Loading...
You are here:  Home  >  ΑΦΙΕΡΩΜΑ  >  Current Article

Η ανασυγκρότηση της Κεντροδεξιάς υπό τον Αλέξανδρο Παπάγο 1951-1952

By   /   Αύγουστος 29, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η ανασυγκρότηση της Κεντροδεξιάς υπό τον Αλέξανδρο Παπάγο 1951-1952

    Print       Email

Έθνος_19_Νοεμβρίου_1952

♦ του Σπύρου Λυγκούρη*

Η Απελευθέρωση της Ελλάδος το 1944 δεν επέφερε άμεσες αλλαγές στο προπολεμικό πολιτικό σκηνικό. Η ανάφλεξη των εμφυλίων παθών αμέσως μετά την φυγή των γερμανικών στρατευμάτων, κατά τον Δεκέμβριο του 1944, εξουδετέρωσε πολιτικά τόσο τις νέες δυνάμεις, που αναδύθηκαν την περίοδο της Κατοχής (βλέπε Ε.Α.Μ), όσο και τις δυνάμεις εκείνες των λεγομένων μετριοπαθών μεταρρυθμιστών, που είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου.

Επιπλέον, το μέγεθος της καταστροφής και η ανάγκη των ανθρώπων για επιβίωση, έστρεψαν τις μάζες των πολιτών προς τα προπολεμικά «Παλαιά Κόμματα», όπως το Λαϊκό Κόμμα υπό τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη (που θριάμβευσε στις εκλογές του 1946) και το Κόμμα των Φιλελευθέρων υπό τον Θεμιστοκλή Σοφούλη, τα οποία διατηρούσαν ακόμη ακμαία τα πελατειακά τους δίκτυα, αλλά δεν είχαν να προβάλλουν ένα σύγχρονο πρόταγμα για την νέα μεταπολεμική εποχή. Οι αναζητήσεις τους, όπως άλλωστε και κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παρέμεναν στην εποχή του Εθνικού Διχασμού, δίχως να μπορούν να ανανεωθούν.

Η επικράτηση αυτών των δυνάμεων επιβεβαιώθηκε κατά τις εκλογές του Μαρτίου του 1946, που αποτέλεσαν το πρελούδιο της τελευταίας φάσης του Εμφυλίου Πολέμου και σήμαναν την διαφοροποίηση της Ελλάδος από την γενικώτερη ευρωπαική εμπειρία. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, πράγματι, κατά κανόνα τα κόμματα, που ταυτίστηκαν με την εποχή του Μεσοπολέμου, της Κρίσης του 1929 και την έλευση του φασισμού, καταποντίστηκαν πολιτικά, για να δώσουν την θέση τους σε ευρύτερους συνασπισμούς.

Όπως ήταν αναμενόμενο, αυτή η εποχή της πολιτικής παρέκβασης δεν μπορούσε να διαρκέσει πολύ. Η λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, κατά την μεγαλύτερη διάρκεια του οποίου η χώρα κυβερνήθηκε από έναν συνασπισμό του Λαϊκού Κόμματος με αυτό των Φιλελευθέρων, αναγκαστικά θα επέφερε μία μεταστροφή του πολιτικού σκηνικού, προκειμένου να ανταποκριθεί στις επιταγές της ανασυγκρότησης της χώρας και της οικονομίας. Αυτή η ανάγκη θα πλήξει ιδιαίτερα τον «θριαμβευτή» των εκλογών του 1946, το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο μετά την κατίσχυση των κυβερνητικών δυνάμεων στον Εμφύλιο ουσιαστικά δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης.

Πράγματι, στις πρώτες μετεμφυλιακές εκλογές του 1950, θα διαφανεί ο μεταβατικός χαρακτήρας που έμελλε να έχει η νέα Βουλή. Συγκεκριμένα, ο νικητής του 1946, το Λαϊκό Κόμμα, θα καταπέσει στο 18,8% του εκλογικού σώματος. Στην κατάρρευση του ιστορικού αυτού κόμματος συνέβαλε καθοριστικά ένα οικονομικό σκάνδαλο, στο οποίο ενεπλάκησαν ανώτατα στελέχη του.

Το Κόμμα των Φιλελευθέρων, που είχε συγκυβερνήσει με το Λαϊκό από το 1947 και μετά, υπό τον Σοφοκλή Βενιζέλο, θα αποσπάσει το 17,2%. Το Κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου (το «σοσιαλιστικό» αφαιρέθηκε από το όνομα του κόμματος λόγω του κλίματος της εποχής), του πρωθυπουργού της Απελευθέρωσης, θα συγκεντρώσει το 10,7%. Επίσης, το Νέο Κόμμα του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη, που θα παίξει σημαίνοντα ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις, θα έχει πενιχρές επιδόσεις, εφ’ όσον θα συγκεντρώσει το 2,5% των ψήφων. Κάτω από αυτό το πλαίσιο, ως «νικητής» των εκλογών θα θεωρηθεί μία νεοπαγής δύναμη, η Ε.Π.Ε.Κ του παλαιού βενιζελικού στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα, η οποία θα συγκεντρώσει το 16,4%. Η πολύ καλή της επίδοση, σε συνδυασμό με την μικρή έως τότε ζωή του σχηματισμού, θα δώσει την εντύπωση, ότι επρόκειτο να κυριαρχήσει στον χώρο του Κέντρου. Και πράγματι, τα συνθήματα της ΕΠΕΚ περί «Αλλαγής» και «Ειρήνευσης» θα συγκεντρώσουν δίπλα της πολλούς εαμογενείς πληθυσμούς, οι οποίοι αναζητούσαν μία νομιμοποιητική πολιτική έκφραση, η οποία θα τους έβγαζε από το πολιτικό περιθώριο, καθώς και πρόσφυγες, οι οποίοι συνέχιζαν να βλέπουν στο πρόσωπο του Πλαστήρα τον ήρωα του Βενιζελισμού.

Οι εξελίξεις αυτές θα επιφέρουν ανακατατάξεις στον χώρο της Δεξιάς, η οποία βρισκόταν σε φάση υποχώρησης και επανακαθορισμού της φυσιογνωμίας της. Η διετία 1950-1951 θα αποτελέσει περίοδο πολυδιάσπασης του συγκεκριμένου χώρου και κατακερματισμού του καταρρέοντος Λαϊκού Κόμματος του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη. Σε αυτήν την φάση της πολυδιάσπασης, θα προκύψουν δύο σχηματισμοί, οι οποίοι θα διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο στις ζυμώσεις, που θα ακολουθήσουν.

Αναφερόμαστε στην περίπτωση του Λαϊκού Ενωτικού Κόμματος με συναρχηγούς τον Στέφανο Στεφανόπουλο και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο, και του Νέου Κόμματος του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη. Το Λ.Ε.Κ είχε βραχύβια αυτοτελή παρουσία, καθώς σχηματίστηκε τον Δεκέμβριο του 1950 και διαλύθηκε αμέσως μετά την αναγγελία ίδρυσης του «Ελληνικού Συναγερμού» του Αλέξανδρου Παπάγου, προκειμένου να ενσωματωθεί στα πλαίσια της νέας προσπάθειας.

Παρ’όλα αυτά, η σημασία του έγκειται στην πολιτική και ιδεολογική παράδοση του κανελλοπουλικού μεσοπολεμικού Εθνικού Ενωτικού Κόμματος, την ιδεολογία της μετριοπάθειας και της υπέρβασης του Διχασμού που έφερνε μαζί του, καθώς και στην παρουσία ενός ικανού επιτελείου, το οποίο θα απορροφηθεί από τις μετέπειτα εξελίξεις και θα συμμετάσχει στις αναγκαίες ζυμώσεις. Τέτοια προσωπικότητα ήταν παραδείγματος χάριν ο Παναγής Παπαληγούρας, ο οποίος θα διακριθεί αργότερα ως σημαίνον στέλεχος της Ε.Ρ.Ε του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Από την άλλη, το Νέο Κόμμα του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη μπορεί να μην τα κατάφερε στη αυτόνομη πολιτική του κάθοδο, όμως ο Μαρκεζίνης υπήρξε από τους άμεσους προωθητές της «Λύσης Παπάγου» και αυτός που ανέλαβε στην συνέχεια την κατάρτιση του οικονομικού προγράμματος του Συναγερμού. Πολύ αργότερα, ως πανίσχυρος υπουργός Συντονισμού (1952-4) θα βάλει τις βάσεις για την οικονομική σταθεροποίηση με την υποτίμηση του 1953 και το πλέγμα των εφαρμοστικών μέτρων που την ακολούθησαν.

Η επονομαζόμενη «Λύση Παπάγου» δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Ανάγεται στην εποχή της λήξης του Εμφυλίου Πολέμου, το καλοκαίρι του 1949, στις μάχες του Γράμμου και του Βίτσι, με τον Παπάγο ως πανίσχυρο αρχιστράτηγο ενός στρατού αυτονομημένου από την ασθμαίνουσα πολιτική ηγεσία και με το παράσημο του «σωτήρα του κοινωνικού και πολιτικού καθεστώτος» να τον συνοδεύει. Πολλοί, τότε, συζητούσαν το ενδεχόμενο σχηματισμού μιας ισχυρής «μεταβατικής» κυβέρνησης, η οποία θα ανέστελλε τις εκλογικές διαδικασίες μέχρις ότου δημιουργηθεί το κατάλληλο πλαίσιο για την επαναφορά μιας ομαλής πολιτικής ζωής. Στην κορυφή αυτής της διαδικασίας, πολλοί τότε τοποθετούσαν τον Αλέξανδρο Παπάγο, ο οποίος εν πολλοίς συμβόλιζε την νίκη όχι μόνο στον Εμφύλιο Πόλεμο, αλλά και την νίκη ενάντια στο ανάλγητο και παλαιωμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο κρίθηκε ανίκανο να αντιμετωπίσει την κοινωνική επανάσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο. Σε αυτά τα σενάρια, απάντησε ο ίδιος ο αρχιστράτηγος (που εν τω μεταξύ τιμήθηκε από την Ελληνική Βουλή με τον πρωτοφανή γιά τα ελληνικά δεδομένα βαθμό του Στρατάρχου), με συνέντευξή του σε βρεταννική εφημερίδα, όπου ανέφερε τα εξής χαρακτηριστικά: «H Δικτατορία θα ήτο ο τάφος της χώρας αυτής-καταστροφή πρώτου μεγέθους. Το δημοκρατικόν κοινοβουλευτικόν σύστημα είναι το μόνον καθεστώς, που αρμόζει εις την Ελλάδα (…)».

Αυτό, όμως, δεν σήμαινε ότι ο Παπάγος απέκλειε γενικώς την κάθοδό του στην πολιτική ζωή της χώρας. Οι σκέψεις του έρχονται να συγκρουστούν με δύο βασικά δεδομένα: με την ολική δυσπιστία του Στέμματος απέναντι στο πρόσωπο του νικηφόρου Στρατάρχου και την αρχική του πεποίθηση, ότι μετά τον πόλεμο η λύση στο ελληνικό πρόβλημα θα λάβει κεντροαριστερό χαρακτήρα.

Όσον αφορά το πρώτο, αυτό είχε να κάνει με μια σταθερή επιθυμία του Στέμματος για την διατήρηση της «ασφάλειας του θεσμού». Τα Ανάκτορα αυτής της περιόδου, υπό τον Βασιλέα Παύλο, δεν επιθυμούσαν την ανάδυση στην πρωθυπουργία μιας ισχυρής προσωπικότητας, η οποία θα μπορούσε να θίξει ή να μειώσει την δική τους επιρροή στα ελληνικά πράγματα. Και ο Αλέξανδρος Παπάγος, ο οποίος παρουσιαζόταν ως «μη ελεγχόμενος», ήταν μία προσωπικότητα τέτοια, που θα μπορούσε να θέσει τον θεσμό, που είχε επανέλθει εν μέσω εμφυλιοπολεμικής ατμόσφαιρας με το δημοψήφισμα του 1946, σε δεύτερη μοίρα.

Από την άλλη, η κατάρρευση του Λαϊκού Κόμματος και το ρεύμα, που φάνηκε ότι είχε στην αρχή η Ε.Π.Ε.Κ του Νικολάου Πλαστήρα, δημιουργούσαν την πεποίθηση ότι η διακυβέρνηση της χώρας από το Κέντρο θα είχε μακρά διάρκεια. Σε αυτό συνηγορούσε το δεδομένο ότι και οι Συμμαχικός παράγων επιθυμούσε στην αρχή της μεταπολεμικής περιόδου μία τέτοια διακυβέρνηση, η οποία θα μπορούσε να επαναφέρει στην χώρα ένα κλίμα ομαλότητας και σταθερότητας.

Οι εξελίξεις, όμως, της μεταπολεμικής περιόδου, πόσο δεν μάλλον για μία χώρα που μόλις είχε εξέλθει από μια δεκαετία πολέμου, εσωτερικής κατοχής και εμφυλίου πολέμου, έτρεχαν με ιλιγγιώδη ρυθμό. Η γρήγορη πτώση της πρώτης κυβέρνησης Ε.Π.Ε.Κ, τον Αύγουστο του 1950, και η αδυναμία συγκρότησης σταθερής διακυβέρνησης, θα πυροδοτήσουν εξελίξεις. Η ανάφλεξη του Ψυχρού Πολέμου θα μεταβάλλει την στάση του Αμερικανικού παράγοντα απέναντι στον Νικόλαο Πλαστήρα, ο οποίος συχνά κατηγορείτο ως «συνοδοιπόρος του Κ.Κ.Ε».

Από την άλλη πλευρά, η κυβερνητική παλινωδία των ετών 1950-1952 δεν μπορούσε να συνεχιστεί, εφ’όσον προκαλούσε έλλειψη σταθερότητας σε μια γεωστρατηγικά ευαίσθητη περιοχή για τα συμφέροντα της συμμαχίας. Για αυτό η επίσημη πολιτική της αμερικανικής πρεσβείας στην Ελλάδα θα στραφεί προς την δημιουργία ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να εγγυηθούν μια ισχυρή διακυβέρνηση. Απώτατος στόχος τους ήταν η δημιουργία ενός πολιτικού συστήματος, όπου ένα μεγάλο δεξιό κόμμα θα εναλλασσόταν στην εξουσία ένα αντίστοιχο κόμμα του κέντρου. Συνδετικός κρίκος αυτών των κομμάτων εξουσίας θα ήταν ο σταθερός φιλοδυτικός και αντικομμουνιστικός χαρακτήρας, στο σχήμα εκείνο που έμελλε να ονομαστεί ως «σχήμα των εθνικών κομμάτων». Προς αυτήν την σκοπιμότητα, θα παρατηρηθεί ευθεία προτίμηση της αμερικανικής πρεσβείας προς ένα πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα.

Μετά από κάποιες παραιτήσεις και ανακλήσεις, ο Αλέξανδρος Παπάγος θα ανακοινώσει στα τέλη Μαίου 1951 την παραίτησή του από την ηγεσία του στρατεύματος. Η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει στην πρόκληση κίνησης πραξικοπήματος εκ μέρους στελεχών μιας μυστικής οργάνωσης στο στράτευμα από τις εποχές της Μέσης Ανατολής, του Ι.Δ.Ε.Α (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών). Αυτοί, την νύχτα 30-31 Μαίου, θα προχωρήσουν σε κατάληψη των γραφείων του ΓΕΕΘΑ και του ΓΕΣ, καθώς και κάποιων άλλων εγκαταστάσεων στο κέντρο της Αθήνας. Η κίνηση αυτή θα διαλυθεί το πρωί της 31ηςΜαίου ύστερα από πρωτοβουλία του ίδιου του Παπάγου, ο οποίος θα κατευθυνθεί προς τα Παλαιά Ανάκτορα και θα διατάξει τους επικεφαλείς να επιστρέψουν τις μονάδες στα στρατόπεδα. Ήταν μια επίδειξη προσωπικής επιρροής και ισχύος απέναντι στον κοιμώμενο πολιτικό κόσμο.

Το γεγονός του κινήματος υποδήλωνε δύο πράγματα: πρώτον, ότι μεγάλο μέρος του στρατεύματος εμπιστευόταν τον Παπάγο και μόνον, σε τέτοιον βαθμό ώστε μια τυχόν αποχώρησή του να μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις. Δεύτερον, ότι υπήρχε από τότε μία ομάδα σκληροπυρηνικών κατώτερων αξιωματικών, οι οποίοι κινήθηκαν σε πείσμα των ανωτέρων τους. Το σχήμα αυτό της κινητικότητας των «μικρών» θα απασχολήσει την ελληνική πολιτική ιστορία και αργότερα.

Τα γεγονότα μας οδηγούν στο καλοκαίρι του 1951. Πιο συγκεκριμένα, στις 6 Αυγούστου, έναν μόλις μήνα αφ’ότου ο Παπάγος καθησύχαζε το βασιλικό ζεύγος περί της μη καθόδου του στην πολιτική, ο Στρατάρχης θα αναγγείλει την ίδρυση του «Ελληνικού Εθνικού Συναγερμού». Ο Συναγερμός, ως «κίνημα», όπως συνήθιζε να το αποκαλεί ο ιδρυτής του, και όχι ως κόμμα, αποτελούσε μία σύμπραξη πολλών διαφορετικών ομάδων και προσωπικοτήτων, οι οποίες ενώνονταν κάτω από την στιβαρή ηγεσία και καθοδήγηση του Στρατάρχη. Ο χαρακτηρισμός του ως κινήματος, του επέτρεπε να παρουσιαστεί ως κάτι το τελείως διαφορετικό από τον κόσμο των Παλαιών Κομμάτων, τα οποία είχαν ταυτιστεί με την εποχή του Μεσοπολέμου, του Εθνικού Διχασμού και την κραυγαλέα αναποτελεσματικότητα απέναντι στις τρέχουσες επιταγές. Η αλήθεια είναι, ότι η ονομασία του σχηματισμού δανείστηκε στοιχεία από την αντίστοιχη κίνηση του στρατηγού Ντε Γκωλ στην Γαλλία ( Rassemblement = Συναγερμός), ο οποίος εκείνη την εποχή μεσουρανούσε στον χώρο της ευρωπαικής πολιτικής.

Τα όρια της πρότασης του Συναγερμού ως νέας δύναμης δεν πρέπει να υπερτιμώνται. Η βασική προβληματική του ξεκινά από ένα δεδομένο, που χαρακτήριζε και τον Παπάγο και τον άμεσο αντίπαλό του εκείνη την εποχή, τον Νικόλαο Πλαστήρα. Και οι δύο είχαν ταυτιστεί με την εποχή του Διχασμού και τα πάθη του, όχι απλώς ως μέλη μιας παράταξης, αλλά ως εξέχουσες προσωπικότητες: ο μεν Πλαστήρας ως ηγέτης του «ένοπλου βενιζελισμού» και ως ο ηγέτης μιας Επανάστασης, επί των ημερών της οποίας εκτελέστηκε η ηγεσία της αντιβενιζελικής παράταξης. Ο δε Παπάγος ως πρωταγωνιστής των εξελίξεων του 1935, που οδήγησαν στην τραυματική επιστροφή του Βασιλέως Γεωργίου Β΄. Εν μέρει αυτά τα πάθη μπορεί να μετριάστηκαν κατά την πολεμική δεκαετία του 1940, μπροστά στον θανάσιμο κίνδυνο που αποτέλεσε για το αστικό πολιτικό σύστημα η εμφάνιση του Ε.Α.Μ, αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι μπήκαν οριστικά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Και οι αυξημένες ευθύνες της «πυκνής» μεταπολεμικής περιόδου απαιτούσαν ένα οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τις παθογένειες του πρόσφατου τότε πολιτικού παρελθόντος, προκειμένου να τεθούν οι βάσεις για την Νέα Εποχή, προϋπόθεση που δεν πληρούσαν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Οπότε, παρ’όλη την φιλολογία και την ενορχηστρωμένη προπαγάνδα περί του Στρατάρχη, ο οποίος έρχεται για να σαρώσει την φαυλότητα και την διχαστική νοοτροπία του «παλαιοκομματισμού», στην ουσία μικρό μερίδιο μπορούσε να συνεισφέρει σε αυτό το επίπεδο.

Αυτό το δεδομένο, όμως, δεν εμπόδισε πλειάδα στελεχών και προσωπικοτήτων από την παράταξη της καθεαυτό Δεξιάς, καθώς και κάποιων προσωπικοτήτων του Κέντρου, να συντρέξουν γύρω από τον ίδιο τον Στρατάρχη και την κίνησή του. Ήδη από τις πρώτες μέρες της ανακοίνωσης, όπως είδαμε, το Λαϊκό Ενωτικό Κόμμα (Λ.Ε.Κ) με τους Στεφανόπουλο, Κανελλόπουλο, Παπαληγούρα και άλλους, καθώς και το Νέο Κόμμα του Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη, έσπευσαν να ενσωματωθούν στις τάξεις του Συναγερμού. Θα ακολουθήσουν τα σημαντικώτερα στελέχη του παλαιού Λαϊκού Κόμματος, καθώς και πολλοί φιλελεύθεροι πολιτευτές, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Εμμανουήλ Τσουδερός. Ο ίδιος ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν θα προσχωρήσει αμέσως στον Συναγερμό, αλλά πολλά στελέχη του κόμματός του θα το πράξουν, με αποτέλεσμα και ο ίδιος τελικά να κατέλθει συνεργαζόμενος με τον Συναγερμό στις εκλογές του 1952.

Ακόμη, η κίνηση του Παπάγου έλαβε μεγάλη υποστήριξη από παραδοσιακά δημοσιογραφικά στηρίγματα του Βενιζελισμού, όπως το «Βήμα» και τα «Νέα», καθώς και από την ναυαρχίδα της συντηρητικής παράταξης, την «Καθημερινή». Είναι χαρακτηριστικό του κλίματος ένα άρθρο του αείμνηστου Γεωργίου Βλάχου στην «Καθημερινή» λίγες ημέρες μετά την αναγγελία της καθόδου του Στρατάρχη στην πολιτική: «[…]Έξαφνα ένα ανακοινωθέν, έξι λέξεις, τα εσάρωσαν όλα: ‘Ο Στρατάρχης κατέρχεται εις τας εκλογάς’. Δεν εχρειάσθη τίποτε άλλο έξω από τας έξι λέξεις αυτάς διά να τερματισθή από χθες εις τας οκτώ ολόκληρος ο βίος του παλαιοκομματισμού εν Ελλάδι, να διαλυθούν οι δεσμοί του με τους πολίτας, να λείψη το αίσθημα της απελπισίας και του πνιγμού που καταπίεζε του ανθρώπους: ο Στρατάρχης κατέρχεται εις τας εκλογάς! […] Όλοι μαζί του. Διά να ανατείλουν γρήγορα νέα εποχή, νέα συστήματα, νέοι τρόποι εθνικής και τιμίας ζωής. Όλοι μαζί του. Όλοι με την δύναμιν, την αισιοδοξίαν, την χαράν, την αληθινήν ανοικοδόμησιν, το ξανακτίσιμο της Ελλάδος. Και-εκάς οι Νεκροί!» (31 Ιουλίου 1951).

Τα δεδομένα αυτά θα οδηγήσουν, σε λιγώτερο από έναν χρόνο, στην ολική ανασυγκρότηση της συντηρητικής παράταξης, η οποία, παρά τις καταβολές της από την αντιβενιζελική παράταξη του Μεσοπολέμου, θα θελήσει να διαρρήξει μερικώς τις σχέσεις της με την eμφυλιακή δεξιά, η οποία εθεωρείτο πια παρωχημένη. Ιδιαίτερα βοηθητική θα καταγραφεί η παρουσία νέων στελεχών και ομάδων μέσα στον Συναγερμό, όπως το επιτελείο του Κανελλόπουλου, που η παράδοσή τους και η πολιτική τους σκέψη τους κατέτασσε σε μια «Νέα Γενιά» πολιτικών, οι οποίοι προσέβλεπαν σε μια ριζοσπαστική μεταρρυθμιστική ατζέντα ήδη από τις εποχές της χρεωκοπίας του 1932. Για αυτό, από πολλούς ιστοριογράφους της περιόδου, η ανάδειξη του Παπάγου στην ηγεσία του «Συναγερμού» έχει καταγραφεί ως η αρχή για την ανάδυση της «Νέας Δεξιάς», η οποία έμελλε να κυριαρχήσει στον ελληνικό πολιτικό στίβο για τουλάχιστον μια δεκαετία.

Η πρώτη δοκιμασία του Συναγερμού θα γίνει στις εκλογές της 9ης Σεπτεμβρίου 1951, οι οποίες είχαν καθοριστεί να γίνουν με το εκλογικό σύστημα της «ενισχυμένης αναλογικής». Σε αυτές, ο Συναγερμός κατέβηκε με στόχο, όπως τον εξέφρασε ο ιδρυτής του, «να λησμονηθή το παρελθόν, να εκλείψη η διάκρισις δεξιών και αριστερών και να ανακτηθή η πλήρης ενότητα το έθνους». Το εκλογικό αποτέλεσμα κατέγραψε το ρεύμα, που είχε δημιουργηθεί γύρω από την κίνηση του Παπάγου. Πράγματι, ο Συναγερμός συγκέντρωσε το 36,5% των ψήφων και 114 έδρες, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στην κατάταξη. Αυτό, όμως, δεν επαρκούσε για την συγκρότηση κυβέρνησης, με αποτέλεσμα αυτή να σχηματιστεί από την δεύτερη σε ψήφους Ε.Π.Ε.Κ (23,5%), σε συνεργασία με το Κόμμα των Φιλελευθέρων (19%), υπό την πρωθυπουργία του Νικολάου Πλαστήρα. Η εκλογική αυτά επιτυχία του Κέντρου δεν έμελλε να κρατήσει πολύ, και θα αποδειχθεί ότι ο χρόνος λειτουργούσε υπέρ του Συναγερμού.

Πράγματι, μέσα στον σύντομο βίο της κυβέρνησης Πλαστήρα, θα επέλθει η σταδιακή της διάβρωση. Στα σημαντικώτερα γεγονότα της περιόδου, καταγράφεται η επισημοποίηση της ένταξης της Ελλάδος ως μέλους του ΝΑΤΟ και η υπερψήφιση του Συντάγματος του 1952, το οποίο, λόγω των προβληματικών του διατάξεων και λόγω του γεγονότος ότι αποτελούσε τέκνο της περιόδου του Εμφυλίου Πολέμου, αποτέλεσε μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Επίσης, η πολιτική ζωή της χώρας θα στιγματιστεί από την υπόθεση θανατικής καταδίκης και εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη και τριών ακόμη συντρόφων του με κατηγορίες περί κατασκοπίας τον Μάρτιο του 1952.

 Η τελευταία, λόγω της διεθνούς διάστασης που έλαβε το θέμα, και λόγω του περιρρέοντος κλίματος που το συνόδευε λόγω της ανάφλεξης του Ψυχρού Πολέμου, θα προκαλέσει σοβαρότατες εσωτερικές περιπλοκές στην κυβέρνηση Πλαστήρα. Σε όλα αυτά, ο Συναγερμός θα ακολουθήσει μια αντιπολίτευση, η οποία θα χαρακτηριστεί από ευθεία επιθετικότητα και τόσο σκληρό λόγο, ώστε από πολλούς να χαρακτηριστεί περίπου ως «αμείλικτη».

Η σταδιακή άλλα γρήγορη διάβρωση της κυβερνητικής παράταξης του Κέντρου θα συνδυαστεί με την ταυτόχρονη επέλαση του Συναγερμού και από την εκπεφρασμένη πλέον υποστήριξη του αμερικανικού παράγοντα σε μια «Λύση Παπάγου». Ήδη από τον Μάρτιο του 1952, ο πανίσχυρος αμερικανός πρεσβευτής Τζακ Πιουριφόϊ θα ταχθεί δημοσίως υπέρ της καθιέρωσης του πλειοψηφικού συστήματος, εν όψει της νέας αναμέτρησης, που φαινόταν επικείμενη. Αυτή η επιθυμία των Αμερικανών συνδεόταν με την ανάγκη ενός ολοκληρωμένου προγράμματος οικονομικών μεταρρυθμίσεων, που κρίνονταν απαραίτητες για να περάσει η χώρα στην επόμενη μέρα. Παρ’ότι οι αντίπαλοι του Παπάγου δεν επιθυμούσαν αυτήν την προοπτική, καθώς ήταν σίγουρο ότι θα τον έφερνε πανίσχυρο στην εξουσία, το πλειοψηφικό σύστημα πέρασε τελικώς από την Βουλή στις 12 Σεπτεμβρίου του 1952. Έναν μήνα αργότερα, ορίστηκε και η ημερομηνία των νέων εκλογών, για τις 16 Νοεμβρίου 1952.

Το προεκλογικό πρόγραμμα του Συναγερμού θα διαφανεί στο λεγόμενο «Συμβόλαιον με τον λαόν» ή αλλιώς στο «Σύμφωνο της Θεσσαλονίκης» (από τον τόπο εκφώνησης του προγράμματος). Τα βασικά σημείο του προγράμματος αναφέρονταν στους εξής τομείς: ασφάλεια και τάξη, αποκατάσταση της θέσης της χώρας διεθνώς, χρηστή διοίκηση, καθώς και υποσχέσεις για αύξηση του εθνικού εισοδήματος μέσω της αύξησης της παραγωγής και του δείκτη των εξαγωγών. Η επικείμενη αναμέτρηση, ως μία τελική μονομαχία μεταξύ της ανασυγκροτημένης Δεξιάς και των συνασπισμένων δυνάμεων του Κέντρου (Ε.Π.Ε.Κ και Κόμμα Φιλελευθέρων), κρινόταν από πριν ως η οριστική επίλυση της πολιτικής αστάθειας της περιόδου 1950-1952.

Το τελικό αποτέλεσμα δεν άφηνε περιθώρια για αμφισβήτηση της τομής, που επήλθε στο πολιτικό σύστημα της εποχής. Ο Συναγερμός του Στρατάρχη Παπάγου επέτυχε συντριπτική επικράτηση έναντι τόσο των συνασπισμένων δυνάμεων του Κέντρου, όσο και έναντι των υπολειμμάτων των ενδοπαραταξιακών του αντιπάλων, τους οποίους πραγματικά διέλυσε.

Πιό συγκεκριμένα, ο Εθνικός Συναγερμός συγκέντρωσε το εντυπωσιακό 49,22% των ψήφων, το οποίο, λόγω του πλειοψηφικού συστήματος, σήμαινε και την συντριπτική πλειοψηφία των εδρών του Κοινοβουλίου, ήτοι 247 έδρες. Αυτό σήμαινε ότι η νέα κυβέρνηση Παπάγου δεν ήταν μόνον αυτοδύναμη, αλλά και παντοδύναμη. Η κεντρώα συμμαχία Ένωσις Κομμάτων ΕΠΕΚ-Φιλελευθέρων του Νικολάου Πλαστήρα και του Σοφοκλή Βενιζέλου δεν κατάφερε να ξεφύγει από την μετριότητα και έμεινε στο 34,22 % του εκλογικού σώματος, αποσπώντας λόγω του εκλογικού νόμου μόνον 51 έδρες. Εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης έμεινε το νεότευκτο τότε ακόμη κόμμα της Ε.Δ.Α, που αποτελούσε την έκφραση της ηττημένης στον εμφύλιο Αριστεράς, καθώς το 9,55 % δεν της επέτρεψε κάν να αποσπάσει κάποια έδρα (και πάλι λόγω του εκλογικού νόμου). Τρεις ημέρες μετά τις εκλογές, στις 19 Νοεμβρίου 1952, ο Αλέξανδρος Παπάγος ορκίστηκε ως ο νέος πρωθυπουργός της χώρας, ηγέτης μιας πανίσχυρης κυβέρνησης, ύστερα από μεγάλη περίοδο πολιτικής αστάθειας. Η κυβέρνηση αυτή παρέμεινε στην εξουσία μέχρι τον θάνατο του Παπάγου το 1955, και την διαδέχθηκε η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, προηγουμένως βουλευτού Σερρών του Συναγερμού και υπουργού Δημοσίων Έργων του Στρατάρχη Παπάγου. Ο Καραμανλής ίδρυσε νέο κόμμα, την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση, το 1956, που στην ουσία ήταν μία μετονομασία του Συναγερμού, εμπλουτισμένου με κάποιους προσχωρήσαντες κεντρώους πολιτευτές.

Η επικράτηση του Εθνικού Συναγερμού στις εκλογές του 1952 δεν σήμανε μόνο το τέλος της πρώτης μεταβατικής περιόδου της μετεμφυλιακής Ελλάδος. Η νίκη του Αλέξανδρου Παπάγου αποτέλεσε τον πρώτο μεγάλο κρίκο για την ανασύνταξη του πολιτικού σκηνικού, τόσο του συνολικού όσο και της δικής του παράταξης. Από εκείνη την ημέρα, μία «Νέα Δεξιά» ήρθε στο προσκήνιο, αφήνοντας πίσω κάποιες από τις παθογένειες της εμφυλιακής και προ-πολεμικής περιόδου, με μία προδιάθεση σαρωτική, βαδίζοντας πάνω στις τρέχουσες ανάγκες της ανασυγκρότησης, της μεταρρύθμισης και της ανάπτυξης, μέσα στα αυστηρά πλαίσια της ψυχροπολεμικής αναμέτρησης. Δεν έπαψε ο Συναγερμός να αποτελεί μέρος της δεξιάς παράταξης ποτέ, άλλωστε ο σταθερός αντικομμουνιστικός χαρακτήρας της παράταξης το αποδεικνύει περίτρανα. Απλώς, στην νέα αυτή εποχή, ο αντικομμουνισμός συνδέεται άρρηκτα με την ανάγκη για μεταρρύθμιση, προκειμένου η χώρα να πλησιάσει τα στάνταρ της δυτικής Ευρώπης και να καταστεί πλέον οργανικό μέλος της.

Η δυναμική της τομής, που επετεύχθη στις εκλογές του 1952, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι και η Ε.Ρ.Ε του Κωνσταντίνου Καραμανλή θεωρήθηκε περίπου ως μια φυσική συνέχεια του. Το μόνο σίγουρο είναι, ότι μέσα σε δύο χρόνια από τις τραυματικές εκλογές του 1950, η συντηρητική παράταξη εμφανίστηκε ξανά δυναμική στο προσκήνιο υπό νέα μορφή και με ένα ρεύμα, που της επέτρεψε να παραμείνει αταλάντευτη στην εξουσία μέχρι το 1963 και την συντριπτική επικράτηση της Ενώσεως Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου στις εκλογές του Νοεμβρίου εκείνης της χρονιάς.

*Μεταπτυχιακού φοιτητού Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας Παν/μίου Αθηνών

    Print       Email

About the author

You might also like...

Μπορεί το failed-state να γίνει κράτος;

Read More →