Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Η γεωπολιτική σημασία της Ωκεανίας και η επιρροή των ΗΠΑ

By   /   Αύγουστος 19, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η γεωπολιτική σημασία της Ωκεανίας και η επιρροή των ΗΠΑ

    Print       Email

Cleared for public release by Lt.Cmdr. Terry Dudley, USS Kitty Hawk Public Affairs Officer

♦ του Ιπποκράτη Δασκαλάκη

Η Ωκεανία είναι ήπειρος που συνίσταται από την Αυστραλία, την Νέα Ζηλανδία, την Τασμανία και αριθμό νησιωτικών συμπλεγμάτων-κρατών (1) του νοτίου Ειρηνικού Ωκεανού. Γεωγραφικά η Ωκεανία συνδέει τον νότιο Ειρηνικό με τον Ινδικό Ωκεανό, έχοντας νότια την δυσπρόσιτη και αφιλόξενη Ανταρκτική. Η περιοχή αποτελεί μια συνέχεια προς τον νότο των πολυάριθμων νήσων του ινδονησιακού αρχιπελάγους, με δεσπόζουσα την ηπειρωτική νήσο της Αυστραλίας. Συγχρόνως εκτείνεται και ανατολικά, σε σχήμα ημικυκλίου, μέσω συμπλεγμάτων πολυαρίθμων μικρών νήσων, που εισχωρούν σε βάθος στον κεντρικό και νότιο Ειρηνικό. Χαρακτηριστικό της Ωκεανίας είναι ο τεράστιος υδάτινος όγκος της, που περικλείει τα πολυάριθμα και μερικώς απομονωμένα αυτά νησιά στο απομακρυσμένο από τις θαλάσσιες οδούς τμήμα του νοτίου ημισφαιρίου.

Η έκκεντρη θέση και απομόνωση της Ωκεανίας, σε συνδυασμό με την απουσία εκμεταλλεύσιμων πόρων, συνετέλεσαν να αποτελέσει την τελευταία ήπειρο που εξερευνήθηκε, αποικήθηκε και αποτέλεσε πεδίο διαμάχης των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Οι τεράστιες θαλάσσιες αποστάσεις μεταξύ των νήσων περιόρισαν τις μετακινήσεις πληθυσμών, γεγονός που ανατράπηκε μόνο με την σχετικά πρόσφατη αποίκηση της Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας και την εξαφάνιση των γηγενών πληθυσμών. Η βρεταννική σημαία κυμάτιζε επί χρόνια στην Ωκεανία, χωρίς όμως η περιοχή να αποτελεί ζωτικής σημασίας έδαφος για την τεράστια αυτοκρατορία.

Η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, πιστές στο καθεστώς της Κοινοπολιτείας, συνέδραμαν αποφασιστικά και με σημαντικές ανθρώπινες θυσίες, σε αμφότερους τους παγκοσμίους πολέμους, τις αγγλόφιλες δυνάμεις. Μικρότερη και συμβολική είναι η γαλλική παρουσία στις πολυάριθμες νήσους του νοτίου Ειρηνικού.

Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, χρειάστηκε η ιαπωνική επέκταση μέχρι τα βόρεια σύνορα της Αυστραλίας και η πρωτόγνωρη απειλή ιαπωνικής εισβολής, για να αποτελέσει η Ωκεανία ζωτικό μέρος του συμμαχικού σχεδιασμού και θέατρο επιχειρήσεων για ανάσχεση των Ιαπώνων. Ταυτόχρονα, θεμελιώθηκε η εμπλοκή των ΗΠΑ στην περιοχή, συνοδευόμενη από τον απόλυτο έλεγχο αριθμού νήσων και αντίστοιχη επιρροή στα λοιπά κράτη της Ωκεανία,ς με εστίαση στις δύο πολυπληθείς νησιωτικές δημοκρατίες (Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία).

Στον Ψυχρό Πόλεμο που ακολούθησε, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία, σταθερά ταγμένες στο δυτικό σύστημα, γνώρισαν οικονομική άνοδο και πολιτική σταθερότητα και στήριξαν στρατιωτικά επιλογές των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Αποκορύφωμα της συνεργασίας των ΗΠΑ με την Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία ήταν η τριμερής συμμαχία του ANZUS (Australia, New Zealand, United States), που υπογράφηκε το 1951 και τέθηκε σε ισχύ το επόμενο έτος, υπό την πίεση που δημιουργούσε ο πόλεμος της Κορέας και οι δυτικοί σχεδιασμοί (αλλά και ανησυχίες) επανεξοπλισμού της Ιαπωνίας. Σύμφωνα με την συνθήκη, όλα τα μέρη θα θεωρούσαν οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση στην περιοχή του Ειρηνικού εναντίον ενός εξ αυτών, ως απειλή για την ειρήνη και την ασφάλεια των υπολοίπων μερών, και αναλάμβαναν υποχρεώσεις κοινής διαβούλευσης και αντιμετώπισης της κατάστασης, ενώ συγχρόνως δεσμεύονταν να διατηρούν ικανότητες αντιμετώπισης τυχόν εχθρικής επίθεσης.

Στην συνθήκη διακρίνεται η δημιουργηθείσα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αίσθηση του αδιάσπαστου του χώρου Ωκεανίας και Ειρηνικού, στις αντιλήψεις των τριών συμμαχικών δυνάμεων. Απόρροια της συνθήκης και των κοινών συμφερόντων ήταν και η συμμετοχή της Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας στους πολέμους της Κορέας και του Βιετνάμ. Η περίοδος που ακολούθησε σημαδεύτηκε από την αδιαφιλονίκητη αμερικανική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή του Ειρηνικού και Ωκεανίας, με ανύπαρκτες τις προσπάθειες αλλά και δυνατότητες προβολής της σοβιετικής ή κινεζικής ισχύος.

Η έλλειψη ορατής απειλής επέτρεψε την δημιουργία των συνθηκών ασφαλείας που οδήγησαν σε αντιπαράθεση τις ΗΠΑ με την Νέα Ζηλανδία για το θέμα της άδειας ελλιμενισμού πυρηνικών σκαφών της πρώτης στα λιμάνια της δεύτερης. Η άρνηση της Νέας Ζηλανδίας το 1984 να επιτρέψει τον ελλιμενισμό, οδήγησε στην αμοιβαία καταγγελία της Συνθήκης της ANZUS, η οποία από τριμερής μετατράπηκε σε διμερείς Συνθήκες μεταξύ ΗΠΑ και Αυστραλίας και Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας. Η ψυχρότητα των σχέσεων ΗΠΑ-Νέας Ζηλανδίας και η αναίρεση της Συνθήκης δεν εμπόδισε την τελευταία να συμμετάσχει μαζί με την Αυστραλία, στέλνοντας στρατεύματα στο πόλεμο του Κόλπου το 1991 και στο Αφγανιστάν (η Αυστραλία συμμετείχε επίσης και στον πόλεμο του Ιράκ το 2003). Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως και η ανάδειξη των ΗΠΑ ως ηγέτιδος στρατιωτικής υπερδυνάμεως χωρίς ορατό αντίπαλο στην Ωκεανία, είχε ως αποτέλεσμα την ατόνηση του αμερικανικού ενδιαφέροντος για την περιοχή.

Η ευρύτερη περιοχή της Ωκεανίας μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου υπήρξε ειρηνική, αν εξαιρέσουμε την εισβολή της Ινδονησίας στο Ανατολικό Τιμόρ (1999-2003), τις εμφύλιες διενέξεις στο νησί Bougainville (αυτόνομη περιοχή της Παπούα-Νέας Γουινέας) και στα Solomon Islands, καθώς και αριθμό πραξικοπημάτων στις νήσους Fiji. Οι παραπάνω συγκρούσεις υπήρξαν συνέπεια εσωτερικών τριβών και δεν εντοπίζεται εξωτερική εμπλοκή, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν αμφισβητήθηκε η δυτική επιρροή στην περιοχή. Περιορισμένη κινεζική οικονομική διείσδυση υπάρχει σε ορισμένα μικρά κράτη της Ωκεανίας, με απώτερο στόχο την απόσυρση της εκ μέρους τους αναγνώρισης της Ταιβάν. Άξια αναφοράς είναι η παρουσία συμβολικών δυνάμεων από τα κράτη της Ωκεανίας σε ειρηνευτικές αποστολές του ΟΗΕ, αλλά και υποστήριξης στις επιχειρήσεις του Ιράκ (2003).

Προαναφέρθηκε ότι η θέση της Ωκεανίας είναι έκκεντρη και απομεμακρυσμένη, τοποθετημένη στο νότιο ημισφαίριο και μακριά από τις κύριες περιοχές ενδιαφέροντος του Ειρηνικού Ωκεανού. Επιπλέον, ευρίσκεται σχετικά μακριά από τις βασικές θαλάσσιες οδούς επικοινωνιών. Το πλήθος των βορειανατολικώς της Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας μικρών και διασκορπισμένων νήσων, είχε στρατηγική σημασία στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως νήσοι βατήρες που επέτρεπαν τις σχετικά μικρής εμβέλειας αεροναυτικές δυνάμεις να προωθούνται σταδιακά και να ενασκούν έλεγχο των εκτεταμένων περιοχών του Ειρηνικού. Στην ψυχροπολεμική περίοδο, αυτή η σημασία μειώθηκε, αφ’ ενός λόγω της τρωτότητός τους ως πυρηνικών στόχων και αφ’ ετέρου λόγω της σημαντικής απεξάρτησης των μεγάλης πλέον εμβέλειας αεροναυτικών δυνάμεων από χαμηλών δυνατοτήτων αλληλοϋποστηριζόμενα σημεία και βάσεις.

Αντίθετα, η στρατηγική σημασία των μεγάλων νήσων (Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Παπούα–Νέα Γουινέα) παρέμεινε σημαντική ως βάσεων εξορμήσεως προς τις κατευθύνσεις του Ειρηνικού, Ινδικού Ωκεανού και ινδονησιακού αρχιπελάγους. Η κύρια αξία της Ωκεανίας, σήμερα, έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να φιλοξενήσει τις δυνάμεις εκείνες οι οποίες θα ελέγχουν τις τρεις παραπάνω θαλάσσιες περιοχές (2).

Ειδικώτερα, το ινδονησιακό αρχιπέλαγος, λόγω θέσεως, ελέγχει την κύρια θαλάσσια αρτηρία, μέσω της οποίας διεξάγεται σήμερα το εμπόριο Δύσεως-Ανατολής. Η Ωκεανία αποτελεί μια εσοχή ανάμεσα σε αυτές τις τρεις περιοχές και συνάμα δίνει το απαραίτητο στρατηγικό βάθος στο δακτύλιο των νησιωτικών περιοχών (Ινδονησία, Φιλιππίνες, Ταιβάν, Mariana Islands, Guam), που περιορίζει τα παράλια της Κίνας-Κορέας-Ιαπωνίας και καλύπτει από νότια το σύμπλεγμα των νήσων της Χαβάης. Ο έλεγχος λοιπόν αυτών των τεραστίων θαλασσίων εκτάσεων απαιτεί την ύπαρξη σημαντικών βάσεων ελλιμενισμού με ναυπηγοεπισκευαστικές ικανότητες και λοιπές αεροναυτικές ευκολίες, που μόνον η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία διαθέτουν. Η θέση αυτών των δύο νησιών, το ανθρώπινο δυναμικό, οι ένοπλες δυνάμεις τους και οι υποδομές, τις καθιστούν πολύτιμο και αναγκαίο σύμμαχο κάθε δυνάμεως με περιφερειακές φιλοδοξίες. Επιπρόσθετα, η Αυστραλία διαθέτει τα εχέγγυα για να καταστεί η περιφερειακή δύναμη της περιοχής.

η Αμερικανική επιρροή στην Ωκεανία

Ο πόλεμος διαρκείας κατά της τρομοκρατίας στην Ασία, η οικονομική άνοδος της ζώνης του Ειρηνικού και η συνεχόμενη άνοδος της Κίνας, παράλληλα με την εδραίωση της αντίληψης της μελλοντικής κινεζικής πρόκλησης της αμερικανικής ηγεμονίας, επανέφεραν το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την περιοχή του Ειρηνικού και κατ’ επέκτασιν και της Ωκεανίας. Οι δεσμοί των ΗΠΑ με την Αυστραλία ενδυναμώθηκαν, ενώ σταδιακά επήλθε και αναθέρμανση των σχέσεων ΗΠΑ-Νέας Ζηλανδίας, με την εποικοδομητική διαμεσολάβηση της Αυστραλίας. Είναι γεγονός ότι οι τρεις δυνάμεις του ευρύτερου Ειρηνικού διαισθάνονται τις κοινές αγγλοσαξονικές ρίζες, ενστερνίζονται κοινές πολιτικές και οικονομικές αρχές και θεσμούς, ενώ βιώνουν παραπλήσιες πολιτιστικές καταβολές, γεγονός που καθιστά την μεταξύ τους συνεργασία ευκολώτερη και ευρέως αποδεκτή από τις κοινωνίες και τον πολιτικό τους κόσμο.

Νέα Ζηλανδία: Η επίσημη επανεκκίνηση των στρατιωτικών σχέσεων ΗΠΑ-Νέας Ζηλανδίας πραγματοποιήθηκε το 2010, με την υπογραφή του Wellington Declaration. Αποκαλύφθηκε, μάλιστα, ότι η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο κρατών είχε ξαναρχίσει αθόρυβα το 2007. Η επαναπροσέγγιση ΗΠΑ και Νέας Ζηλανδίας οδήγησε σε άρση του αποκλεισμού σκαφών του Πολεμικού Ναυτικού της τελευταίας από βάσεις των ΗΠΑ (χωρίς όμως να αρθεί η αντίστοιχη απαγόρευση ελλιμενισμού πυρηνοκίνητων σκαφών ή σκαφών που φέρουν πυρηνικά όπλα σε λιμάνια της Νέας Ζηλανδίας) και επέτρεψε την εκτέλεση κοινών στρατιωτικών ασκήσεων και στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Έκτοτε, διαδοχικές επισκέψεις υπουργών Αμύνης, δηλώσεις, τοποθετήσεις και κοινές ασκήσεις, επιβεβαιώνουν την επανέναρξη της συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών.

Είναι γεγονός ότι οι νέες συνθήκες του 21ου αιώνα οδήγησαν την Νέα Ζηλανδία να αναθεωρήσει το ουδετερόφιλο και ειρηνόφιλο status που υιοθέτησε την δεκαετία του 1980, και σταδιακά να επανέλθει σε έναν πιο ενεργό ρόλο στην διεθνή πολιτική, αποδεχόμενη την αμερικανική επιρροή και επιζητώντας την προσεκτική διεύρυνση των διμερών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα.

Αυστραλία: Οι σχέσεις και η συνεργασία των ΗΠΑ και Αυστραλίας παρέμειναν διαχρονικά σε υψηλό επίπεδο. Ειδικώτερα σήμερα, προβάλλεται η σχέση ΗΠΑ-Αυστραλίας ως η σπουδαιότερη και τα μέγιστα υποσχόμενη συνεργασία του 21ου αιώνα στην περιοχή του Ειρηνικού (3). Η επιρροή των ΗΠΑ στην εξωτερική και αμυντική πολιτική της Αυστραλίας παραμένει ισχυρή, παρά την κατά καιρούς λαϊκή δυσαρέσκεια προς ορισμένες επιλογές της αμερικανικής ηγεσίας. Η αποδοχή της αμερικανικής επιρροής, πλέον της προαναφερθείσας ιστορικής κοινής συναντίληψης βασικών αρχών και ιδεωδών, στηρίζεται και στην αναμενόμενη μελλοντική ανάγκη ανάσχεσης μιας πιθανής κινεζικής επεκτατικότητας (4). Ακόμη και το μακρινό ενδεχόμενο μιας ασταθούς μουσουλμανικής Ινδονησίας αποτελεί παράγοντα ενδυνάμωσης των σχέσεων με τις ΗΠΑ.

Η επίδραση της γεωγραφικής νησιωτικής απομόνωσης (ΗΠΑ, Αυστραλία, Βρεταννία, Νέα Ζηλανδία) είναι καθοριστική στην δημιουργία παραπλήσιας αντίληψης της φύσεως των απειλών και οδηγεί στην αποδοχή κοινών τρόπων αντιμετώπισης, σε αναζήτηση συνεργασίας και σε αποδοχή της επιρροής της ισχυρότερης δυνάμεως (ΗΠΑ). Οι κοινοί αγώνες για την ανάσχεση της ιαπωνικής επιθετικότητας ενίσχυσαν τους δεσμούς ΗΠΑ-Αυστραλίας και ανέδειξαν στην τελευταία την αναγκαιότητα σύμπλευσης με την δύναμη (ΗΠΑ), που ελέγχει τις θαλάσσιες οδούς που την περιτριγυρίζουν και μέσω των οποίων διεξάγεται το εμπόριό της. 

Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ συνειδητοποιούν την γεωπολιτική αξία της Αυστραλίας, όχι μόνον ως στρατιωτικής και οικονομικής δυνάμεως (12η χώρα στους G-20), αλλά και ως αναγνωρίσιμης δύναμης «ήπιας ισχύος» στον Ειρηνικό, και την εντάσσουν στα περιφερειακά σχέδια τους. Ο πρόεδρος Obama, απευθυνόμενος στο Κοινοβούλιο της Αυστραλίας στην Canberra, στις 17 Νοεμβρίου 2011 (5), δήλωσε ότι, μετά από 10 χρόνια αιματηρών συγκρούσεων στην Μέση Ανατολή και στο Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ στρέφουν ξανά την προσοχή τους στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού. Έναν μήνα πριν, η υπουργός Εξωτερικών Hillary Clinton, με άρθρο της στο Foreign Policy (6), ανέφερε την πρόθεση δημιουργίας ενός άξονα στην Ασία (Pivot to Asia), ως αντιστάθμισμα στην κινεζική διείσδυση, με την Αυστραλία να κατέχει σημαντικώτατο ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια.

Ο άξονας αυτός συμπεριλαμβάνει πολιτικές, οικονομικές, διπλωματικές, πολιτιστικές δράσεις, με την στρατιωτική διάσταση να εμπεριέχει πολυεπίπεδη συνεργασία αλλά και υψηλό κόστος. Η συνεργασία ΗΠΑ-Αυστραλίας περιλαμβάνει ενίσχυση των αμυντικών σχέσεων μέσω συνεκπαίδευσης μονάδων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων, κοινών ασκήσεων, κοινής χρήσης μέσων, παροχής διευκολύνσεων και δικαιωμάτων χρήσεων ευκολιών σε αυστραλιανό έδαφος, αύξησης των εξαγωγών αμερικανικού αμυντικού υλικού και τεχνογνωσίας, ευρύτατης ανταλλαγής πληροφοριών και διμερών επισκέψεων πολεμικών σκαφών.

Η προβλεπόμενη μέσου του «Pivot to Asia» ενίσχυση των στρατιωτικών δραστηριοτήτων των ΗΠΑ στην περιοχή, προβλέπει την ενίσχυση των αεροναυτικών δυνάμεων κατά 50%-60% μέχρι το τέλος του 2020 (7). Σημαντικό μέρος αυτών των δυνάμεων θα σταθμεύει (μόνιμα ή σε εναλλασσόμενη βάση) στην Αυστραλία. Ήδη το λιμάνι του Darwin, στην βόρεια Αυστραλία, αποτελεί την βάση μιας ετοιμοπόλεμης αμερικανικής εκστρατευτικής δυνάμεως πεζοναυτών (Marine Air Ground Task Force -MAGTF), που σταδιακά θα ανέλθει σε δύναμη 2500 ανδρών (μέχρι το 2016), υποστηριζόμενων από ανάλογα αεροναυτικά μέσα (εκτιμώμενο ετήσιο κόστος λειτουργίας της βάσεως 1.6 δισεκατομμύρια USD).

Ανάλογα αεροναυτικά μέσα (σκάφη επιφανείας, υποβρύχια, Α/Φ εναέριου εφοδιασμού, μαχητικά και μεταφορικά Α/Φ) θα χρησιμοποιούν, σε μόνιμη βάση ή περιοδικά, λοιπές εγκαταστάσεις της Αυστραλίας (8). Αξίζει να αναφερθεί ότι η Αυστραλία, εδώ και δεκαετίες, φιλοξενεί αμερικανικούς σταθμούς επιτήρησης του εναερίου χώρου και διαστήματος (Joint Australian-American Facilities), που αποτελούν πολύτιμους αισθητήρες της αμερικανικής στρατηγικής διοίκησης Air Space Control & Command (ASCCOM) και κέντρα επικοινωνιών της US Pacific Command (USPACOM).

Οι συζητήσεις για πιθανή εμπλοκή της Αυστραλίας στο αντιβαλλιστικό πρόγραμμα των ΗΠΑ (US Missile Defence Program) έχει τις ρίζες του στην δεκαετία του 1980. Οι σκέψεις αυτές επανελήφθησαν το 2003 (9), συναντώντας χλιαρή ανταπόκριση εκ μέρους της Canberra, που αναγνωρίζει το υψηλό κόστος, την χαμηλή στο μεσοπρόθεσμο μέλλον απειλή και κυρίως την αμφιλεγόμενη αποτελεσματικότητα του συστήματος. Στις υπουργικές συνομιλίες του 2013, προκρίθηκε η λύση της απόκτησης αντιβαλλιστικών ικανοτήτων μέσω της μετατροπής των τριών αυστραλιανών σκαφών αεράμυνας (Air Warfare Destroyers-AWD) σε σκάφη αντιμετώπισης βαλλιστικών βλημάτων (Ballistic Missile Destroyers-BDM), μέσω απόκτησης του συστήματος Aegis, ώστε μελλοντικά και σε συνεργασία με τα αντίστοιχα αμερικανικά και ιαπωνικά BDMs να υπάρχει μια ευκίνητη αντιβαλλιστική ομπρέλα. Η σκοπιμότητα αυτού του προγράμματος αντιμετωπίζει κριτική από μέρος του πολιτικού κόσμου, καίτοι η υλοποίηση του έχει αποφασιστεί (2014). Επισημαίνεται ότι η ανάπτυξη αντιβαλλιστικής άμυνας προϋποθέτει χρήση υψηλής και ευαίσθητης τεχνολογίας, τομέα στον οποίο η επιρροή των ΗΠΑ επί της Αυστραλίας είναι σημαντική (οι ΗΠΑ αποτελούν τον δεύτερο επενδυτή στην οικονομία της Αυστραλίας, με ιδιαίτερη έμφαση σε επενδύσεις προϊόντων υψηλής τεχνολογίας).

Λοιπές χώρες Ωκεανίας: Οι ΗΠΑ, με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ανέλαβαν υπό την προστασία τους ορισμένα νησιωτικά συμπλέγματα, αποκτώντας ειδικές σχέσεις με αυτά. Ειδικώτερα, τα νησιωτικά κράτη Palau, Marshall Islands και Federated States of Micronesia, παράλληλα με την ανεξαρτητοποίησή τους, απέκτησαν και το καθεστώς του Free Associated State με τις ΗΠΑ. Οι τελευταίες είναι υπεύθυνες για την άμυνα, παροχή οικονομικής βοήθειας και τις υποδομές κοινωνικής υποστήριξης. Μάλιστα τα κράτη αυτά συμμετείχαν συμβολικά στην, υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, «Συμμαχία των Προθύμων» για την επέμβαση στο Ιράκ το 2003. Οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν, στα νησιά αυτά, αξιόλογες υποδομές υποστήριξης σημαντικών αεροναυτικών μονάδων, αλλά υφίσταται μόνιμη παρουσία της αμερικανικής ακτοφυλακής με όλες τις απορρέουσες συνέπειες και δυνατότητες. Αντίστοιχο καθεστώς για αμυντικά και οικονομικά θέματα έχουν τα νησιωτικά συμπλέγματα Niue και Cook Islands με την Νέα Ζηλανδία.

Η Γαλλία, Βρεταννία και Χιλή διαθέτουν εδάφη στην Ωκεανία, με διάφορες μορφές εξάρτησης. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν την σταθεροποίηση των νησιωτικών καθεστώτων της Ωκεανίας, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία «failed states», που θα αποτελέσουν εκτροφεία τρομοκρατικών οργανώσεων (10). Παράλληλα, επιδιώκουν την παρεμπόδιση εμφάνισης της κινεζικής επιρροής, είτε με απευθείας παρουσία τους είτε μέσω της παρουσίας των συμμάχων της στην περιοχή. Οι προσπάθειες αυτές περιλαμβάνουν πολυεπίπεδες ενέργειες και συνεργασίες (πολιτικές, διπλωματικές, εμπορικές, στρατιωτικές) και κρίνονται μέχρι στιγμής επιτυχημένες, παρά τις αναταραχές που ορισμένα από αυτά τα νησιωτικά κράτη αντιμετώπισαν τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησία τους.

Η Ωκεανία αποτελεί σήμερα περιοχή σταθερότητας, υπό τον αδιαμφισβήτητο έλεγχο και επιρροή των ΗΠΑ, είτε απευθείας είτε μέσω των συμμάχων τους. Τα τελευταία πέντε χρόνια, το αμερικανικό ενδιαφέρον για την ευρύτερη περιοχή έχει αναζωπυρωθεί και διαφαίνεται η προσπάθεια δημιουργία ενός άξονα (Pivot to Asia), με κύριο στρατηγικό εταίρο την Αυστραλία. Ο άξονας αυτός, με μακροχρόνιο ορίζοντα, στρέφεται κατά της αυξανόμενης προσπάθειας κινεζικής διείσδυσης στον Ειρηνικό και θα αυξήσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή. Οι ΗΠΑ έχουν αντιληφθεί ότι ο 21ος αιώνας ανήκει στην λεκάνη του Ειρηνικού και δεν θα επιτρέψουν σε καμμία δύναμη να αμφισβητήσει την ηγεμονική τους θέση στην ευρύτερη περιοχή. Η η Ωκεανία διαδραματίζει σε αυτήν την γεωπολιτική αρχιτεκτονική καίριο ρόλο, διότι στηρίζει και δίνει βάθος στην γραμμή περικύκλωσης-ανάσχεσης της Κίνας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Χώρες Ωκεανίας: Australia, Cook Islands, Federated States of Micronesia, Kiribati, Marshall Islands, Nauru, New Zealand, Niue, Palau, Papua-New Guinea, Samoa, Solomon Islands, Tonga, Tuvalu, Vanuatu και Fiji. Τα Palau, Marshall Islands και Federated States of Micronesia διαθέτουν καθεστώς Free Associated State με τις ΗΠΑ. Αντίστοιχο καθεστώς διαθέτουν τα Niue, και Cook Islands με την Νέα Ζηλανδία. Επίσης στην Ωκεανία ευρίσκονται νησιωτικά εδάφη εξαρτημένα από τις ΗΠΑ (Northern Mariana Islands, Guam, American Samoa, Wake) και την Βρεταννία (Pitkern Ailen). Με διαφορετική μορφής εξάρτησης από την Γαλλία είναι οι Nouvelle-Caledonie, Wallis et Futune, Polynesie Francaise. Το Easter Island αποτελεί επαρχία της Χιλής. Επίσης η Ινδονησία συμμετέχει στην Ωκεανία με την West Papua (δυτικό τμήμα της νήσου Papua).

Βλέπε σχετικό χάρτη (Χάρτης των κύριων θαλασσίων οδών του Ινδικού Ωκεανού-Ωκεανίας που οδηγούν στην Κίνα).

Jim Thomas, Zack Cooper, Iskander Rehman, “Gateway to the Indo-Pacific: Australian Defence Strategy and the Future of the Australia-US Alliance”, Centre for Strategic and Budgetary Assessments, November 2013, (pp. 1 and 6).

Βλέπε σχετικό σχεδιάγραμμα με δημοσκόπηση της αντίληψης των πολιτών της Αυστραλίας έναντι πιθανής κινεζικής στρατιωτικής απειλής (Πηγή: Lowy Institute Poll, 2014)

“Remarks by President Obama to the Australian Parliament”, Parliament House, Canberra, Australia, 17 November 2011.

Hillary Clinton, “America’s Pacific Century”, Foreign Policy, 11 October 2011.

Για τις τελευταίες εξελίξεις σχετικά με το «Pivot to Asia» βλέπε στο S.D. Muni and Vivek Chadha, “Asian Strategic Review 2014: US Pivot and Asian Security”.

Statement of Admiral Jonathan Greenert, US Navy Chief of Operations, “2014 Report to the Senate Armed Services Committee”, 27 March 2014, (pp. 1-3, 20).

Media Release, Australian Government, FA 151-4 December 2003 (Australia to join Missile Defence Program).

Gerard A. Finin, APCSS Adjunct Professor, Deputy Director East-West Center Pacific Islands Program, “US-Oceania Security Cooperation in the Post 9/11 World: Whose Agendas and Priorities?” (2010).

    Print       Email

About the author

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →