δυναμικού προέδρου και να ανακόψει την άνοδο των Ρεπουμπλικάνων.

Η κρίση της Κούβας διακρίνεται από την φάση της ειρηνικής αντιπαράθεσης (προ της 16ης Οκτωβρίου), την αύξηση της έντασης, την κλιμάκωση, με αποκορύφωση την 27 Οκτωβρίου και την αποκλιμάκωση. Στην πρώτη φάση, έντονες ήταν οι αλληλοκατηγορίες με αφορμή τα γεγονότα του Κόλπου των Χοίρων και εντάθηκαν με την μεγάλης κλίμακος σοβιετική ενίσχυση των κουβανικών ενόπλων δυνάμεων τον Απρίλιο του 1962. Η απόφαση για εγκατάσταση πυρηνικών όπλων ελήφθη την περίοδο 21-24 Μαΐου και οι πρώτοι βαλλιστικοί πύραυλοι έφτασαν στην Κούβα στις 8 Σεπτεμβρίου, συνοδευόμενοι από πλήθος Ρώσσων στρατιωτικών.

Στις διαδοχικές αμερικανικές τοποθετήσεις και «κόκκινες γραμμές», ότι δεν θα γίνει δεκτή ανάπτυξη πυρηνικών όπλων στην Κούβα, η Μόσχα διαβεβαίωνε με κάθε ευκαιρία ότι δεν σκόπευε να εγκαταστήσει παρόμοια όπλα στην Κούβα και ότι κάθε στρατιωτική βοήθεια περιορίζεται σε «αμυντικά» όπλα. Η σοβιετική ενίσχυση της Αβάνας ήταν γνωστή από τις αρχές Αυγούστου στους Αμερικανούς, αλλά οι επικρατούσες εκτιμήσεις συμφωνούσαν για μη εγκατάσταση πυρηνικών όπλων. Οι ΗΠΑ αιφνιδιάστηκαν όταν ο Πρόεδρος είχε στα χέρια του τις αεροφωτογραφίες από την πτήση της 14ης Οκτωβρίου με τους σοβιετικούς πυρηνικούς πυραύλους. Η κρίση μόλις άρχιζε για την αμερικανική πλευρά, και το ημερολόγιο έγραφε 16 Οκτωβρίου 1962.

Την ίδια ημέρα, συγκροτήθηκε η ομάδα χειρισμού κρίσεων (γνωστή ως Ex Com), με υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη και συμβούλους του προέδρου. Το πρώτο ερώτημα που επικράτησε αφορούσε τον σκοπό που εξυπηρετούσε η κίνηση της τοποθέτησης πυρηνικών συστημάτων. Το έτερο βασικό ερώτημα ήταν ο χρόνος ετοιμότητος για τα υπό ανάπτυξη όπλα. Οι απαντήσεις θα βοηθούσαν στην επιλογή της αντίδρασης, η οποία ενείχε τον κίνδυνο στρατιωτικής σύρραξης, με πιθανή την κλιμάκωση και χρήση ακόμη και πυρηνικών όπλων. Επίσης, οποιαδήποτε αντίδραση θα έπρεπε να λάβει χώρα πριν την ενεργοποίηση των όπλων, καθ’ όσον, μετά, το ρίσκο θα ήταν απαγορευτικό.

Κάθε καθυστέρηση αντίδρασης θα ήταν μοιραία και τα διαθέσιμα στοιχεία εκτιμούσαν πιθανή την ενεργοποίηση των 36 MRBM (Medium Range Ballistic Missiles-βεληνεκές 1100 νμ) στις αρχές Νοεμβρίου. Αντίθετα, οι ισχυρότεροι 24 IRBM (Intermediate Range Ballistic Missiles-βεληνεκές 2200 νμ) θα ήταν επιχειρησιακά έτοιμοι τον Δεκέμβριο. Το μέγεθος της στρατιωτικής απειλής των υπό εγκατάσταση πυραύλων προκάλεσε πολλές συζητήσεις, συγκρινόμενο με την τεράστια αμερικανική πυρηνική υπεροχή. Σίγουρα αύξανε τις σοβιετικές πυρηνικές δυνατότητες προσβολής των ΗΠΑ ίσως και κατά 50% την εποχή εκείνη, χωρίς όμως να διαταράσσει την υπάρχουσα πυρηνική ανισσοροπία. Το ψυχολογικό, όμως, αποτέλεσμα της εγκατάστασης και ενεργοποίησης των πυραύλων στην αμερικανική κοινή γνώμη αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο, θα ήταν δυσανάλογα σημαντικό. Άρα, η περίπτωση που αντιμετώπιζαν οι ΗΠΑ είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας κρίσης: απειλή σε ζωτικά συμφέροντα, πίεση χρόνου, κίνδυνο στρατιωτικής εμπλοκής που πιθανόν να οδηγούσε και σε πρωτόγνωρη πυρηνική σύρραξη.

Η διερεύνηση των αιτίων της σοβιετικής κίνησης οδηγεί στην εξέταση της περίπτωσης της εξασφάλισης της άμυνας της Κούβας, της προσπάθειας μερικής εξισορρόπησης της αμερικανικής πυρηνικής ισχύος, της ενέργειας στα πλαίσια της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης με σκοπό την άνοδο του σοβιετικού γοήτρου και της δημιουργίας μιας κρίσεως με επιδίωξη την απόκτηση ανταλλαγμάτων με διαπραγματεύσεις σε κάποιο άλλο θέμα (Βερολίνο). Σε κάθε περίπτωση, υπήρχαν λογικά κενά που αποδυνάμωναν, λιγώτερο ή περισσότερο, την κάθε υπόθεση. Οι Σοβιετικοί είχαν επίσης εγκαταστήσει στην Κούβα και συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων, στρατηγικά βομβαρδιστικά με δυνατότητα πυρηνικής προσβολής των ΗΠΑ, συστοιχίες επάκτιων πυραύλων με πυρηνικά βλήματα και τακτικά πυρηνικά όπλα. Την ύπαρξη των δύο τελευταίων συστημάτων αγνοούσαν οι Αμερικανοί, και μια αιφνιδιαστική χρήση τους θα μπορούσε να οδηγήσει σε πυρηνική σύρραξη.

Οι τρόποι αντιδράσεως που εξετάστηκαν από την αμερικανική πλευρά περιελάμβαναν: την πλήρη αδράνεια, την προσφυγή σε διεθνή όργανα σε συνδυασμό με διπλωματικές πιέσεις, την μυστική προσέγγιση του Castro ώστε να απαιτήσει απόσυρση των όπλων, την χερσαία εισβολή, την αεροπορική επιδρομή με σκοπό την καταστροφή των πυραύλων και τον ναυτικό αποκλεισμό. Οι πρώτες τρεις περιπτώσεις σύντομα απερρίφθησαν ως αναποτελεσματικές. Οι υπόλοιπες τρεις λύσεις ενείχαν, λιγώτερο ή περισσότερο, τον κίνδυνο στρατιωτικής σύρραξης. Η εισβολή επελέγη ως η έσχατη λύση.

Αρχικά προκρίθηκε η αιφνιδιαστική αεροπορική προσβολή, αλλά η πιθανότητα ηθικής καταδίκης, σε συνδυασμό με την μη εξασφαλισμένη καταστροφή των στόχων (άρα εν συνεχεία αναγκαιότητα εισβολής), οδήγησαν στην επιλογή του ναυτικού αποκλεισμού, συνοδευόμενου από τελεσίγραφο για άμεση απομάκρυνση όλων των ήδη ανεπτυγμένων πυρηνικών συστημάτων. Ο ναυτικός αποκλεισμός επελέγη, επιπλέον, διότι έδινε χρόνο και δυνατότητες αντίδρασης ώστε να αποφευχθεί μια σύρραξη και μετέφερε τον χειρισμό της κρίσεως και την ευθύνη κλιμάκωσης στην άλλη πλευρά. Στην σκέψη των Αμερικανών, πλέον του κινδύνου σύρραξης, ήταν και τα ενδεχόμενα αντίποινα κατά του Βερολίνου.

Στις 22 Οκτωβρίου, έκπληκτος ο κόσμος μαθαίνει από δημόσια εμφάνιση του Αμερικανού προέδρου την κρισιμότητα της καταστάσεως, και συγχρόνως τίθεται το δίλημμα της περαιτέρω κλιμάκωσης στην σοβιετική πλευρά, καλούμενη να αποδεχθεί την άμεση απόσυρση των ήδη εγκατεστημένων πυραύλων με την απειλή χρήσεως στρατιωτικής βίας να επικρέμαται. Ο πρόεδρος, επίσης, ανακοινώνει ότι η Κούβα τίθεται από 24 Οκτωβρίου σε «καραντίνα» (ναυτικός αποκλεισμός στην ουσία), ώστε να εμποδιστεί η άφιξη των πλοίων που μεταφέρουν τα υπόλοιπα πυρηνικά συστήματα. Συγχρόνως το ΝΑΤΟ και οι πυρηνικές δυνάμεις των ΗΠΑ και συμμάχων τίθενται σε πρωτόγνωρα υψηλό βαθμό συναγερμού και ετοιμότητας (DEFCON 2), με όλους τους συνεπακόλουθους κινδύνους τυχαίας εμπλοκής που μια τέτοιας έκτασης κινητοποίηση καθιστούσε πιθανή.

Με την σειρά της, η ρωσσική πλευρά αιφνιδιάζεται, έχοντας και αυτή επιδεικτικά αγνοήσει τις αμερικανικές υπερπτήσεις των 14,15, 17 Οκτωβρίου, που λογικά θα οδηγούσαν στην αποκάλυψη των πυραύλων. Οι πρώτες αντιδράσεις είναι η απόρριψη του αμερικανικού τελεσίγραφου, η κινητοποίηση των σοβιετικών πυρηνικών και συμβατικών δυνάμεων και η εντατικοποίηση των εργασιών ενεργοποίησης των πυραύλων στη Κούβα. Πλέον, όμως, η σοβιετική πλευρά αντιμετωπίζει την διαχείριση της κρίσεως, καθ’όσον η δημόσια τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου έχει περιορίσει τις δυνατότητες ελιγμού των Σοβιετικών. Οι Σοβιετικοί αντιλαμβάνονται τώρα ότι το διακύβευμα της ανάπτυξης των πυραύλων καθίσταται ριψοκίνδυνο. Το μέγεθος της αμερικανικής κινητοποίησης, η δημόσια αυτοπεποίθηση του Αμερικανού προέδρου, η επέλευση τυχαίων εμπλοκών και ο υπολογισμός της ανισσοροπίας πυρηνικής ισχύος οδηγούν στην συνετώτερη αντιμετώπιση της κρίσεως και στην προσπάθεια κέρδους χρόνου.

Όμως οι διαδικασίες ενεργοποιήσεως των MRBM συνεχίζονται, και η ενεργοποίηση τους (με εξασφάλιση του αναγκαίου χρόνου) θα αποδώσει σημαντικά διαπραγματευτικά οφέλη και πλεονεκτήματα στους Σοβιετικούς. Επίσης αισθάνονται ικανοποιημένοι, καθώς έχει αποφευχθεί μια αμερικανική προσβολή στην Κούβα, που αφ’ενός ήσαν ανέτοιμοι να αντιμετωπίσουν και αφ’ετέρου πιθανόν να οδηγούσε σε μια πυρηνική σύρραξη. Στην Μόσχα, ο χειρισμός της κρίσεως γίνεται στο ανώτατο πολιτικό όργανο, το Presidium, το οποίο, όπως φαίνεται, εύκολα αποδέχεται και επικυρώνει τις αποφάσεις του πανίσχυρου γενικού γραμματέα Khrushchev. Ο Khrushchev αποφασίζει, την ύστατη στιγμή, να μην παραβιάσουν τον ναυτικό αποκλεισμό με «υψηλής επικινδυνότητας» πλοία, αλλά να δοκιμάσουν τις αμερικανικές προθέσεις με πιο ανώδυνα φορτία.

Στις 24 Οκτωβρίου, τα πλοία με τους IRBM ανακόπτουν την πορεία τους, μη εισερχόμενα στην ζώνη αποκλεισμού, ενώ οι Αμερικανοί εκτελούν μια επιλεκτική εφαρμογή του αποκλεισμού, χωρίς να συναντήσουν αντίδραση στα εισερχόμενα πλοία. Οι κίνδυνοι, όμως, ναυτικής εμπλοκής εξακολουθούν να υπάρχουν, με την συσσώρευση πλήθους πολεμικών πλοίων και εν καταδύσει υποβρυχίων. Τις υπόλοιπες τρεις ημέρες ακολουθεί μια αμφιταλάντευση των προθέσεων της Μόσχας, με σκοπό το κέρδος χρόνου και την μεγιστοποίηση των διαπραγματευτικών κερδών, πέραν της αμερικανικής εγγύησης για μη εισβολή, με αποτέλεσμα την κορύφωση της κρίσεως.

Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι Σοβιετικοί, αντιλαμβανόμενοι την αδυναμία τους, είχαν αποφασίσει να μην κλιμακώσουν την κρίση πέραν των δυνατοτήτων τους. Στις 26 Οκτωβρίου, ο Ρώσσος ηγέτης απευθύνει προσωπική μακροσκελή επιστολή για διευθέτηση της κρίσεως. Η επιστολή κρίνεται ότι χρήζει επεξηγήσεων, με πιθανή την επιδίωξη κέρδους χρόνου. Οι ΗΠΑ ανταπαντούν δημόσια ότι μια συμφωνία απαιτεί την άμεση απόσυρση των «επιθετικών» όπλων σε αντάλλαγμα με την εγγύηση της μη εισβολής. Ενδιάμεσα, οι προετοιμασίες για μεγάλης κλίμακας αεροπορική προσβολή ολοκληρώνονται και απομένει η τελική απόφαση υλοποίησής της.

Η κρίση τώρα είναι τοποθετημένη και στις δύο πλευρές. Οι Αμερικανοί αναμένουν διευκρινίσεις από την σοβιετική πλευρά, αλλά αισθάνονται ότι τα χρονικά όρια δράσεως στενεύουν και προσανατολίζονται σε αεροπορική προσβολή στις 30 Οκτωβρίου. Εκτιμούν ότι η αποδοχή του αποκλεισμού και διακοπή της πορείας των «υψηλής επικινδυνότητας» πλοίων έχει δώσει ενδείξεις ότι η Μόσχα δεν επιθυμεί την σύγκρουση. Η υπόθεση, όμως, της σοβιετικής «μπλόφας» προς κέρδος χρόνου είναι ισχυρή.

Η σοβιετική πλευρά, αιφνιδίως, θέτει δημοσίως, στις 27 Οκτωβρίου, θέμα αμοιβαίας απόσυρσης των πυραύλων στην Κούβα, με τους από το 1961 εγκατεστημένους 15 αμερικανικούς πυραύλους Jupiter στην Τουρκία. Η δημόσια πρόταση του σοβιετικού ηγέτη προκαλεί εκνευρισμό στις ΗΠΑ. Τυχόν ικανοποίηση του νέου αιτήματος ουδόλως επηρεάζει την πυρηνική ισορροπία, καθ’όσον οι ΗΠΑ θεωρούσαν τους Jupiter ξεπερασμένους και προγραμμάτιζαν ήδη την απομάκρυνσή τους. Η δημόσια, όμως, αναφορά καθιστά πλέον την απόσυρση αδύνατη, καθ’όσον θα έθετε σε δοκιμασία την αξιοπιστία των ΗΠΑ έναντι των Συμμάχων και ιδιαίτερα της Τουρκίας, και θα απαιτούσε σημαντικό χρονικό διάστημα για την επίλυση των διαδικαστικών θεμάτων εντός της Συμμαχίας. Εάν το σοβιετικό αίτημα γίνει αποδεκτό –έστω για συζήτηση- η κατάσταση θα περιπλακεί, καθώς στην διαπραγμάτευση της κρίσεως θα εμπλακούν και οι νατοϊκές χώρες.

Οι Αμερικανοί αποφασίζουν να επαναλάβουν την πρότασή τους για απόσυρση των πυραύλων έναντι εγγύησης μη εισβολής, αγνοώντας οποιαδήποτε αναφορά στους Jupiter. Η επιστολή του Kennedy προς τον ομόλογό του παραδίδεται από τον αδελφό του και υπουργό Δικαιοσύνης στον Ρώσσο πρεσβευτή, τονίζοντας την επικείμενη ανάληψη στρατιωτικής δράσης. Συγχρόνως δίδεται και προφορική διαβεβαίωση για θετική δρομολόγηση σε δεύτερο χρόνο (λόγω των επιπλοκών που παρουσιάζει ένα τέτοιο θέμα) της απόσυρσης των πυραύλων από την Τουρκία και πως αποκλείουν κάθε δημοσία συζήτηση και αναφορά στο υπ’ όψιν θέμα. Επί πλέον οι ΗΠΑ, με μια σειρά ενεργειών, κατέστησαν εμφανή την απόφασή τους να εισβάλλουν στην Κούβα. Η κρίση κορυφώνεται και με την κατάρριψη ενός U-2 από σοβιετικό πύραυλο στην Κούβα, με τον πρώτο και μοναδικό νεκρό της αντιπαράθεσης.

Το περιστατικό της κατάρριψης αυξάνει την ένταση, αλλά δίνει την ευκαιρία στην Μόσχα να κατανοήσει ότι η εξέλιξη της κρίσεως βρίσκεται και στα χέρια των απομακρυσμένων τοπικών διοικητών με όλους τους κινδύνους. Συγχρόνως αντιλαμβάνονται ότι έχουν αφ’ενός ξεπεράσει τα όρια των δυνατοτήτων τους και αφ’ετέρου ότι η αμερικανική πλευρά είναι αποφασισμένη να προχωρήσει στην κλιμάκωση, έχοντας το πλεονέκτημα της ισχύος. Στις 28 Οκτωβρίου, ο Khrushchev, έχοντας και την έγκριση του Presidium, ανακοινώνει την πρόθεσή του για απόσυρση των πυραύλων έναντι της υπόσχεσης για μη αμερικανική εισβολή στην Κούβα.

Καίτοι μεσολάβησαν μερικές ημέρες επαλήθευσης της διαδικασίας απόσυρσης των πυραύλων, η κρίση των πυραύλων άρχισε να αποκλιμακώνεται στις 28 Οκτωβρίου, και η ημέρα εκείνη συμπληρώνει την περίοδο των 13 ημερών που έφεραν τον κόσμο στο χείλος της πυρηνικής καταστροφής. Εκτιμάται ότι η εκ μέρους της Μόσχας συνειδητοποίηση της αμερικανικής αποφασιστικότητας για χρήση βίας, σε συνδυασμό με την πυρηνική υπεροχή των ΗΠΑ, και όχι ο ναυτικός αποκλεισμός, ήταν οι κύριοι λόγοι της σοβιετικής υποχώρησης.

* * *

Ας προσπαθήσουμε εδώ να συνοψίσουμε τις διαπιστώσεις της συγκεκριμένης κρίσεως και να τις μετατρέψουμε σε γενικά συμπεράσματα.

Αρχικά πρέπει να κατανοήσουμε ότι η κρίση είναι ένα εργαλείο, μέσω του οποίου οι εμπλεκόμενοι επιδιώκουν την εκπλήρωση αντικειμενικών στόχων. Συνήθως ο προκαλών την κρίση έχει και την πρωτοβουλία των κινήσεων, άρα και σημαντικά πλεονεκτήματα. Η κρίση μπορεί να είναι προσχεδιασμένη ή αποτέλεσμα τυχαίων γεγονότων. Κάθε κρίση έχει ως αφετηρία της την αδυναμία ορθής αξιολόγησης των ενδείξεων και πληροφοριών που διαθέτουμε για τις προθέσεις του αντιπάλου. Η αδυναμία αυτή προέρχεται κυρίως από την απροθυμία μας να αποδεχθούμε μη αναμενόμενα συμπεράσματα και λιγώτερο από την επιμελημένη παραπλάνηση του αντιπάλου. Οι πιθανότητες επιτυχούς αντιμετώπισης της κρίσεως αυξάνουν με την συνεχή εγρήγορση και προετοιμασία μας για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων καταστάσεων. Η προετοιμασία πρέπει να βασίζεται σε μια συνεχή διανοητική επεξεργασία όλων των διαθέσιμων πληροφοριών, σε συνδυασμό με την διεθνή κατάσταση, το προφίλ του αντιπάλου και τα δικά μας αδύνατα σημεία.

Η ορθή συγκρότηση της ομάδος χειρισμού κρίσεων έχει ζωτική σημασία και πρέπει να εξασφαλίζει την ισορροπημένη εξέταση όλων των παραγόντων, σε συνδυασμό με τις ημέτερες και αντίπαλες δυνατότητες και στόχους. Αναπόφευκτα ο κάθε εμπλεκόμενος σύμβουλος, συνειδητά ή ασυνείδητα, τείνει να αναλύσει τα δεδομένα και να παρουσιάσει εισηγήσεις που επηρεάζονται από τα βιώματά του, την ιδιοσυγκρασία του και τις αντιλήψεις, αλλά και επιδιώξεις του οργανισμού που εκπροσωπεί. Βασικά σημεία που πρέπει όσο το δυνατόν νωρίτερα να διευκρινιστούν, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία του χειρισμού, είναι οι επιδιωκόμενοι στόχοι του αντιπάλου, άρα και πιθανές συνέπειες της εξέλιξης της κρίσης και οι χρονικοί περιορισμοί της αντίδρασης μας. Με την εξιχνίαση αυτών των σημείων μπορούμε ασφαλέστερα να προχωρήσουμε στην εξέταση πιθανών τρόπων αντιδράσεως, αξιολογώντας την σχέση οφέλους-κόστους και πιθανότητας επιτυχίας της κάθε λύσης. Η επαναξιολόγηση των δεδομένων πρέπει να είναι συνεχής, καθ’ όσον η ταχύτητα εξέλιξης των γεγονότων αποτελεί κύριο γνώρισμα των κρίσεων.

Μια επιτυχημένη αντίδρασή μας πρέπει να δημιουργεί κρίση στην αντίπαλη πλευρά, απειλώντας τα δικά της συμφέροντα ώστε οι δυνατοί τρόποι αντιδράσεώς της να εμπεριέχουν κόστος που να υπερβαίνει το προσδοκώμενο όφελός της ή τουλάχιστον να καθιστούν μη ορθολογικά αποδεκτή κάθε πιθανότητα επιτυχίας της. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι η σχετική ισχύς των αντιπάλων είναι αυτή που περιορίζει κατά πολύ τα περιθώρια ελιγμού του ασθενέστερου. Επίσης κάθε ενέργεια και συμπεριφορά μας, τωρινή ή προγενέστερη, σχεδιασμένη ή μη, αξιολογείται από τον αντίπαλο. Η υιοθέτηση «κόκκινων γραμμών» είναι μια συνήθης τακτική, που γνωστοποιεί στον αντίπαλο τα έσχατα όρια πιθανής υποχώρησής μας και αποδοχής των ενεργειών του, σε μια προσπάθεια παρεμπόδισής του να κλιμακώσει τις απαιτήσεις του.

Η επιλογή τοποθέτησης ορίων (ειδικά με δημόσιες δεσμεύσεις), καίτοι παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα όταν συνοδεύεται από μια αξιόπιστη βούληση και δυνατότητα αποτροπής, εν τούτοις μειώνει τα περιθώρια ελιγμών κατά την διαχείριση των κρίσεων. Συνεπώς πρέπει να χρησιμοποιείται με φειδώ και σε περιπτώσεις διακινδύνευσης ζωτικών συμφερόντων, οπότε και έχει προεπιλεγεί η σύγκρουση πέραν ενός σημείου ως αναπόφευκτη λύση. Αποτελεσματική κίνηση στην διάρκεια των κρίσεων είναι η κατάλληλη τοποθέτησή μας, ώστε το δίλημμα της επιλογής και η ευθύνη κλιμάκωσης να μεταφέρεται στον αντίπαλο και μάλιστα να αναγκάζεται, για να αποφύγει την ήττα (ή αποτυχία των στόχων του), να διακινδυνεύσει ανεύθυνα σε υψηλότερο επίπεδο. Προϋπόθεση μιας τέτοιας τακτικής μας είναι να μπορούμε να τον ακολουθήσουμε σε τυχόν κλιμάκωση της απάντησής του. Η τακτική της συνεχούς κλιμάκωσης είναι επικίνδυνη, γιατί είναι δυνατόν να καταστεί ανεξέλεγκτος ή το κόστος υποχώρησής μας σε υψηλότερο επίπεδο της αντιπαράθεσης να είναι απολύτως υψηλότερο από μια ανώδυνη υποχώρηση ή συμβιβασμό στα πρώτα βήματα της κρίσεως. Και στην περίπτωση αυτή, η τακτική της «μπλόφας» αποτελεί μέρος του παιγνιδιού.

Η τακτική της κλιμάκωσης και μεταφοράς της ευθύνης λήψης αποφάσεως στον αντίπαλο πρέπει να συνοδεύεται και από την ανάλογη πίεση χρόνου πάνω του. Τα χρονικά περιθώρια πρέπει να περιορίζουν τον χρόνο αντίδρασής του, χωρίς όμως να καθιστούν την ανεύθυνη λύση της σύγκρουσης αναπόφευκτη ένεκα ανεπαρκούς χρόνου αντίδρασης ή επαναδιαπραγμάτευσης ενός έντιμου συμβιβασμού. Απαραίτητη τακτική σε κάθε κρίση (εκτός αν επιδιώκεται η σύγκρουση) είναι να παραχωρείται επαρκής δυνατότητα αξιοπρεπούς υποχώρησης του αντιπάλου. Η πλήρης υποταγή και καταρράκωσή του συνήθως ενεργοποιούν τα αντανακλαστικά της εθνικής επιβίωσης και μια αντιπαράθεση χαμηλών συμφερόντων μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε σύγκρουση διάρκειας και υψηλής έντασης. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, σε κάθε κρίση, υπεισέρχεται πλήθος τυχαίων και απρόβλεπτων γεγονότων, που μπορεί να την καταστήσουν ανεξέλεγκτη ή να ανατρέψουν τους σχεδιασμούς των αντιπάλων.

Ομοίως σε κάθε βήμα πρέπει να συνυπολογίζεται και η εσωτερική και διεθνής νομιμοποίηση των ενεργειών μας και η αντίστοιχη απονομιμοποίηση του αντιπάλου, με επιδίωξη την έκθεση και καταδίκη του από την διεθνή κοινότητα. Η διεθνής κοινότητα και θεσμοί είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψιν, σε συνδυασμό όμως με την υφιστάμενη ισορροπία ισχύος, συμμαχίες και συμφέροντα της συγκεκριμένης περιόδου.

Ολοκληρώνοντας, θα αναφερθώ στην ανάγκη διατήρησης επαφών μεταξύ των εμπλεκομένων καθόλη την διάρκεια της κρίσεως. Αξιοσημείωτα αποτελέσματα έχουν επιφέρει οι μυστικές επαφές, συνομιλίες και συμφωνίες, όπου, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, την λαϊκή και πολιτική πίεση, έχει επέλθει μια επίλυση του προβλήματος με αμοιβαίες παραχωρήσεις. Η διαμεσολάβηση διεθνών οργανισμών και άλλων χωρών πιθανόν να καταστεί εποικοδομητική, με ενισχυτική την προϋπόθεση νομιμοποίησης των θέσεών μας και της διεθνούς σημασίας μας. Σε τελευταία ανάλυση, οι ηγέτες των εμπλεκομένων κρατών είναι οι τελικοί αποδέκτες της ροής πληροφοριών, εκτιμήσεων και εισηγήσεων, της πίεσης, των ευθυνών αποφάσεων και ενεργειών τους έναντι των λαών και της ιστορίας τους, και το ερώτημα είναι κατά πόσον είναι κατάλληλοι και προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν μια τέτοια τραγική κατάσταση.

* Υποστρατήγου ε.α., διεθνολόγου, μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ), συνεργάτη του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ) Παντείου Παν/μίου

 

    Print       Email

About the author

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →