Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Ηγεμονικός ανταγωνισμός στον Καύκασο

By   /   Νοέμβριος 12, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ηγεμονικός ανταγωνισμός στον Καύκασο

    Print       Email

armenian_church_

♦ του Χρήστου Ζιώγα

Ο Καύκασος καλύπτει την ορεινή περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στην Μαύρη και την Κασπία Θάλασσα. Το βόρειο τμήμα του περικλείει περιοχές της Ρωσσικής Ομοσπονδίας και το νότιο τμήμα εδάφη στην Τουρκία και στο Ιράν. Ο νότιος Καύκασος επίσης περιλαμβάνει τρία ανεξάρτητα κράτη, το Αζερμπαϊτζάν, την Αρμενία και την Γεωργία, τα οποία προέκυψαν μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Πρόκειται για μια περιοχή με μεγάλη ποικιλία γλωσσών και εθνοτήτων, όπου υπολογίζονται πως συναντώνται πενήντα διαφορετικές εθνοτικές ομάδες.

Η πτώση του τείχους του Βερολίνου, καθώς και η επακόλουθη γερμανική ενοποίηση, η κατάρρευση της σοβιετικής ηγεμονικής τάξης στα τέλη του 1991 και οι καθεστωτικές αλλαγές των πρώην συμμάχων της στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, οδήγησαν σε μια νέα κατανομή ισχύος, τόσο στο παγκόσμιο όσο και στο περιφερειακό επίπεδο. Το διεθνές σύστημα βρέθηκε σε μεταβατικό στάδιο, κύρια χαρακτηριστικά του οποίου ήταν η κυρίαρχη πολιτικοστρατιωτική θέση των ΗΠΑ και ο περιορισμός της Ρωσσίας σε περιφερειακό ρόλο. Το γεγονός αυτό συνιστούσε μια μείζονα ανακατανομή ισχύος, αλλά επ’ ουδενί λόγο δεν άλλαξε την φύση του, όπως ισχυρίζονταν αναλυτές τα πρώτα μεταψυχροπολεμικά έτη. Το μοναδικό νέο στοιχείο ήταν πως η εν λόγω αλλαγή επήλθε με ειρηνικό τρόπο, ήτοι με την απουσία ενός ηγεμονικού πολέμου μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Η αρχική μεταρρυθμιστική πολιτική του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ απελευθέρωσε εθνικές και κοινωνικές δυνάμεις, που τελικά οδήγησαν στην διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και την ανάδειξη 15 διαδόχων κρατών. Το τέλος της αμερικανοσοβιετικής αντιπαράθεσης και εν τέλει της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης δεν αποτελούσε μια τυπική, με ιστορικούς όρους, ήττα ενός κράτους, που προσαρμόζεται στα τετελεσμένα της ισχύος, ούτε κάν μια διπλωματική αναδίπλωση βάσει των νέων συσχετισμών, αν και στην πρώτη φάση ομοίαζε με μία τέτοια κατάσταση. Η παύση του σοβιετικού κράτους σήμαινε και το τέλος της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας, που επιδίωκε για περισσότερα από 70 έτη να αναμορφώσει την κοινωνία και τον άνθρωπο, καθορίζοντας ανεπίστρεπτα την πορεία της ανθρώπινής ιστορίας. Ο σοβιετικός πολίτης αποτελούσε έναν ανθρωπολογικό χαρακτήρα που τερμάτισε την σύντομη ιστορική του διαδρομή στο λυκαυγές του 20ου αιώνα, κληρονομώντας ωστόσο συγκεκριμένες νοοτροπίες στις 15 και πλέον «αναγεννημένες» εθνικές ταυτότητες της μετασοβιετικής περιόδου.

Διαφορές που προϋπήρχαν στους λαούς που διαβιούσαν στην περιοχή του Καυκάσου, και ήταν εν υπνώσει επί Σοβιετικής περιόδου, βρήκαν ξανά το πεδίο της ιστορικής τους εκπλήρωσης, απειλώντας την τάξη στον συγκεκριμένο χώρο. Σε συνάρτηση και ακολουθία με πάγιες γεωπολιτικές σταθερές, αλλά και λόγω της εξόρυξης και διέλευσης υδρογονανθράκων από την εν λόγω περιοχή, επήλθε μια σταδιακή αναβάθμιση του Καυκάσου στους γεωστρατηγικούς και γεωοικονομικούς υπολογισμούς των μεγάλων αλλά και περιφερειακών δυνάμεων, γεγονός που συνήθως δημιουργεί συνθήκες ανταγωνισμού.

Πέραν των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, στην περιοχή του νοτίου Καυκάσου, κατά την μεταψυχροπολεμική περίοδο, έλαβαν χώρα δύο πολύ σημαντικές πολεμικές συγκρούσεις, που εξακολουθούν να απειλούν την περιφερειακή σταθερότητα, Ο πόλεμος Αρμενίας–Αζερμπαϊτζάν στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, το 1988-1994, και ο πόλεμος μεταξύ Γεωργίας και Ρωσσίας το 2008, που οδήγησε στην de acto ανεξαρτητοποίηση της Νότιας Οσσετίας και της Αμπχαζίας. Και στις δύο περιπτώσεις επήλθε κατάπαυση του πυρός δίχως, μέχρι σήμερα, την επίτευξη τελικής συμφωνίας ειρήνης, θέτοντας σε κίνδυνο την εύθραυστη σταθερότητα.   

Ο Καύκασος αποτελεί μέρος της Ευρασίας, που, όπως επισημαίνει ο Zbigniew Brzezinski, θεωρείται το κέντρο της παγκόσμιας ισχύος τα τελευταία τουλάχιστον 500 χρόνια. Όλες δε οι αυτοκρατορίες που επιδίωξαν να κυριαρχήσουν στο διεθνές γίγνεσθαι, έθεταν ως βασικό σκοπό τους τον έλεγχο του Ευρασιατικού χώρου. Η Ευρασία, ως ενιαία γεωπολιτική μάζα, συμπεριλαμβάνει το σύνολο των εδαφών της Ευρώπης και της Ασίας, στα οποία διαβιεί το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού, συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος του φυσικού πλούτου του πλανήτη και αντιπροσωπεύει το 60% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η περιοχή του Καυκάσου βρίσκεται σε μία πολύ σημαντική θέση της Ευρασίας, συνδέοντας το ενδιάμεσο και δυτικό και αποτελώντας πέρασμα για το νότιο τμήμα της.

Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

Αναλύοντας ο Zbigniew Brzezinski τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην μεταψυχροπολεμική εποχή, αναφέρει: «Για πρώτη φορά τα τελευταία 500 χρόνια μια μη ευρασιατική δύναμη αναδείχθηκε ως ο βασικός διαιτητής – ρυθμιστής στον ευρασιατικό συσχετισμό δυνάμεων, αλλά και ως η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη». Οι ΗΠΑ, στις αρχές του 21ου αιώνα, ενσαρκώνουν την μοναδική χώρα που μπορεί να ασκεί εξωτερική πολιτική πλανητικού επιπέδου. Η διαιώνιση της πρωτοκαθεδρίας της στο διεθνές σύστημα, είναι πρωταρχικό μέλημα της εκάστοτε αμερικανικής κυβέρνησης. Υπό αυτό το πρίσμα, η αποτροπή ανάδειξης ενός περιφερειακού ηγεμόνα στην Ευρασίας συνιστά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της αμερικανικής ηγεσίας για την ευόδωση της συγκεκριμένης πολιτικής.

Στον χώρο του Καυκάσου, οι ΗΠΑ, βλέποντας το κενό ισχύος που δημιουργήθηκε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και την αποδυνάμωση της Ρωσσίας, υιοθέτησαν μία μεθοδική πολιτική αύξησης της επιρροής τους. Όχημα της αμερικανικής πολιτικής αποτέλεσε το ΝΑΤΟ, ενσωματώνοντας ως μέλη του τις περισσότερες χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης. Η επιδίωξη της Γεωργίας το 2008 και της Ουκρανίας το 2014 να προσεγγίσουν τους δυτικούς πολιτικο-στρατιωτικούς θεσμούς, προκάλεσε την ρωσσική αντίδραση, σηματοδοτώντας την ανάκαμψη της εξωτερικής πολιτικής της Μόσχας και επιδεινώνοντας ταυτόχρονα τις σχέσεις Δύσης–Ρωσσικής Ομοσπονδίας. Ο Καύκασος, επομένως, αποτελεί ένα από τα πεδία του αναγεννημένου προαναφερθέντα ανταγωνισμού.

Ρωσσία

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως, την τελευταία δεκαπενταετία, ενισχύεται η θέση και ο ρόλος της Ρωσσικής Ομοσπονδίας στον ευρύτερο καταμερισμό ισχύος, συγκρινόμενος ιδιαίτερα με την πρώιμη μεταψυχροπολεμική εποχή. Η Ρωσσία επιδίωξε σταθερά και αποφασιστικά να καταστεί συνδιαμορφωτής των τεκταινομένων στο ευρωπαϊκό αλλά και το διεθνές γίγνεσθαι, αναφύοντας παράλληλα νέες γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές έριδες.

Η σαφώς πιο ενεργητική πολιτική της Ρωσσίας καταδεικνύει την επιθυμία της ν’ ανακτήσει την επιρροή της, πολιτική και οικονομική, εμποδίζοντας την περαιτέρω διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, στην περιοχή που θεωρεί ως «εγγύς εξωτερικό», επιδιώκοντας να επανακτήσει το καθεστώς μεγάλης περιφερειακής δύναμης. Η ένοπλη σύγκρουση με την Γεωργία το 2008 και ο Ουκρανικός εμφύλιος πόλεμος, δηλοί την αποφασιστικότητα της Ρωσσικής Ομοσπονδίας να παρεμποδίσει με την χρήση βίας οποιαδήποτε περαιτέρω διεύρυνση του ΝΑΤΟ ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ανατολική Ευρώπη και τον Καύκασο.

Οι συγκλίσεις που υπάρχουν σε μια σειρά θεμάτων μεταξύ Ρωσσίας και Δύσης, όπως στην τρομοκρατία, την αποτροπή διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής, τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, περιβαλλοντικά ζητήματα κα άλλα, δεν φαίνεται να υπερισχύουν στην παρούσα φάση των γεωπολιτικών προτεραιοτήτων και το στοιχείο του ανταγωνισμού υπερτερεί αυτού της συνεργασίας.

Ευρωπαϊκή  Ένωση

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η είσοδος στους κόλπους της των τριών κρατών του νοτίου Καυκάσου μάλλον δεν αποτελεί καίρια επιλογή. Στα πλαίσια της «Ευρωπαϊκής Πολιτική Γειτονίας» (European Neighbourhood Policy), υιοθετήθηκε το 2009 η πολιτική της «Ανατολικής Συνεργασίας», που αφορούσε τα έξι κράτη της ανατολικής Ευρώπης και του Καυκάσου, την Ουκρανία, Γεωργία, Μολδαβία, Αζερμπαϊτζάν, την Αρμενία και υπό προϋποθέσεις την Λευκορωσία. Με την εν λόγω κίνηση, η ΕΕ επιδιώκει να αναχαιτίσει την ρωσσική επιθετικότητα και να σταθεροποιήσει την περιοχή, επιφέροντας πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό των τριών χωρών, θεωρώντας πως θα επηρεάσουν και την εξωτερική τους πολιτική.

Είναι γεγονός πως στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες παρατηρούνται παρόμοια φαινόμενα πολιτικής «παθογένειας» όπως η διαφθορά, η καταπάτηση δημοκρατικών ελευθεριών κτλ., απόρροια εμπεδωμένων νοοτροπιών, τόσο παλαιοτέρων όσο και πιο πρόσφατων. Τα κράτη της ΕΕ επιθυμούν οι χώρες του Καυκάσου να αποτελέσουν την δίοδο των πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου της κεντρικής Ασίας και να καταστούν εναλλακτικές των ρωσσικών υποδομών μεταφοράς, έτσι ώστε να επιτύχουν ενεργειακή ασφάλεια και απεξάρτηση. Σε ζητήματα γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος, το ατλαντικό πλαίσιο συνεχίζει ν’ αποτελεί το σημείο αναφοράς, αν και με αποκλίσεις, για τα περισσότερα κράτη-μέλη, και κυρίως τις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, ιδιαίτερα δε μετά την έναρξη του εμφυλίου στην Ουκρανία.

Κίνα

Η άνοδος της Κίνας στον παγκόσμιο καταμερισμό ισχύος αναμφίβολα εγγράφεται ως η περισσότερο διατυπωμένη έκφραση αλλά και ενδιαφέρουσα τάση το πρώτο ήμισυ του 21ου αιώνα. Ο Καύκασος, στην παρούσα περίσταση, δεν ιεραρχείται ως πρώτιστος στόχος της κινέζικής εξωτερικής πολιτικής. Η οικονομική άνοδος της Κίνας, που συνεχώς βελτιώνει την θέση της στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, αυξάνοντας παράλληλα τις εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οδηγεί και σε εντατικοποίηση του ανταγωνισμού σχετικά με τον έλεγχο και την διακίνηση των υδρογονανθράκων. Διαπιστώνουμε, επομένως, πως το όλο ενεργειακό παίγνιο γίνεται πολύπλοκο και οδηγεί σε νέους ανταγωνισμούς μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Η Κίνα, σταδιακά και εκ των πραγμάτων, θα δραστηριοποιείται γεωπολιτικά σε όλο και ευρύτερο φάσμα και με μεγαλύτερη ένταση εντός του διεθνούς συστήματος. Ο Καύκασος, ως περιοχή που συνδέεται με την παραγωγή και την διακίνηση του πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα αναχθεί μελλοντικά σε πεδίο έντονης δραστηριότητας της κινεζικής εξωτερικής πολιτικής.

Ιράν

Η Ισλαμική δημοκρατία του Ιράν συνιστά ένα πολύ σημαντικό κράτος, τόσο στην κεντρική Ασία όσο και στην Μέση Ανατολή. Η αρχική συμφωνία με τις έξ μεγάλες δυνάμεις σχετικά με τον έλεγχο του πυρηνικού του προγράμματος και η συνεπαγόμενη παύση του καθεστώτος κυρώσεων έναντι της Τεχεράνης, αναμένεται να αναβαθμίσει την θέση και τον ρόλο της στο περιφερειακό υποσύστημα. Η σταδιακή επανάκαμψη στο διεθνοποιημένο οικονομικό σύστημα, και κυρίως στον τομέα εξαγωγής υδρογονανθράκων, θα ενισχύσει καίρια την πολιτική και οικονομική κατάσταση του Ιράν, τόσο ως αυτόνομου δρώντα, όσο και ως πιθανού στρατηγικού εταίρου τρίτων κρατών. Η μέχρι σήμερα αντιπαράθεση της Τεχεράνης με την Δύση, έδινε την δυνατότητα στην Ρωσσία και την Κίνα να ενσαρκώνουν τους «φυσικούς» συμμάχους της τόσο σε πολιτικο-οικονομικό όσο και σε διπλωματικό επίπεδο. Η εξομάλυνση των σχέσεων Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, μετά από 35 έτη, όταν πραγματοποιηθεί θα διαφοροποιήσει άρδην τους συσχετισμούς στην περιοχή, αναδεικνύοντας και τις αποκλίσεις ανάμεσα στην Μόσχα και την Τεχεράνη, που μέχρι σήμερα καλύπτονται από τις εχθρικές σχέσεις Δύσης-Ιράν.

Τουρκία

Η τουρκική εξωτερική πολιτική των κεμαλικών κομμάτων της πρώτης μεταψυχροπολεμικής περιόδου στην περιοχή του Καυκάσου, χαρακτηρίστηκε από αποτυχία υλοποίησης των αρχικών στοχεύσεων. Αχίλλειος πτέρνα της τουρκικής διπλωματίας αποτέλεσε το ζήτημα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η αναφανδόν τουρκική στάση υπέρ του Αζερμπαϊτζάν, που όμως περιορίστηκε σε ρητορικό επίπεδο, υπονόμευσε συνολικά την αξιοπιστία της Άγκυρας και εν γένει την πολιτική της τόσο στον Καύκασο όσο και στην κεντρική Ασία, έναντι κυρίως των βασικών των ανταγωνιστών εκείνη την περίοδο, δηλαδή της Ρωσσίας και του Ιράν.

Ο γενικός αναστοχασμός της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, μετά την ανάληψη της εξουσίας από το κόμμα Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, υπό την ηγεσία του Ταγίπ Ερντογάν, δεν διαφοροποίησε στις τουρκικές στοχοθεσίες για τον ρόλο που η Τουρκία οφείλει να διαδραματίσει στην περιφέρεια του Καυκάσου. Η πολιτική των «μηδενικών προβλημάτων», που δρομολόγησε ο Αχμέτ Νταβούτογλου, ιεραρχεί υψηλά την εν λόγω περιοχή ως έναν χώρο εκπλήρωσης των τουρκικών επιδιώξεων, εξασφαλίζοντας μέχρι τώρα τον ανταγωνισμό της Ρωσσίας και οσονούπω του επανακάμψαντος Ιράν.

Το ενεργειακό παίγνιο

Στην εποχή της διεθνοποιημένης οικονομίας, η ζήτηση πρώτων υλών διαρκώς αυξάνεται· το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτελούν τους απαραίτητους πόρους για την βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη όλων των κρατών. Μεγάλο μέρος των πολύτιμων υδρογονανθράκων βρίσκεται σε ασταθείς περιοχές, με εξαίρεση τα κοιτάσματα της Βορείου Αμερικής, και ή ανήκουν σε Ευρασιατικές δυνάμεις (Ρωσσία) ή βρίσκονται στον περίγυρο αυτών των κρατών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, επιθυμώντας την διαιώνιση της πρωτοκαθεδρίας τους, επιδιώκουν να διασφαλίσουν τους διακανονισμούς εκείνους, περιλαμβανομένου του ενεργειακού τομέα, που αναπαράγουν την σημερινή κατανομή ισχύος. Για τους διαμορφωτές της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, συνιστά βασική επιλογή η συνέχιση της εξάρτησης των ευρωπαϊκών κρατών, κυρίως της Γερμανίας και της Γαλλίας, από τις αμερικανικές ροές πρώτων υλών. Και τούτο διότι η ενεργειακή εξάρτηση έχει και πολιτικές προεκτάσεις, που αναδεικνύονται ως ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας. Οι ευρωπαϊκές χώρες σε καμμία περίπτωση δεν επιθυμούν την εξάρτησή τους στην προμήθεια φυσικού αερίου από την Ρωσσία, αλλά επιδιώκουν την ύπαρξη εναλλακτικών προμηθευτών. Η προσέγγιση, στον συγκεκριμένο, τομέα, της Γερμανίας και της Γαλλίας με την Ρωσσία, θα είχε αρνητικές συνέπειες για την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Τα κράτη που κατέχουν τους πολύτιμους υδρογονάνθρακες ή ελέγχουν τις οδούς διακίνησής τους, εκτός από τα οικονομικά οφέλη, επιδιώκουν να αντλήσουν και πολιτικά.

Η Ρωσσία και η Κίνα, μαζί με την Γερμανία και την Γαλλία, έχουν σημαντική παρουσία στον ανταγωνισμό για τους ενεργειακούς πόρους στην Ευρασία. Οι χώρες από τις οποίες θα διέρχονται οι αγωγοί, θα βελτιώσουν την γεωπολιτική τους θέση και ρόλο. Οι ΗΠΑ επιθυμούν την κατασκευή πολλών εναλλακτικών διόδων, έτσι ώστε και η αγορά να μην επηρεαστεί από την παύση της λειτουργίας κάποιων αγωγών, αλλά και να μην ελέγχει ένα κράτος την μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων, γεγονός που αυξάνει τη γεωπολιτική του σημασία. Η κύρια επιλογή των ΗΠΑ είναι να μην καταστεί η Ρωσσία ο κύριος προμηθευτής φυσικού αερίου των ευρωπαϊκών χωρών, και οι αγωγοί που το μεταφέρουν να παρακάμπτουν την ρωσσική ομοσπονδία ή κράτη που ακολουθούν φιλορωσσική πολιτική.

Διαπιστώνουμε ότι το παίγνιο του πετρελαίου και του φυσικού αερίου έχει πλανητικές διαστάσεις και πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν σε κάθε ανάλυση, πάντα όμως σε συνδυασμό με την εκάστοτε κατανομή ισχύος, που συνιστά και τον κύριο διαμορφωτικό παράγοντα των διεθνών εξελίξεων.

Συμπέρασμα

Βρισκόμενοι ήδη στην τρίτη μεταψυχροπολεμική δεκαετία, διαπιστώνουμε πως το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε μια μεταβατική κατάσταση, ωθούμενο προς μια πιο ισόρροπη κατανομή ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, αν και παραμένουν ο ισχυρότερος παίκτης, έχουν πλέον να διαχειριστούν τους αναδυόμενους πόλους ισχύος, Κίνα, Ρωσσία, Ινδία, που σε πρώτη φάση θα αξιώσουν την ενίσχυση της θέσης τους στην περιφέρειά τους. Στον Καύκασο λαμβάνει ήδη χώρα ηγεμονικός ανταγωνισμός μεταξύ Ρωσσίας και Ηνωμένων Πολιτειών, με την μεν πρώτη να επιδιώκει την ενίσχυση της θέσεώς της, την δε δεύτερη την διατήρηση της ισχύος της, αντιστρέφοντας τους ρόλους της πρώτης μεταψυχροπολεμικής περιόδου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαδραματίζει δευτερεύοντα αλλά σημαντικό ρόλο. Η όλη προσπάθεια ενεργού παρουσίας της υπονομεύεται από τις αποκλίσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη, που πολλές φορές οδηγούν σε εθνικές προσεγγίσεις, και την κυριαρχία του ατλαντικού πλαισίου αναφοράς για στρατηγικά ζητήματα. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι τόσο η Ρωσσία όσο και οι δυτικές χώρες, και κυρίως οι ΗΠΑ, δεν συμμερίζονται την ίδια άποψη για την θέση και τον ρόλο της μετασοβιετικής Ρωσσίας, και αυτού που η ίδια επιθυμεί να διαδραματίσει, στο διεθνές σύστημα.

Το Ιράν και η Τουρκία ενσαρκώνουν χώρες με πιο περιορισμένη αλλά σημαίνουσα παρουσία στον περιφερειακό συσχετισμό, ιδιαίτερα προσεταιριζόμενες ισχυρότερους παίκτες. Η πιθανολογούμενη εξομάλυνση των σχέσεων Δύσης- Ιράν θα βελτιώσει τη θέση του τελευταίου τόσο έναντι της Ρωσσίας όσο και έναντι της Τουρκίας, που, αυτονομούμενη από την δυτική συμμαχίαν επιδιώκει να καταστεί ανεξάρτητος παίκτης, μέχρι στιγμής χωρίς επιτυχία.

Οι εδαφικές εκκρεμότητες στον νότιο Καύκασο διατηρούν τα ζητήματα ασφάλειας πολύ υψηλά στην ατζέντα των τριών κρατών. Οι μη οριστικά διευθετημένες διενέξεις μεταξύ Αζερμπαϊτζάν-Αρμενίας και Γεωργίας-Ρωσσικής Ομοσπονδίας, δύνανται να θέσουν εν κινδύνω την περιφερειακή σταθερότητα ανά πάσα στιγμή. Βεβαίως, μια ηγεμονική διευθέτηση μεταξύ Δύσης και Ρωσσίας θα σταθεροποιήσει την περιοχή, που όμως στην παρούσα συγκυρία δεν φαίνεται ορατή. Η περιφερειακή τάξη στον Καύκασο θα είναι απόρροια ενός ηγεμονικού διακανονισμού, που, όπως σε όλα τα ηγεμονικά σχήματα, προϋποθέτει έναν αποδεκτό συσχετισμό ισχύος ανάμεσα στους κύριους δρώντες, και μια ταυτόχρονη ανεκτή ιεραρχία μεταξύ ηγετικών και υποδεέστερων δυνάμεων.

    Print       Email

About the author

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →