Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Η βρεταννική επιρροή στην Αυστραλία

By   /   Αύγουστος 19, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η βρεταννική επιρροή στην Αυστραλία

    Print       Email

λήψη

♦ του Γιάννη Χατζόπουλου

Η ιστορική σχέση μεταξύ της Αυστραλίας και της Βρεταννίας αρχίζει τον 18ο αιώνα. Από το 1718, η Βρεταννία χρησιμοποιούσε τις αμερικανικές αποικίες ως βάση για τους καταδικασθέντες για διάφορα ποινικά αδικήματα στην Βρεταννία. Μετά την απώλεια των αποικιών το 1783, η βρεταννική κυβέρνηση, αναζητώντας μια εναλλακτική τοποθεσία, αποφάσισε να στραφεί στην Αυστραλία.

Το 1770, ο Τζέιμς Κουκ ανακάλυψε την ανατολική ακτή της κατά την διάρκεια επιστημονικού ταξιδιού στον Νότιο Ειρηνικό και διεκδίκησε την ήπειρο εκ μέρους της Βρεταννίας, ονομάζοντάς την Νέα Νότια Ουαλία. Το 1778, ο βοτανολόγος της αποστολής Τζόζεφ Μπανκς, παρουσίασε στοιχεία στην κυβέρνηση αναφορικά με την καταλληλότητα του κόλπου Μπότανι για την ίδρυση οικισμού για τους κατάδικους, και το 1788 έφτασε εκεί η πρώτη αποστολή καταδίκων. Η Βρεταννία συνέχισε τη μεταφορά καταδίκων στην Νέα Νότια Ουαλία έως το 1840, όταν ο πληθυσμός της αποικίας έφτασε τους 56.000, με την πλειοψηφία των κατοίκων να είναι οι κατάδικοι και οι οικογένειές τους. Αν και ξεκίνησαν ως «φυλακές», σε μερικά χρόνια οι αυστραλιανές αποικίες εξήγαγαν χρυσό και μαλλί, δικαιώνοντας τον Μπανκς για την επιλογή του.

Από τον 18ο αιώνα, υπήρχε μια αξιοσημείωτη αντίθεση μεταξύ του καθεστώτος των λευκών και των μη λευκών αποικιών της Βρεταννικής Αυτοκρατορίας. Αν και η αυτοκρατορική ιδεολογία ήταν ένας συνδυασμός πεφωτισμένης δεσποτείας και ιμπεριαλισμού, τελικά υποστήριξε την ελεύθερη σκέψη και την αυτοδιοίκηση στις λευκές αποικίες. Ο δρόμος για την ανεξαρτησία των λευκών αποικιών της αυτοκρατορίας άνοιξε με την Αναφορά Ντάρχαμ, που πρότεινε την ενοποίηση και αυτονομία του Βόρειου και Νότιου Καναδά ως λύση στην πολιτική αστάθεια. Το 1867 ο Βόρειος και ο Νότιος Καναδάς, το Νιου Μπράνσγουικ και η Νέα Σκωτία σχημάτισαν την Κτήση του Καναδά, μια συνομοσπονδία που είχε πλήρη αυτονομία, με εξαίρεση την εξωτερική πολιτική.

  Η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία κατάφεραν να αποκτήσουν παρόμοια επίπεδα αυτονομίας μετά το 1900, με τις αυστραλιανές αποικίες να συγκροτούν ομοσπονδία το 1901. Στην Αποικιακή Σύσκεψη του 1907, ο όρος «καθεστώς κτήσης» (dominion status) επικράτησε επίσημα, με αναφορά στον Καναδά, στην Νέα Γη και Λαμπραντόρ, την Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία.

Το 1914, όταν εξερράγη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, η κήρυξη πολέμου από την Βρεταννία στην Γερμανία και τους συμμάχους της συμπεριελάμβανε τις αποικίες και τις κτήσεις, που προσέφεραν πολύτιμη υποστήριξη στον στρατιωτικό και τον οικονομικό τομέα. Μάλιστα, περισσότεροι από 2,5 εκατομμύρια άντρες υπηρέτησαν στις στρατιές των κτήσεων, ενώ έλαβαν μέρος πολλές χιλιάδες εθελοντές από τις βρεταννικές αποικίες. Παρ’όλο, που δεν απειλείτο άμεσα η εδαφική ακεραιότητα της Αυστραλίας, η κυβέρνηση της χώρας αποφάσισε, ως μέλος της Βρεταννικής Κοινοπολιτείας και λόγω συνταγματικής της υποχρέωσης απέναντι στην Μεγάλη Βρεταννία, να συμμετάσχει στον πόλεμο. Η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία είχαν αποφασιστική παρουσία στις πολεμικές συγκρούσεις στον Ειρηνικό, καταλαμβάνοντας την Γερμανική Νέα Γουϊνέα και την Σαμόα αντίστοιχα.

Το πρωί της 25ης Απριλίου  του 1915, 15.000 Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί στρατιώτες, κατόπιν διαταγής των Άγγλων, αποβιβάστηκαν στις ακτές της Καλλίπολης στα Δαρδανέλια. Στόχος τους ήταν η κατάληψη των Στενών, ώστε να διευκολύνουν τα ρωσσικά πλοία να περάσουν τον Ελλήσποντο και να ανοιχτούν στο Αιγαίο και την Μεσόγειο.

Στην Καλλίπολη θα ήταν η πρώτη φορά που η νεοσύστατη Αυστραλιανή Αυτοκρατορική Δύναμη, όπως ονομάστηκε η στρατιωτική αποστολή των Αυστραλών στην Ευρώπη, θα έπαιρνε μέρος σε πολεμική αναμέτρηση. Η κομβική συνεισφορά της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας στην μάχη της Καλλίπολης εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε σημαντική επιρροή στην καλλιέργεια της εθνικής τους συνείδησης και απετέλεσε σταθμό για τον μετασχηματισμό τους από αποικίες σε ανεξάρτητα κράτη. 

Κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου, η ικανότητα των Κτήσεων να χαράσσουν αυτόνομη εξωτερική πολιτική αναγνωρίστηκε στο πλαίσιο της Αυτοκρατορικής Διάσκεψης του 1923. Το αίτημα της Βρεταννίας για στρατιωτική βοήθεια από τις Κτήσεις κατά το ξέσπασμα της κρίσης Τσανάκ τον προηγούμενο χρόνο, είχε απορριφθεί από τον Καναδά και την Νότια Αφρική, και ο Καναδάς είχε αρνηθεί να δεσμευθεί από την Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Μετά από πιέσεις από την Ιρλανδία και την Νότια Αφρική, η Αυτοκρατορική Διάσκεψη του 1923 εξέδωσε την Διακήρυξη Μπάλφουρ, κηρύσσοντας ότι οι Κτήσεις είναι «αυτόνομες Κοινότητες στο πλαίσιο της Βρεταννικής Αυτοκρατορίας, σε ισότιμο καθεστώς, σε καμμία περίπτωση υπαγόμενες η μία στην άλλη» εντός μιας «Βρεταννικής  Κοινοπολιτείας των Εθνών». Τα κοινοβούλια του Καναδά, της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας, της Νότιας Αφρικής, του Ιρλανδικού Ελεύθερου Κράτους και της Νέας Γης απαλλάχθηκαν από τον βρεταννικό νομοθετικό έλεγχο. Παράλληλα, η Βρεταννία δεν μπορούσε πλέον να περάσει νόμους σχετικά με τα κράτη-μέλη της Κοινοπολιτείας, δίχως την έγκριση των κοινοβουλίων τους.

Η Αυστραλία αποτελεί μέλος της Κοινοπολιτείας των Εθνών, που ιδρύθηκε το 1926 (επισήμως το 1931) ως «Βρεταννική Κοινοπολιτεία». Το 1949, ο όρος «Βρεταννική» αφαιρέθηκε από τον τίτλο του Οργανισμού. Η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου αναγνωρίζεται από τα 54 κράτη-μέλη ως 0 Αρχηγός της Κοινοπολιτείας. Η θέση αυτή είναι καθαρά συμβολική, αφού εκτελεστικές αρμοδιότητες έχει ο Γενικός Γραμματέας της Κοινοπολιτείας. Την 1η Απριλίου του 2008, το αξίωμα του Γενικού Γραμματέα ανέλαβε ο Καμαλές Σαρμά. Η Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου είναι ταυτόχρονα και Βασίλισσα σε άλλα 15 κράτη-μέλη της Κοινοπολιτείας, που ονομάζονται «Κοινοπολιτειακά Βασίλεια».

Σήμερα, η Αυστραλία έχει οικοδομήσει μια σημαντική σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία διέπεται από την κοινή πολιτιστική κληρονομιά, καθώς και τον κοινό κώδικα αξιών. Επίσης, έχει αναπτύξει στενή οικονομική και εμπορική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει ενεργό συμμετοχή σε διεθνή fora για ζητήματα της διεθνούς ασφάλειας, για οικονομικά ζητήματα στην ατζέντα του G20. Παρά την ανεξαρτησία της, η Αυστραλία διατηρεί συνταγματικές σχέσεις με την Βρεταννία καθώς και στενή διπλωματική, οικονομική και αμυντική συνεργασία.

οι διμερείς συνταγματικές σχέσεις

Η Πράξη Ισχύος των Αποικιακών Νόμων (1865) απετέλεσε μια σημαντική νομοθετική πράξη του Βρεταννικού Κοινοβουλίου για την οριοθέτηση της σχέσης μεταξύ της αποικιοκρατικής και της αυτοκρατορικής νομοθεσίας. Παράλληλα, επιβεβαίωσε ότι η αποικιακή νομοθεσία επρόκειτο να έχει πλήρη ισχύ εντός της επικράτειάς της και περιορίζεται μόνο στον βαθμό που δεν ήταν σε αντίφαση με κάθε Αυτοκρατορική Πράξη, η οποία επεκτείνεται στην εν λόγω αποικία. Ο νόμος, από την μία πλευρά, ενίσχυε την θέση των αποικιακών νομοθετικών σωμάτων εντός της χώρας, ενώ την ίδια στιγμή επισφράγισε την απόλυτη υποταγή τους στο Βρεταννικό Κοινοβούλιο.

Η ίδρυση του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου της Αυστραλασίας το 1885 αποτέλεσε την πρώτη επίσημη ενέργεια για την ομοσπονδοποίηση των αποικιών. Ωστόσο, το Συμβούλιο ήταν ουσιαστικά ένα αδύναμο εκτελεστικό σώμα, που αποτελούσαν οι αποικίες της Δυτικής Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας, των Φίτζι, της Κουίνσλαντ, της Τασμανίας και της Βικτώρια. Δεν κατάφερε να πετύχει τον σκοπό του, αφού περιορίστηκε σε λίγες συναντήσεις για θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Στην δεκαετία του 1890, εγκρίθηκε τελικά ένα μοντέλο συντάγματος, που βασίστηκε σε έναν συνδυασμό του βρεταννικού, αμερικανικού, καναδικού και ελβετικού συνταγματικού μοντέλου (μοναρχία και κοινοβουλευτική κυβέρνηση από την Μεγάλη Βρεταννία, του φεντεραλισμού από τον Καναδά και τις Ηνωμένες Πολιτείες, την χρήση του δημοψηφίσματος από την Ελβετία) . Το 1900, το Σύνταγμα της Αυστραλίας, αφού εγκρίθηκε από τους ψηφοφόρους των έξι αποικιών, πέρασε στην συνέχεια ως πράξη του Βρεταννικού Κοινοβουλίου. Ο νόμος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου του 1901, το έτος ίδρυσης της Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας.

Παρ’όλο που στις 11 Δεκεμβρίου 1931 η Μεγάλη Βρεταννία με το Καταστατικό του Γουέστμινστερ παραχώρησε πλήρη νομοθετική ανεξαρτησία στην Αυστραλία (καθώς και την Νέα Ζηλανδία, τον Καναδά, την Νότια Αφρική και την Ιρλανδία), οι νομοθετικοί και συνταγματικοί δεσμοί των δύο χωρών παρέμεναν. Ωστόσο, ο Νόμος της Αυστραλίας, το 1986, άλλαξε τα δεδομένα, αφού με αυτόν «το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου δεν ασκεί πλέον καμμία απολύτως νομοθετική εξουσία στην Αυστραλία». Ο Νόμος της Αυστραλίας του 1986 ψηφίστηκε ομόφωνα από τις πολιτείες και την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της χώρας, αφού πρώτα εγκρίθηκε από την βρεταννική κυβέρνηση.

Ωστόσο, κάποιες πτυχές του Συντάγματος της Αυστραλίας δείχνουν ότι η Βρεταννία εξακολουθεί να ασκεί επιρροή στο αυστραλιανό πολιτικό γίγνεσθαι. Συγκεκριμένα, το Αυστραλιανό Σύνταγμα αναφέρει στο προοίμιό του ότι οι «αποικίες(νυν «πολιτείες»), της Αυστραλίας συμφώνησαν να ενωθούν σε μία άρρηκτη Ομοσπονδιακή Κοινοπολιτεία στο πλαίσιο του Στέμματος του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και της Ιρλανδίας». Επίσης, ο λεγόμενος «όρκος της υποταγής», σύμφωνα με το Σύνταγμα της Αυστραλίας, δηλώνει ότι το κράτος υποτάσσεται στον «Βασιλιά ή Βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και της Ιρλανδίας».

Επιπλέον, το τμήμα 8 του προοιμίου του Συντάγματος αναφέρει ότι η Αυστραλία θεωρείται ως «αυτοδιοικούμενη αποικία». Η χώρα μπορεί να έχει μετατραπεί από μια αυτοδιοικούμενη ομοσπονδία αποικιών σε μία ουσιαστικά ανεξάρτητη χώρα, αλλά η δομή του αυστραλιανού Συντάγματος φανερώνει πως η χώρα εξακολουθεί να υπάγεται στο Βρεταννικό Στέμμα. Η Βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου έχει το δικαίωμα να ορίζει επισήμως τον Γενικό Κυβερνήτη της Αυστραλίας. Ακόμη, βάσει του Αυστραλιανού Συντάγματος, η Αυστραλία θεωρείται ως «Βρεταννική». Η Ενότητα 44 αναφέρει πως κανείς δεν μπορεί να γίνει γερουσιαστής ή μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων αν αυτός / αυτή είναι «πολίτης ξένης δύναμης. Η Βρεταννία δεν θεωρείται ως «ξένη δύναμη», ως εκ τούτου η Αυστραλία αποτελεί «βρεταννική χώρα». Ακόμη, οι βρεταννικοί νόμοι εξακολουθούν να έχουν ισχύ στην Αυστραλία. Ο Νόμος του Διακανονισμού του 1701 και η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του 1689 καθορίζουν τον διάδοχο του βρεταννικού θρόνου – και έμμεσα τον Αρχηγό του Αυστραλιανού Κράτους.

οι οικονομικές σχέσεις

Η πρώτη οικονομική συμφωνία μεταξύ ΗΒ-Αυστραλίας ήταν η Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου στο πλαίσιο των Εμπορικών Συμφωνιών της Οττάβα το 1932, μεταξύ της Βρεταννίας και των κρατών-μελών της Κοινοπολιτείας, για την προνομιακή μεταχείριση των αυτοκρατορικών προϊόντων στην αγορά των κρατών-μελών της Κοινοπολιτείας. Την διαδέχθηκε η Συμφωνία Ελευθέρου Εμπορίου στις 9 Νοεμβρίου 1956 , η οποία άνοιξε τον δρόμο στην Αυστραλία για την πρόσβαση αφορολόγητων προϊόντων στην Αγορά της Βρεταννίας, με αντάλλαγμα τον προνομιακό καθορισμό των δασμολογικών επιπέδων για τα προϊόντα του ΗΒ στην Αυστραλία. Όταν η συμφωνία έληξε το 1961, το αυστραλιανό ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στις ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Ιαπωνία καθώς και την Μέση Ανατολή. Η ταχεία διαφοροποίηση των εξαγωγικών αγορών της Αυστραλίας από το 1950 και έπειτα, οφείλεται στην απόφαση της Βρεταννίας να ενταχθεί στην Ευρώπη. Μάλιστα, η ένταξη της Βρεταννίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1973 οδήγησε στην ύφεση των διμερών οικονομικών σχέσεων. Σήμερα, η ΕΕ αποτελεί σημαντικό εμπορικό εταίρο της Αυστραλίας λόγω του ΗΒ, ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών και των επενδύσεων.

Το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί τον κορυφαίο εμπορικό εταίρο της Αυστραλίας στην ΕΕ και τον δεύτερο μεγαλύτερο ξένο επενδυτή στην χώρα. Με την σειρά της, η Αυστραλία είναι ο έβδομος μεγαλύτερος επενδυτής στην Βρεταννία. Οι δε αγγλο-αυστραλιανές εταιρείες, όπως η Rio Tinto Group και της BHP Billiton, έχουν γίνει από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές εταιρείες εξόρυξης πετρελαίου. Η βιομηχανία πετρελαίου στην Αυστραλία ξεκίνησε με τα Διυλιστήρια Πετρελαίου της Κοινοπολιτείας, μια συνεργασία μεταξύ της αυστραλιανής κυβέρνησης και της Αγγλο-Ιρανικής Εταιρείας Πετρελαίου (αργότερα ΒΡ). Επίσης, η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ισχυρούς δεσμούς στον κλάδο των μέσων ενημέρωσης, μέσω της ανάμιξης του Αυστραλού μεγιστάνα των media Rupert Murdoch, ιδρυτού του καναλιού BSkyB και ιδιοκτήτη βρεταννικών εφημεριδών.

Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος οικονομικός παίκτης στην Αυστραλία. Το 2013, οι συνολικές επενδύσεις της Αυστραλίας στο Ηνωμένο Βασίλειο ανέρχονταν στα 255.670 εκατ. δολλάρια – καθιστώντας την Αυστραλία τον δεύτερο πιο σημαντικό ξένο επενδυτικό προορισμό του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι βρεταννικές επιχειρήσεις θεωρούν την Αυστραλία ως την παραδοσιακά ελκυστική βάση για εμπορικές συναλλαγές και έχουν επενδύσει σε ένα ευρύ φάσμα βιομηχανιών, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών, των φαρμακευτικών προϊόντων, της ενέργειας και των ταξιδιωτικών επιχειρήσεων. Ανάμεσα στους σημαντικώτερους επενδυτές του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αυστραλία είναι η Shell, η BP, η British Aerospace, η BT και η Vodafone.

οι σχέσεις Βρεταννίας Αυστραλίας

στην άμυνα και την ασφάλεια

H Βρεταννία και η Αυστραλία έχουν κοινό σχέδιο αντιμετώπισης των απειλών για την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας, της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής και της ασφάλειας στον κυβερνοχώρο. Μάλιστα, οι δύο χώρες έχουν συμφωνήσει σε διμερή συνεργασία για την αντιμετώπιση των παραδοσιακών αλλά και των αναδυόμενων απειλών για την ασφάλεια. Συγκεκριμένα, στις 9 Μαρτίου 2011, η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο υπέγραψαν μνημόνιο συνεργασίας στην επιστήμη και την καινοτομία για την στήριξη της κοινής καταπολέμησης της τρομοκρατίας.

Οι ετήσιες διαβουλεύσεις των υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας Αυστραλίας –ΗΒ λαμβάνουν χώρα στο AUKMIN , το διμερές φόρουμ για θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας. Το Ηνωμένο Βασίλειο φιλοξένησε το έκτο AUKMIN στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 2014. Παλαιότερα AUKMIN έχουν πραγματοποιηθεί στο Λονδίνο το 2012 και το 2006, Περθ το 2013, Σίδνεϊ το 2011 και το Leeds το 2008.

Στο AUKMIN VI, οι υπουργοί Εξωτερικών υπέγραψαν μια «κοινή δήλωση για ενισχυμένη διπλωματική συνεργασία του δικτύου για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και την ανάπτυξη νέων πρωτοβουλιών σε τομείς όπως η εκπαίδευση στην διαχείριση κρίσεων και την πληροφορική. Τα ζητήματα που τέθηκαν ‘επί τάπητος΄ ήταν η ημερήσια διάταξη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η διαχείριση κρίσεων, καθώς και οι εξελίξεις στην περιφέρεια Ασίας-Ειρηνικού, με ιδιαίτερη έμφαση σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος. Οι διαβουλεύσεις για την άμυνα αφορούσαν την ανάπτυξη διαδραστικών σχέσεων μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων των δύο κρατών, με απώτερο στόχο την αξιοποίηση της διμερούς συνεργασίας στα πλαίσια των ειρηνευτικών αποστολών στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν μια μακρά ιστορία στενής αμυντικής συνεργασίας. Σήμερα, είναι μέλη της στρατιωτικής συμμαχίας AUSCANNZUKUS και στα πλαίσιά της ανταλλάσουν πληροφορίες με τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Νέα Ζηλανδία. Επιπλέον, υπέγραψαν αμυντικές συμφωνίες με την Μαλαισία, την Σιγκαπούρη και την Νέα Ζηλανδία.

Tο Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστραλία προχώρησαν στην σύναψη αμυντικής συμφωνίας στις 18 Ιανουαρίου 2013, στο Περθ της Αυστραλίας. Με την συμφωνία οι δύο χώρες επισφράγισαν τη συνεργασία τους σε τομείς όπως η ασφάλεια στον κυβερνοχώρο, η αμυντική αναδιοργάνωση, ανταλλαγή προσωπικού, εξοπλισμών και επιστήμης και τεχνολογίας.

η ευρύτερη διμερής συνεργασία

 ΗΒ-Αυστραλίας

Η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν κοινή πολιτιστική καταγωγή. H γλώσσα, ο κώδικας αξιών, η ελεύθερη οικονομία αποτελούν κοινά σημεία αναφοράς. Η Βασίλισσα Ελισσάβετ είναι ένας ακόμη σημαντικός συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο κρατών, αφού αναγνωρίζεται ως «Βασίλισσα της Αυστραλίας». Σήμερα, τα δύο κράτη δρούν ως ‘συγκοινωνούντα δοχεία’ στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα. Η Αυστραλία αποτελεί έναν ισχυρό γεωστρατηγικό παίκτη στην περιφέρεια Ασίας-Ειρηνικού και λειτουργεί για το Ηνωμένο Βασίλειο ως «γέφυρα» για τις αγορές της Ασίας και της Αμερικής. Αντίστοιχα, το Ηνωμένο Βασίλειο, ως κράτος-μέλος της ΕΕ, αποτελεί τον συνδετικό κρίκο για την Αυστραλία με την αγορά της Ευρώπης. Πέρα από τις στενές οικονομικές σχέσεις, τις δύο χώρες ενώνει το κοινό στρατηγικό σχέδιο αμυντικής συνεργασίας. Η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο σε συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να αντιμετωπίσουν τις σύγχρονες απειλές για την ασφάλεια του Δυτικού Κόσμου. Μέσα από το πέρασμα των αιώνων, η βρεταννική επιρροή εξακολουθεί να υπάρχει στην Αυστραλία, δίνοντας το στίγμα της σε μεγάλο φάσμα της πολιτικο-οικονομικής και κοινωνικής ζωής, δείχνοντας ότι η επιρροή της -πάλαι ποτέ-βρεταννικής αυτοκρατορίας εξακολουθεί να πλανάται στον Ειρηνικό.

    Print       Email

About the author

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →