Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ – Τουρκία

By   /   Φεβρουάριος 3, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ – Τουρκία

    Print       Email

Screen Shot 2014-02-03 at 10.46.07 AMΟι επερχόμενες 100 κρισιμότατες ημέρες της ελληνικής (ελλαδικής και κυπριακής) «Πομπηίας»

του Γιώργου Φοίνικα

 

Στην μνήμη του Γλαύκου Κληρίδη, πρώην Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και

ακαταμάχητου αγωνιστή του Κυπριακού

Ακούγεται ίσως, αλλά μάλλον δεν είναι υπερβολικό να ισχυριστεί κανείς ότι οι επερχόμενες 100 ημέρες θα αποδειχθούν ίσως οι σημαντικώτερες και κρισιμώτερες ημέρες για το μέλλον του Ελληνισμού, στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν, κλιμακούμενοι την τελευταία ιστορική περίοδο, δεν συγκρίνονται μεν με τις απειλές ασφαλείας που αντιμετώπισαν τα δύο κράτη του Ελληνισμού, η Ελληνική και η Κυπριακή Δημοκρατία, από το 1830 και 1960, δηλαδή στα 183 και 53 χρόνια περίπου που πέρασαν από την συγκρότησή τους, αντίστοιχα. Από πλευράς, όμως, ευρύτερης συλλογικής, εθνικής θεώρησης, οι κίνδυνοι και οι απειλές που καλείται ο Ελληνισμός να αντιμετωπίσει αυτήν την στιγμή, αφορούν όχι τόσο την φυσική ύπαρξη ή την ανεξαρτησία των δύο κρατών. Αλλά την διακύβευση των επιμέρους στοιχείων της εθνικής ταυτότητας του Ελληνισμού, στον μείζονα χώρο του, ο οποίος εκτείνεται στην νότια Βαλκανική και την Ανατολική Μεσόγειο. Το στοιχείο που καθιστά απολύτως κρίσιμη την παρούσα συγκυρία δεν είναι μόνον οι συγκλίνοντες γεωπολιτικοί κίνδυνοι, αλλά και η ανεπαρκέστατη συμβολή του υφιστάμενου πολιτικού στην Ελλάδα αλλά και στην Κύπρο.

Η γεωπολιτική συνιστώσα

Η επίσημη επίσκεψη, πρώτη εδώ και 2 δεκαετίες, του ηγέτη της Κουρδικής Αυτόνομης Διοίκησης του Βορείου Ιράκ Μασούτ Μπαρζανί στην Τουρκία τον Νοέμβριο του 2013 και η υποδοχή από τον ίδιο τον πρωθυπουργό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Ντιγιαρμπακίρ, πόλη «προπύργιο» των Κούρδων της νοτιοανατολικής Τουρκίας, σηματοδότησε την αρχή της διαδικασίας επίσημης αναγνώρισης του πρώτου κουρδικού κράτους στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Είναι, όμως, αναμφίβολα και η απαρχή της εξ ίσου κρίσιμης διαδικασίας αυτονόμησης του Συριακού Κουρδιστάν. Κρίσιμο σημείο στην διαδικασία αποδοχής και νομιμοποίησής του είναι η αποδοχή του τετελεσμένου από τους κομβικούς γεωπολιτικούς παίκτες και δη τους όμορους, όπως τυγχάνει να είναι η Τουρκία. Το Ισραήλ φαίνεται να βλέπει θετικά την προοπτική της δημιουργίας ενός σουννιτικού Κουρδικού κράτους στην περιοχή, που λόγω της θέσης του μοιραία θα «ελέγχει» κρίσιμους δρόμους εμπορίου, διακίνησης ενέργειας, φυσικών πόρων (κυρίως υδρογονανθράκων και υδάτων), αλλά και προσώπων (ατομικά ή κοινωνικά/θρησκευτικά) στην τόσο ευαίσθητη αυτή περιοχή του κόσμου.

Περισσότερο όμως, και ειδικά για το Ισραήλ, θα συνιστά ένα μείζον γεωστρατηγικό ανάχωμα, τόσο έναντι της επέκτασης των νυν αντιπάλων του (βλέπε Ιράν), όσο έναντι των μακροπρόθεσμα μελλοντικών ανταγωνιστών του (βλέπε Τουρκία). Υπό την έννοια αυτή, θα μπορούσε να θεωρηθεί και ένα προνομιακό πεδίο γεωστρατηγικού βάθους για μια χώρα που από την ίδρυσή της, το 1948, έως σήμερα, είχε θέσει ως πρώτιστο ζωτικό συμφέρον επιβίωσης την στρατηγική εξασφάλιση της ενδοχώρας της από τις χερσαίες όμορες απειλές που το περιστοίχιζαν.

Για πρώτη λοιπόν φορά, το νεότευκτο Κουρδικό κράτος παρέχει μια τέτοια προοπτική εξασφάλισης χερσαίας στρατηγικής ενδοχώρας, η οποία θα συμπληρώνει εφ’ εξής την θαλάσσια αντίστοιχη που παρέχεται στο κράτους του Ισραήλ πρωτογενώς από την Κύπρο και κατ’ επέκτασιν και δευτερευόντως από την Ελλάδα. Δεσμός που, εκτός του αυτονόητου στρατιωτικού-αμυντικού, συνδέει και με θρησκευτικούς όρους τις τρεις αυτές χώρες, δημιουργώντας έτσι ένα κρίσιμο τρίγωνο ασφάλειας μεταξύ των τριών μόνων μη μουσουλμανικών χωρών της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Το κρίσιμο δε στοιχείο υπεραξίας που προσθέτει εξαιρετικό γεωστρατηγικό ενδιαφέρον στην προαναφερθείσα εξέλιξη προς την πορεία της (αμφίβολης ακόμα) κουρδικής εθνικής ολοκλήρωσης είναι το εξής: με προστιθέμενη την συριακή κουρδική συνιστώσα, η όλη προοπτική της συγκρότησης ενός ενιαίου (έστω και με όρους ομοσπονδίας ή μακροπρόθεσμα συνομοσπονδίας) νεότευκτου κουρδικού κράτους αποφεύγει το ενδεχόμενο της γεωγραφικά περίκλειστης οριοθέτησής του («land-locked» state). Και μάλλον προκρίνεται η ευνοϊκή για την κουρδική πλευρά εκδοχή της, της οριοθέτησής του ως παράκτιου κράτους, έστω και με περιορισμένη ακτογραμμή, μέσω της εξασφάλισης πρόσβασής του προς την Μεσόγειο Θάλασσα (σε μη επίρρωση άλλων εναλλακτικών εκδοχών που είχαν παλαιότερα πέσει στο τραπέζι των διεθνών σχεδιασμών, για εξασφάλιση θαλάσσιας διεξόδου βόρεια, και όχι δυτικά, προς τη Μαύρη Θάλασσα).

Η εν λόγω εκδοχή, εκτός των αυτονόητων θετικών επιπτώσεων που θα εισφέρει στο πεδίο της βιωσιμότητας και της απόκτησης πολλαπλάσιας γεωστρατηγικής υπεραξίας στο επικείμενο κουρδικό υποκειμενικό πλάσμα διεθνούς δικαίου, θα έχει και ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο: θα συνιστά μοιραία το μοναδικό κράτος με το οποίο θα γειτνιάζει η Τουρκία, καθ’ όλη την νότια παραμεθόριο συνοριακή γραμμή της, από την Μεσογειακή ακτογραμμή, ως κοινό θαλάσσιο σύνορο με το κουρδικό κράτος, έως τον νοτιοανατολικό της γείτονα, το Ιράν.

Εξ ίσου όμως και για το Ιράν, το κουρδικό κράτος, αν τελικά αποκτήσει την πολυπόθητη (για τους Κούρδους, αλλά όχι μόνον) πρόσβαση στην Μεσόγειο, θα συνιστά την μόνη πέραν της Τουρκίας διέξοδο του Ιράν προς αυτήν. Φαινομενικά και σε βραχεία οπτική, η προοπτική της εξάρτησης του Ιράν από ένα κράτος που, αν μη τι άλλο η συγκρότησή του είναι δυνατή μόνον κατόπιν της συναίνεσης, αν όχι της ουσιαστικής υποστήριξης, του Ισραήλ και των ευρύτερων διεθνών ερεισμάτων του, φαίνεται εν πρώτης όψεως γεωπολιτικά αντιφατική και μάλλον προβληματική για τα ευρύτερα συμφέροντα των απογόνων της δυναστείας των Αχαιμενιδών – Σελευκιδών. Μια ματιά, όμως, στα επιμέρους δευτερεύοντα στοιχεία που παρέχουν συμπληρωματικά την πλήρη γεωπολιτική και κυρίως την γεωοικονομική εικόνα και τις επιμέρους ισορροπίες συμφερόντων στην περιοχή, μπορεί να μας δώσει και άλλες εξόχως διαφωτιστικές πτυχές του όλου puzzle και της αντίστοιχης γεωπολιτικής «σκακιέρας» της περιοχής που μας ενδιαφέρει. Αρκεί να δει κανείς το ιδιαιτέρως υψηλό οικονομικό ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Ισραήλ και Ιράν (εξόχως αφύσικο για κράτη που δηλώνουν εκατέρωθεν οι υπέρτατοι άσπονδοι εχθροί), την εξαίρεση της Τουρκίας από το εμπορικό εμπάργκο της Δύσης έναντι του Ιράν, και δη την ενεργό προς ανατολάς συμβολή του Ιράν στην υποστήριξη των δυτικόφιλων καθεστώτων των όμορων σε αυτό κρατών, δηλαδή του Πακιστάν και ειδικώτερα του Αφγανιστάν έναντι των σουννιτο-ισλαμιστών εγχώριων απειλών για την ασφάλειά τους.

Η πολυσύνθετη αυτή σχέση αγάπης – μίσους μεταξύ της Δύσης και του Ιράν δεν σταματά όμως εκεί, ούτε και περιορίζεται στο σημαντικώτατο θέμα της πυρηνικής ατζέντας, το οποίο όμως φαίνεται να μονοπωλεί το ενδιαφέρον, αλλά και τον πλαίσιο εμβάθυνσης των αναλύσεων των απανταχού «ειδικών» ιρανολόγων. Το ουσιαστικώτερο στοιχείο της αφορά το σύνθετο τοπίο της ανθρωπογεωγραφίας των Ιρανών. Αν και ασπασθέντες το σιιτικό Ισλάμ, δεν έπαψαν να αυτοπροσδιορίζονται εθνικά ως ινδοευρωπαίοι μη-Άραβες/σημίτες (όπερ και η εθνολογική σχέση με τους επίσης μη-σημίτες Κούρδους) και θρησκευτικά ως μη-σουνίτες μουσουλμάνοι.

Χωρίς αμφιβολία, η σιιτική Τεχεράνη, ως ισλαμιστικό μάλιστα πολιτειακό καθεστώς διακυβέρνησης πετρελαιοπαραγωγού χώρας της Μέσης Ανατολής, αναμένεται στο όχι και πολύ μακρινό μέλλον να αποδειχθεί, εκτός από άσπονδος εχθρός, αλλά και πολλαπλώς χρήσιμος sui generis γεωπολιτικός εταίρος της υπερατλαντικής Δύσης. Η επιλογή της Ουάσιγκτων για το «άνοιγμα» προς το σουννιτικό και κυρίως βαχαμπιτικό Ισλάμ, αλλά και του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου για τις οδούς του χρήματος προς την Άπω Ανατολή και τις αγορές του ευρύτερου Ειρηνικού, για ενδιάμεσες «στάσεις» συνδιαλλαγής με το ισλαμικό κεφάλαιο και τις αγορές του Αραβικού (σουννιτικού) κόσμου, αναβάθμισαν, απενοχοποίησαν, έως και νομιμοποίησαν την θέση των λιγώτερο ή περισσότερο θεσμικών παικτών, σουννιτών του radical Islam από τις χώρες της Αραβικής «άνοιξης», όσο και στις παραδοσιακά αντιδυτικές χώρες που μέχρι τώρα υπέθαλπαν τρομοκρατία και εξήγαγαν πρόσφυγες. Όπερ και η ανάδειξη πρώην ισλαμιστικών τρομοκρατικών οργανώσεων (Αλ Κάϊντα, Αδελφοί Μουσουλμάνοι κλπ.) σε επίσημους συνομιλητές και κυβερνητικούς εντολοδόχους (βλέπε Αίγυπτος κλπ.) και επιχειρησιακούς εταίρους στις επιχειρούμενες καθεστωτικές αλλαγές σε Λιβύη και Συρία (βλέπε την θαλπωρή με την οποία περιβλήθηκαν πρόσωπα «σκληρού» επιχειρησιακού προφίλ, όπως ο Αμπτελχακίμ Μπελχάτζ και άλλοι, προκειμένου να μετακινηθεί άμεσα παρέχοντας τις υπηρεσίες του από τους Λίβυους στους Σύριους αντικαθεστωτικούς).

Υπό αυτήν την θεώρηση, ο ρόλος του σιιτικού Ισλάμ και δη του Ιράν, αναδεικνύεται σε όλο και περισσότερο στρατηγικά σημαντικός για την Δύση. Και τον καθιστά μελλοντικό δυνάμει «εταίρο» της Δύσης, καθ’όσον η χρησιμότητά του να διασφαλίζει την εσαεί αδυναμία συνένωσης της Ούμα (Ummah al-Islamiyah), δηλ. της κοινότητας των πιστών του Ισλάμ, υπό έναν και μόνον Χαλίφη (η διαχρονική αποστολή του Ισλάμ), θα είναι πάντα αδιάλειπτα κρίσιμη για τον ευρύτερο οικουμενικό στρατηγικό σχεδιασμό της Δύσης.

Μια Δύση που, στον μακροπρόθεσμο ανταγωνισμό της με τον καλά αφυπνισμένο πλέον από την κομμουνιστική απομονωτική ραστώνη, Κινέζικο Δράκο, φαίνεται να αποφάσισε να φλερτάρει «παίζοντας με την φωτιά» με τον προαιώνιο θρησκευτικό εχθρό, προσεταιριζόμενη αυτόν ως ένα «διεθνιστικό» (άρα βολικό) και σχετικά ανέξοδο όχημα ανάσχεσης της Κινεζικής επέκτασης σε χώρους αμείωτου στρατηγικού ενδιαφέροντός της στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.

Εδώ ακριβώς απορρέει και η υψηλή στρατηγική αξία που αποδίδει και στην Τουρκία η Δύση, η οποία υπό την διακυβέρνηση του σουννίτη ισλαμιστή «μεταρρυθμιστή» Ερντογάν θεωρεί ότι μπορεί να «εξαγάγει» το «επιτυχημένο» μοντέλο ενός εκδυτικοποιημένου σουννιτικού light Ισλάμ στις χώρες της μέσης Ανατολής. Αυτές δηλαδή που, ως μουσουλμανικές και με αυταρχικά συνήθως φυλετικά καθεστώτα, συσσώρευαν κοινωνική, οικονομική και πολιτική πίεση στους πληθυσμούς των, παλινωδώντας μεταξύ της ισλαμικής και της αυταρχικής καθεστωτικής καταπίεσης.

Αναγκαστικά, το άνοιγμα στο σουννιτικό Ισλάμ της Μέσης Ανατολής επέφερε, όπως ήταν φυσικό, κύματα έντονης ανησυχίας στο Ισραήλ, το οποίο φαίνεται να βρίσκει πολλαπλή ανακούφιση στην τροπή που οδηγείται το Κουρδικό. Η αποδέσμευση της εκμετάλλευσης των στρατηγικών αποθεμάτων υδρογονανθράκων της Μεσογείου κατέστησε το Ισραήλ (και την Κύπρο) πετρελαιοπαραγωγό χώρα της Μέσης Ανατολής. Στρατηγικό του μέλημα δεν είναι πλέον μόνον η εξασφάλιση της απρόσκοπτης ροής υδρογονανθράκων προς αυτό για την ενεργειακή του επάρκεια, αλλά και η εξασφάλιση της κάλλιστης για τα συμφέροντά του διοχέτευσης των παραγόμενων υδρογονανθράκων (σε υγρή, ή αέρια, ή υγροποιημένη μορφή) μέσω οδών και ενδιάμεσων (transit) χωρών προς την ενεργοβόρο Ευρώπη.

Στην παρούσα συγκυρία, η Τουρκία δεν φαίνεται να αποτελεί επιλογή χώρας transit της ισραηλινής ενεργειακής στρατηγικής, γεγονός που επιβεβαιώνεται από μια σειρά δηλώσεων μέσου και υψηλού επιπέδου αξιωματούχων του Ισραήλ. Σε αυτό το πεδίο, ο άξονας Τελ Αβίβ – Λευκωσία – Αθήνα – Αδριατική φαίνεται ως προσφορώτερη και γεωπολιτικά προτιμώτερη λύση. Οι λόγοι βέβαια δεν είναι η τεχνητή, ρητορική κυρίως, κλιμάκωση της έντασης μεταξύ Άγκυρας και Τελ Αβίβ, η οποία τροφοδοτείται κυρίως από την πρώτη, αλλά στο μέτρο που δεν ξεφεύγει από συγκεκριμένα όρια και διατηρείται σε μάλλον διαχειρήσιμα επίπεδα, επειδή προφανώς εξυπηρετεί (τουλάχιστον βραχυ- και μεσο-πρόθεσμα) και τις δύο χώρες. Αν και η εμφανής μεταστροφή της κεμαλικής Τουρκίας στη διάδοχή της νεοοθωμανική Νταβουτογλιανή μετεξέλιξη, προσδίδει άλλη δυναμική στην οροφή των προσδοκιών της, η οποία πλέον δεν περιορίζεται στο να ασκεί μια κυρίαρχη μεν, αλλά περιφερειακού τύπου επιρροή στην περιοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, το Ισραήλ δεν φαίνεται να βλέπει θετικά την επιδιωκόμενη ολοκληρωτική τουρκοποίηση του κυπριακού αεροπλανοφόρου, η οποία βρίσκεται προ των πυλών εν όψει της επανέναρξης του δικοινοτικού διαλόγου μεταξύ του προέδρου Αναστασιάδη και του ηγέτη των τουρκοκυπρίων Έρογλου, υπό την αιγίδα του εκπροσώπου του ΓΓ των Ηνωμένων Εθνών Ντάουνερ. Η αναμενόμενη (εκτός απροόπτου) εντός των προσεχών 100 ημερών κοινή Δήλωση, θα είναι προθάλαμος κακών εξελίξεων, οι οποίες θα καταλήξουν στην επαναΑννανοποίηση του Κυπριακού τετελεσμένου, με την δρομολόγηση ενός ακόμη κακού σχεδίου πολιτικής λύσης τύπου Σχεδίου Αννάν εις βάρος των Ελληνοκυπρίων. Η διαιώνιση του δόγματος «Η Κύπρος αποφασίζει, η Ελλάδα ακολουθεί στηρίζοντας», που τόσο κοντά στην καταστροφή έφερε την μεγαλόνησο, αναμένεται να συνεχίσει να εκπέμπεται από τους ιθύνοντες του Ελληνικού ΥΠΕΞ. Η Τουρκία με το ψευδοκράτος της, με την συστηματική μεταφορά πληθυσμών εποίκων από την Τουρκία, συνεχίζει επί 39 ήδη χρόνια από το 1974 το συνεχιζόμενο έγκλημα πολέμου, δηλαδή την δια του βίαιου εποικισμού δημογραφική, εθνολογική αλλοίωση του πληθυσμού της Κύπρου, έναν απ’ τους κύριους στόχους που τέθηκαν με το σχέδιο Υψηλής Στρατηγικής που εκπόνησε, με τις Εκθέσεις του 1956, ο εμπνευστής της έκτοτε πολιτικής της Τουρκίας στο Κυπριακό Νιχάτ Ερίμ:..

Η συνιστώσα του πολιτικού προσωπικού

Η Ελλάδα, ως διαχειρίστρια της κρισιμότατης γεωστρατηγικής της υπεραξίας εκ της γεωγραφικής της θέσης, αλλά και της δυναμικής της, με το προνόμιο, αλλά και την ευθύνη να είναι η μοναδική χώρα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην περιοχή, καλείται να διαδραματίσει προς όφελος δικό της, αλλά και των συμμάχων και των εταίρων της, έναν ενεργότερο και ουσιαστικώτερο ρόλο στην περιοχή. Είναι ανάγκη να υπερβούμε τα άγονα μεταπολιτευτικά στερεότυπα που στοιχειώνουν επί 4 δεκαετίες την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Με ρεαλισμό, με γνώμονα το ημέτερο συμφέρον και την κατ’ αναλογία αμοιβαιότητα στην κεφαλαιοποίηση των επιμεριζόμενων γεωπολιτικών ωφελημάτων, πρέπει να προβούμε σε συντονισμένες και οργανωμένες δράσεις και διεθνείς συνεργασίες. Η στρατηγική μεταπολεμική επιλογή της κατάταξης της Ελλάδας στην Δύση, μοιραία κατέστησε περιθωριακές ή εξωσυστημικές κάποιες πολιτικές δυνάμεις, ειδικά της αριστεράς, οι οποίες στην αγωνιώδη προσπάθεια αντίδρασης εμφύτευσαν στο συλλογικό υποσυνείδητο την άκριτη και καθολική αντιπαλότητα με τη Δύση. Δυστυχώς, πολλές έκτοτε συγκυρίες ενίσχυσαν de facto την πεποίθηση αυτή στο συλλογικό θυμικό.

Όμως, είναι ώρα να επαναδιατυπώσουμε και να επαναπροσδιορίσουμε την σχέση γόνιμης και αμοιβαία επωφελούς συνεργατικής σχέσης με τους φυσικούς συμμάχους της χώρας, στη βάση ενός win – win scenario. Η διεθνής συγκυρία αναμένει την μετατροπή της κρίσης σε ευκαιρία, εκ μέρους της Ελλάδας, η οποία κάθε άλλο παρά έπαψε να διαθέτει τους πόρους και το ανθρώπινο δυναμικό για να συμβάλει και να επωφεληθεί ουσιαστικά από αυτήν την διαδικασία. Το μόνο που μένει είναι η αποδοχή της οραματικής αυτής προοπτικής από την κοινή γνώμη και το κατάλληλα οργανωμένο και προσανατολισμένο πολιτικό προσωπικό. Στοιχεία που όμως, τουλάχιστον επί του παρόντος και για τις προσεχείς 100 κρισιμότατες ημέρες, δεν φαίνεται να είναι διαθέσιμα. Αλλά ας μην προτρέχουμε.

 

    Print       Email

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →