Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Εθνική ασφάλεια σε εποχή αβεβαιότητας

By   /   Απρίλιος 3, 2014  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Εθνική ασφάλεια σε εποχή αβεβαιότητας

    Print       Email

του Παναγιώτη Ι. Τσάκωνα.

 

Ακόμα και κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η αποτελεσματική θωράκιση ενός κράτους από τις εξωτερικές απειλές και κινδύνους δεν αποτελούσε αποκλειστικό μέλημα της αμυντικής του πολιτικής, αλλά απαιτούσε την λειτουργική σύνδεση της αμυντικής πολιτικής με τους υπόλοιπους κεντρικούς πυλώνες της υψηλής στρατηγικής ή της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας του κράτους, δηλαδή την εξωτερική πολιτική, την πολιτική εσωτερικής ασφάλειας, την οικονομική πολιτική κ.ά.

Το τέλος των «σταθερών» και βεβαιοτήτων της διπολικής αντιπαράθεσης διεύρυνε το περιεχόμενο της έννοιας της ασφάλειας,  καταδεικνύοντας ότι η επικέντρωση στις υλικές δυνατότητες και στον έλεγχο και την χρήση της στρατιωτικής δύναμης από τα κράτη είναι αναποτελεσματική, καθώς και ότι είναι απαραίτητος ο διαχωρισμός μεταξύ στρατιωτικών, πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών απειλών ασφαλείας (οι οποίες επηρέαζαν όχι μόνον τα κράτη αλλά και ομάδες, άτομα ή/και άλλους μη-κρατικούς δρώντες).

Πράγματι, οι πολίτες διαπιστώνουν ότι καθημερινά έρχονται αντιμέτωποι με νέες μορφές απειλών και κινδύνων, που προέρχονται τόσο από το εξωτερικό όσο και από το εσωτερικό περιβάλλον του κράτους, ενώ οι συγκρούσεις που διεξάγονται σε όλο και περισσότερα σημεία του πλανήτη είναι περισσότερο «ενδο-κρατικές» και λιγώτερο «διακρατικές». Σε τέτοιον, μάλιστα, βαθμό, που οι διεθνείς αναλυτές δεν διστάζουν να αναφερθούν στο «τέλος των παλαιομοδίτικων πολέμων μεταξύ των κρατών».[1]

Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντικός αναδεικνύεται και ο ρόλος των μη-κρατικών οντοτήτων, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο η όποια κατηγοριοποίηση αλλά και η διαχείριση των αναφυόμενων κρίσεων και συγκρούσεων.[2]

Προκειμένου να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τόσο τις «παραδοσιακές» απειλές και κινδύνους όσο και τις νέες «ασυμμετρικές» προκλήσεις, τα κράτη καλούνται να αναπτύξουν μια στρατηγική εθνικής ασφάλειας, η οποία θα είναι ικανή να διαχειριστεί αυτό το εξαιρετικά ευρύ φάσμα απειλών, κινδύνων και προκλήσεων, που απειλούν όχι μόνον την εδαφική ακεραιότητα και την οικονομική, πολιτική και περιβαλλοντική του ασφάλεια, αλλά και την ατομική ασφάλεια των πολιτών του. Η τελευταία αυτή παρατήρηση αναδεικνύει την έννοια της «ανθρώπινης ασφάλειας», η οποία –χωρίς να υποτιμά την συλλογική υποχρέωση και προσπάθεια των πολιτών ενός κράτους να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της χώρας τους από οποιαδήποτε ξένη επιβουλή— τονίζει την ανάγκη κατοχύρωσης της προσωπικής τους ασφάλειας και ελευθερίας από άμεσες ή έμμεσες απειλές βίας, της ανάπτυξης και ευημερίας τους και του δικαιώματός τους να ζουν σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που διασφαλίζει τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Αν οι παραπάνω επισημάνσεις καθιστούν μια μάλλον δύσκολη υπόθεση την επίτευξη ασφάλειας από ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, είναι εύκολο να αντιληφθεί κάποιος γιατί για την Ελλάδα –μια «μικρή-μεσαία» χώρα, γεωγραφικά τοποθετημένη στην περισσότερο ασταθή γειτονιά της ευρωπαϊκής περιφέρειας, με ένα ιδιαίτερα ασθενές θεσμικό σύστημα παραγωγής υψηλής στρατηγικής και διαχείρισης κρίσεων και αντιμέτωπη με την μεγαλύτερη (πολυ-επίπεδη) κρίση στην σύγχρονη ιστορία της— η επίτευξη ασφάλειας για τους πολίτες της αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.

Πράγματι, κατά το σχετικά πρόσφατο παρελθόν, ειδικώτερα αυτό που αφορά στην πρώτη μεταψυχροπολεμική δεκαετία, η Ελλάδα έχει ένα ιδιαιτέρως βεβαρημένο ιστορικό (κρίση στα Ίμια, Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, Υπόθεση Οτζαλάν) όσον αφορά στην αποτελεσματική αντιμετώπιση και διαχείριση των «παραδοσιακών» προκλήσεων και απειλών για την ασφάλειά της.[3]

Παράλληλα, η Ελλάδα αποτελεί ήδη τον βασικό αποδέκτη του συνόλου σχεδόν των νέων απειλών και κινδύνων –που μετά την 11η Σεπτεμβρίου αποκτούν ακόμη πιο σύνθετο περιεχόμενο– καλούμενη έτσι να διαχειριστεί αποτελεσματικά έναν ιδιαίτερα απαιτητικό συνδυασμό παραδοσιακών και, κυρίως, νέων/«σύγχρονων» απειλών και κινδύνων στα σύνορά της. Ειδικώτερα, η σημερινή ατζέντα ασφάλειας της χώρας συνεχίζει να αφορά σε μια σοβαρή πρόκληση –αν όχι απειλή– στα ανατολικά της σύνορα (η οποία δεν έπαψε να υφίσταται παρά την αποτελεσματικώτερη διαχείρισή της σε πολιτικό/διπλωματικό επίπεδο κατά την τελευταία δεκαπενταετία)[4] ενώ έχουν, παράλληλα, προστεθεί και μια σειρά από νέες «τρωτότητες», δυνητικές απειλές, προκλήσεις ή/και κίνδυνοι στα σύνορά της, που αφορούν, με σειρά σπουδαιότητας: (α) στην μαζική μετανάστευση, την εισβολή προσφύγων και την παράνομη μετανάστευση, κυρίως λόγω πολεμικών συγκρούσεων, οικονομικής ανέχειας ή/και περιβαλλοντικής υποβάθμισης (ερημοποίηση, ανεπάρκεια υδάτινων πόρων) στον νότο της Μεσογείου ή/και στα Βαλκάνια, (β) στο διεθνικό οργανωμένο έγκλημα, το οποίο συνδέεται, έμμεσα ή άμεσα, με τρομοκρατικές ενέργειες, (γ) στην διεθνή τρομοκρατία, όπου δεν μπορεί να αποκλειστεί ακόμα και η χρήση πυρηνικών, βιολογικών ή χημικών ουσιών, (δ) στην διασπορά των όπλων μαζικής καταστροφής (πυρηνικών, βιολογικών ή χημικών) και (ε) στην πρόκληση που συνιστά η έκρηξη των τεχνολογιών πληροφορικής.

Παράλληλα, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ακόμη πρόκληση, που αφορά στο πώς η αποτελεσματική διαχείριση παλαιών και νέων απειλών θα συνδυαστεί με τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για την Ελλάδα λόγω της συμμετοχής της στους ευρωατλαντικούς θεσμούς ασφαλείας (κυρίως σε σχέση με την συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς ειρηνευτικές επιχειρήσεις και πολυεθνικές μονάδες). Πραγματικότητα, η οποία βεβαίως πηγάζει και από την δεδομένη σταθερή επιλογή όλων των ελληνικών κυβερνήσεων σε μια «ευρω-ατλαντική σύνθεση», η οποία ειδικά τα τελευταία χρόνια αφορά σε μια ισορροπία μεταξύ μιας δυνητικά ισχυρής Ευρωπαϊκής Ένωσης (η οποία όμως βιώνει σήμερα μια εξαιρετικά σοβαρή οικονομική και πολιτική κρίση) και μιας ήδη ισχυρής Αμερικής (η οποία όμως ήδη βιώνει την μετατόπιση της παγκόσμιας ισχύος στην περιοχή της Ασίας).

Σε πρακτικό επίπεδο, όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι, στην παραδοσιακή αποτρεπτική αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας, προστίθενται η συμμετοχή σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις και πολυεθνικά σώματα (τόσο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του ΝΑΤΟ) καθώς και η αντιμετώπιση «ασύμμετρων απειλών». Επίσης, οι παραπάνω διαπιστώσεις έχουν με την σειρά τους συνέπειες για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, το αμυντικό δόγμα, το είδος και το εύρος των εξοπλισμών, την οργανωτική δομή των Ενόπλων Δυνάμεων, την εκπαίδευση και την επιμόρφωση των στελεχών τους και πολλά ακόμη ζητήματα.

Πώς δείχνει η Ελλάδα να αντιμετωπίζει αυτόν τον συνδυασμό πολλαπλών (παραδοσιακών και νέων) προκλήσεων ασφάλειας και πρόσθετων –συλλογικών κυρίως— υποχρεώσεων;

Αναμφίβολα, η οικονομική κρίση, και το γεγονός ότι η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς οικονομικής κηδεμονίας, έχει σαφείς αρνητικές επιπτώσεις στην εικόνα, το κύρος, και την αξιοπιστία της στην διεθνή σκηνή, τις δυνατότητες ενεργού συμμετοχής της στη διαμόρφωση  της ευρωπαϊκής –κυρίως– πολιτικής στο άμεσο περιβάλλον της Ελλάδας, δηλαδή την περιοχή της Μεσογείου, καθώς και στην δυνατότητα επιρροής της συμπεριφοράς των άλλων κρατών. Παρατηρείται, με άλλα λόγια, μια –σε μεγάλο βαθμό εύλογη– αρνητική επίδραση των υλικών (απτών) συντελεστών ισχύος επί των άυλων συντελεστών ισχύος, καθιστώντας την χώρα «καταναλωτή»–αντί για «παραγωγό»– ασφάλειας.

Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα είναι ότι η πραγματικότητα μιας οικονομικά «διασωληνωμένης» Ελλάδας ενισχύει –αντί να αποδυναμώνει (αν η κρίση ιδωθεί ως ευκαιρία)– συγκεκριμένες εγγενείς αδυναμίες ή/και παθογένειες του συστήματος χάραξης και σχεδιασμού της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας της χώρας, οι κυριώτερες εκ των οποίων αφορούν στην εσωστρέφεια και την προτίμηση σε συνωμοσιολογικού χαρακτήρα προσεγγίσεις και ερμηνείες των διεθνών εξελίξεων, την αμυντικότητα, την ακινησία (που έχει εσχάτως μετατραπεί σε παραλυσία) και την ανακλαστική συμπεριφορά. Ενισχύεται επίσης –αντί να αποδυναμώνεται ή να «εξορθολογίζεται»– το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας, που αφορά στην πλήρη κατίσχυση των προσώπων έναντι των θεσμών παραγωγής (εξωτερικής και αμυντικής) πολιτικής.

Με βάση τα παραπάνω, πόσο ικανή μπορεί να καταστεί η χώρα, προκειμένου να λειτουργήσει ως ένα σύγχρονο κράτος εθνικής ασφάλειας, δηλαδή ως ένα κράτος ικανό να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τόσο τις «παραδοσιακές» απειλές και κινδύνους όσο και τις νέες «ασυμμετρικές» προκλήσεις, συνδυάζοντας μάλιστα αυτήν την ικανότητα με μια σειρά συλλογικών ή συμμαχικών υποχρεώσεων.

 

Αδυναμία παραγωγής στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης κρίσεων

Η επίτευξη ασφάλειας εξακολουθεί να αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση για την Ελλάδα, κυρίως εξ αιτίας της αδυναμίας ανάπτυξης μέχρι και σήμερα ενός λειτουργικού θεσμικού συστήματος παραγωγής στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης κρίσεων.

Πράγματι, εξακολουθεί σήμερα να υφίσταται μια σειρά από προβλήματα, αδυναμίες και ελλείψεις σε σχέση με το θεσμικό σύστημα των δύο βασικών συνιστωσών της ελληνικής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας, δηλαδή της εξωτερικής και της αμυντικής πολιτικής, όσον αφορά στην καταγραφή, μέσω συγκεκριμένων κειμένων στα θεσμικά τους όργανα, των μακροπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων στόχων της ελληνικής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας καθώς και των μέσων υλοποίησής της.

Δυστυχώς, όσον αφορά στο υπουργείο των Εξωτερικών, δεν υπάρχει μέχρι και σήμερα κανένα επίσημο κείμενο το οποίο να  αναφέρεται στους εθνικούς σκοπούς, στα ζωτικά συμφέροντα και, κυρίως, στην ιεράρχηση αυτών, αν και το ΥΠΕΞ άρχισε τα τελευταία χρόνια να έχει μια πιο ουσιαστική συμβολή στην ετοιμασία της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας (ΠΕΑ). Στην τελευταία, η οποία εκδίδεται από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας και αποτελεί την μοναδική προς το παρόν επίσημη/θεσμική προσέγγιση σε θέματα υψηλής στρατηγικής, παρατηρείται ένα σοβαρό έλλειμμα όσον αφορά στον σαφή ορισμό των εθνικών συμφερόντων και την ιεράρχησή τους (καθώς και στην χρήση των συντελεστών εθνικής ισχύος για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί). Με άλλα λόγια, από πλευράς «θεσμικής καταγραφής», μέσω δηλαδή της διατύπωσής της σε επίσημα κείμενα, η στρατηγική εθνικής ασφάλειας εμφανίζεται κατακερματισμένη και, κυρίως, ασαφής.

Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι στο υφιστάμενο θεσμικό σύστημα στρατηγικής εθνικής ασφάλειας στην χώρα μας προβλέπονται συγκεκριμένα όργανα σχεδιασμού πολιτικής και διαχείρισης κρίσεων, το «επίπεδο θεσμοποίησης» με πρακτικούς/λειτουργικούς όρους είναι ασθενές και αναποτελεσματικό, καθώς ούτε στο γραφειοκρατικό, αλλά ούτε και στο πολιτικό (κυβερνητικό) επίπεδο υφίστανται τα συλλογικά εκείνα σώματα που θα συνιστούσαν την συγκρότηση ενός δομημένου θεσμικού συστήματος.

Διαπιστώνεται, έτσι, ένα σοβαρό θεσμικό κενό στο επίπεδο της ανάπτυξης υψηλής στρατηγικής και στρατηγικής εθνικής ασφάλειας, που σχετίζεται με την αδυναμία σαφούς καθορισμού των ζωτικών εθνικών συμφερόντων και ιεράρχησης μεταξύ πρωτευόντων και δευτερευόντων στόχων, ενώ παρατηρείται μια αποσπασματική αντιμετώπιση των θεμάτων στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης κρίσεων, καθώς και μια δυσκολία συντονισμού τόσο ανάμεσα στα υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας, όσο και μεταξύ αυτών και άλλων εμπλεκομένων υπηρεσιών και φορέων, όπως το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

Το τελευταίο έχει σήμερα καταστεί –κυρίως λόγω της διεύρυνσης του περιεχομένου της έννοιας της ασφάλειας στον σύγχρονο κόσμο, της διασύνδεσης των ζητημάτων εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας και της υποχρέωσης συντονισμού σειράς φορέων και υπηρεσιών (Αστυνομία, Λιμενικό, Πυροσβεστική, Πολιτική Προστασία, ΕΥΠ), η δράση των οποίων καλύπτει σχεδόν το σύνολο των σύγχρονων απειλών και προκλήσεων ασφάλειας— η πλέον ευαίσθητη θεσμική συνιστώσα και βασικός πυλώνας εθνικής ασφάλειας της χώρας.[5]

Για όλους τους παραπάνω λόγους, σήμερα –περισσότερο από ποτέ– ο σχεδιασμός και η παραγωγή στρατηγικής εθνικής ασφάλειας συνιστούν έναν τομέα όπου απαιτούνται δραστικές τομές και μεταρρυθμίσεις. Σε ποιά, όμως, κατεύθυνση και με ποιόν τρόπο;

Δύο βασικές προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιούνται, προκειμένου ενδεχόμενες παρεμβάσεις στον τομέα του σχεδιασμού και της παραγωγής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας να είναι όσο το δυνατόν αποτελεσματικώτερες.

Η πρώτη προϋπόθεση αφορά στην παραγωγική σύνδεση βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων/μακροπρόθεσμων επιδιώξεων της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας της Ελλάδας, και η δεύτερη στην καλύτερη δυνατή συνεργασία και συντονισμό δράσης των βασικών φορέων διαμόρφωσης και σχεδιασμού της ελληνικής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας (ΥΠΕΞ, ΥΕΘΑ, υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, υπουργείο Περιβάλλοντος κλπ.). Πράγματι, σε μια εποχή όπου δεν είναι πλέον ευδιάκριτη η διαφορά μεταξύ εξωτερικών και εσωτερικών απειλών για την εθνική ασφάλεια ενός κράτους και όπου η ασφάλεια δεν συνιστά ένα καθαρά στρατιωτικό ζήτημα το οποίο αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών, η επίτευξη εθνικής ασφάλειας απαιτεί τον συντονισμό και την συνεργασία των υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών με τις λεγόμενες εσωτερικές υπηρεσίες: αστυνομία, άλλες δυνάμεις ασφαλείας και συναρμόδιες υπηρεσίες που δεν έχουν παράδοση ή/και όπου δεν έχει αναπτυχθεί κουλτούρα συνεργασίας.

Κατά συνέπεια, αποτελεί άμεση προτεραιότητα για μια χώρα η οποία είναι γεωγραφικά τοποθετημένη στην περισσότερο ασταθή γειτονιά της ευρωπαϊκής περιφέρειας, να επεξεργαστεί και να αναπτύξει –στην βάση εθνικής διακομματικής συναίνεσης και συνεννόησης – ένα θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα είναι ικανό να θέτει και να σχεδιάζει την στρατηγική εθνικής ασφάλειας, καθώς και να συντονίζει και να ελέγχει (αναφέροντας σχετικά στην πολιτική ηγεσία: τον πρωθυπουργό και το υπουργικό συμβούλιο ή το ΚΥΣΕΑ) τους φορείς που, σύμφωνα με το Σύνταγμα, εμπλέκονται στην σχεδίαση και ανάπτυξή της.

Μια τέτοια προσέγγιση σε εθνικό επίπεδο θα συνεισφέρει εποικοδομητικά και στις συλλογικές ή/και συμμαχικές ανάγκες, κυρίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπου παρατηρείται ένα χάσμα μεταξύ στρατηγικών στόχων και προσδοκιών και αμυντικών-βιομηχανικών δυνατοτήτων), καθιστώντας ευκολώτερο τον μακροπρόθεσμο εταιρικό σχεδιασμό, την οικοδόμηση κοινοπραξιών και κυρίως την επένδυση στην έρευνα και την ανάπτυξη.


[1] Βλέπε Mary Kaldor, New and Old Wars: Organized Violence in a Global Era (Polity Press, Cambridge, 2001).

[2]  Στην μεταψυχροπολεμική εποχή, το έθνος-κράτος παραμένει ο κύριος πρωταγωνιστής στο παιγνίδι της διεθνούς πολιτικής, αλλά η επιρροή του μειώνεται, τόσο σε σχετικά όσο και σε απόλυτα μεγέθη (ειδικά στον τομέα της οικονομίας, λόγω παγκοσμιοποίησης και αλληλεξάρτησης). Δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί η εμφάνιση στην διεθνή κονίστρα και η αυξανόμενη βαρύτητα μιας σειράς διεθνικών παραγόντων, όπως περιφερειακών ολοκληρώσεων/συσσωματώσεων, διεθνών οργανισμών, πολυεθνικών εταιριών, μέσων μαζικής ενημέρωσης παγκόσμιας εμβέλειας, μη-κυβερνητικών οργανώσεων, τρομοκρατικών οργανώσεων, παγκόσμιων «κινημάτων» και διεθνικών εγκληματικών οργανώσεων και φαινομένων όπως η παράνομη μετανάστευση, η παγκόσμια άνοδος της θερμοκρασίας, και η διεθνοποίηση της παραγωγής και της χρηματο-οικονομίας που διαβρώνουν την ικανότητα ενός κράτους να ελέγχει και να διαμορφώνει το μέλλον του. Βλέπε Peter Willetts, “Transnational actors and international organizations in global politics” στο John Baylis & Steve Smith (eds.), The Globalization of World Politics (Oxford University Press, Oxford, 2001), σελ. 356-386.

 [3] Για μια αναλυτική εξέταση των συγκεκριμένων περιπτώσεων προκειμένου να εντοπιστούν τα προβλήματα (ύπαρξη στοιχείων ασυμβατότητας) που υφίστανται στην σχέση μεταξύ των βασικών πυλώνων της ελληνικής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας και να αναδειχθούν τα κενά, οι αδυναμίες και οι ελλείψεις του υπάρχοντος θεσμικού συστήματος της ελληνικής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας, βλ. Θάνος Π. Ντόκος και Παναγιώτης Ι. Τσάκωνας, Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας. Οικοδομώντας το Ελληνικό Μοντέλο στον Εικοστό Πρώτο Αιώνα (Παπαζήσης, Αθήνα, 2005), σελ. 223-293.

 [4] Για την διαχείριση του σημαντικώτερου προβλήματος για την εθνική ασφάλεια της χώρας μέσω της ανάπτυξης αποτελεσματικώτερων πολιτικών εξωτερικής εξισορρόπησης της τουρκικής απειλής, βλέπε Panayotis Tsakonas, The Incomplete Breakthroughin Greek-Turkish Relations. Grasping Greece’s Socialization Strategy (Palgrave Macmillan, NewYork, 2010).

[5] Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι από τους φορείς που εποπτεύονται από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη έχουν προχωρήσει στην επεξεργασία προτάσεων όσον αφορά στον βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό στους ειδικώτερους τομείς ευθύνης τους για σημαντικά ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας (τρομοκρατία, παράνομη μετανάστευση, διακίνηση ναρκωτικών, πρόληψη και διαχείριση φυσικών καταστροφών, προστασία κρίσιμων υποδομών κ.ά.), η προσπάθεια αυτή παραμένει αποσπασματική και, σε αρκετές περιπτώσεις, άγνωστη στη κεντρική διοίκηση και στην πολιτική ηγεσία.

 

    Print       Email

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →