Loading...
You are here:  Home  >  ΑΦΙΕΡΩΜΑ  >  Current Article

Γιατί η Κεντροδεξιά δεν εμπνέεται από τον Κολοκοτρώνη;

By   /   Αύγουστος 24, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γιατί η Κεντροδεξιά δεν εμπνέεται από τον Κολοκοτρώνη;

    Print       Email

58444-koloshrtjrj

♦ του Δημήτρη Μιχαλόπουλου

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων της Πελοποννήσου κατά την Επανάσταση του 1821, είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό κυρίως –εάν όχι αποκλειστικώς- ως πρωτεργάτης της κατάληψης της Τριπολιτσάς το 1821, της καταστροφής της στρατιάς του Μαχμούτ-πασά Δράμαλη το 1822 και της αναχαίτισης της προέλασης του υπό τον Ιμπραήμ-πασά αιγυπτιακού στρατεύματος στην κρίσιμη περίοδο 1825-1827. Παραβλέπεται, όμως, από το ελληνικό κοινό, η σκέψη του και, γενικώτερα, η φιλοσοφία του, ή, όπως επιστημονικώς θα λεγόταν, η κοσμοαντίληψή του (Weltanschauung), η οποία υπήρξε ιδεολογική κρηπίδα του Ελληνικού Κράτους, όπως αυτό αναδύθηκε από τον ωκεανό των αιμάτων και δακρύων της Μεγάλης Επανάστασης του Γένους μας.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, κατά πρώτο και κύριο λόγο, είχε πάρει από μικρός την απόφαση ότι οι «Τούρκοι θα φεύγανε από τον Μοριά». Το επεισόδιο με το οποίο συνδέεται η απόφασή του αυτή είναι γνωστό: έως και τις αρχές του 19ου αιώνα, πράγματι, οι Μουσουλμάνοι είχαν το δικαίωμα να χαστουκίζουν τους «ραγιάδες», εφ’ όσον αυτοί οι τελευταίοι υπέπιπταν –κατά την αντίληψη των πρώτων- σε παράπτωμα. Έτσι, όταν ο μικρός Θοδωράκης, ορφανός από πατέρα, μπήκε κάποια στιγμή στην Τριπολιτσά για να πουλήσει ξύλα και άθελά του πιτσίλισε με λασπόνερα έναν Τούρκο, αυτός τον «σκαμπίλισε». Και τότε, ακριβώς, ο μικρός Κολοκοτρώνης πήρε την απόφαση που έμελλε να αλλάξει την Ιστορία των Βαλκανίων: οι Τούρκοι δεν είχαν θέση στην Πελοπόννησο.

Ποιός θα τους έδιωχνε; Αυτός ο ίδιος! Και, πράγματι, αφιέρωσε στον συνακόλουθο αγώνα ολόκληρη την ζωή του. Έγινε πρόσφυγας, κουρσάρος, χασάπης, αξιωματικός σε στρατεύματα ευρωπαϊκών Δυνάμεων – έκανε εν ολίγοις τα πάντα, προκειμένου να εξυπηρετήσει τον ένα και μοναδικό του σκοπό· την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Και ακόμη, επειδή (όσο και αν αυτό ακούγεται παράδοξο) ήταν ιδιαιτέρως φιλομαθής, είχε ως δασκάλους του της στρατηγικής κυρίως δύο: τον Αλβανό Γεώργιο Καστριώτη, του οποίου την βιογραφία επανειλημμένως διάβασε, και τους αξιωματικούς του Βρεταννικού Ναυτικού.

Ο πρώτος, ο Καστριώτης, του δίδαξε την βασική αρχή του ανταρτοπολέμου, ότι δηλαδή ο αρχηγός των ατάκτων στρατευμάτων ποτέ του δεν πρέπει να κλείνεται και να περιχαρακώνεται σε συγκεκριμένο τόπο· πρέπει να βρίσκεται «παντού και πουθενά», έτσι ώστε να είναι σε θέση να πλήττει τον εχθρό κάθε στιγμή και από κάθε κατεύθυνση. Οι δεύτεροι, οι Βρεταννοί, του έμαθαν ότι καίριο πλήγμα είναι εκείνο που καταφέρεται στην κεφαλή του αντιπάλου· ποτέ, με άλλα λόγια, δεν πρέπει να γίνεται σπατάλη χρόνου και υλικών καθώς και απώλεια ανθρώπων, μόνον και μόνον για να καταληφθούν σημεία σημασίας δευτερεύουσας.

Ως γνωστόν, την πρώτη αρχή την εφάρμοσε ο Κολοκοτρώνης κατά των στρατευμάτων του Ιμπραήμ-πασά. Είχε κάνει, πράγματι, επιχειρησιακή βάση των ελληνικών δυνάμεων το φρούριο της Καρύταινας, χωρίς ποτέ του όμως να κλειστεί ο ίδιος σε αυτό. Έτσι ο Ιμπραήμ «συνεχώς προήλαυνε και νικούσε, χωρίς όμως να μπορεί να κατακτήσει τίποτα». Και την δεύτερη αρχή την εφάρμοσε στην αρχή της Επανάστασης, όταν προέβαλε και επέβαλε την –ορθή όπως γρήγορα έμελλε να αποδειχθεί- άποψή του ότι η εξέγερση έπρεπε να ξεκινήσει από το κέντρο του Μοριά, με την κατάληψη της Τριπολιτσάς.

Τέλος, είχε -ενστικτωδώς όπως φαίνεται- ενστερνιστεί την αρχή που εφάρμοσε πρώτος ο Ναπολέων και αργότερα ο Λένιν: «Ας αρχίσουμε πρώτα να βαράμε και μετά θα δούμε τι θα κάνουμε» (Engageons d’abord, voyons après). Και από αυτήν απέρρεε η άλλη –επίσης πρωταρχικής σημασίας- αρχή του: «Τούρκος να μην ακούγεται πουθενά». Πράγματι, όταν σε αγώνα ο αντίπαλος έχει την δυνατότητα να «ακούγεται», δηλαδή να εκδηλώνεται και να χτυπάει, τότε η έκβαση της σύγκρουσης παραμένει αμφίβολη. Πρέπει, με άλλα λόγια, να αφαιρεθεί από τον αντίπαλο κάθε δυνατότητα έκφρασης, εκδήλωσης και –κυρίως- παρουσίας.

Να γιατί η ψυχοσύνθεση του Κολοκοτρώνη έμοιαζε –και πάλι όσο περίεργο και αν φαίνεται αυτό- με εκείνην του Λένιν. Και οι δύο τους είχαν τραυματιστεί καίρια, ήδη από την παιδική τους ηλικία, από το τότε πολιτικό καθεστώς της πατρίδας τους: ο Κολοκοτρώνης λόγω του θανάτου του πατέρα του και του ραπίσματος που είχε δεχτεί στην Τριπολιτσά· και ο Λένιν εξ αιτίας του θανάτου του πατέρα του και του απαγχονισμού του αδελφού του. Και οι δυό τους υπήρξαν ενσαρκώσεις ιδέας επαναστατικής, κύρια εκδήλωση της οποίας υπήρξε η απόφασή τους ποτέ μα ποτέ να μην συμβιβαστούν με το πολιτικό καθεστώς το οποίο τους είχε καταστρέψει την πατρική οικογένεια και τους ίδιους καιρίως προσβάλει.

* * *

Και ταύτα μεν, τα ως προς την ψυχοσύνθεση του Κολοκοτρώνη, ούτως εχέτω. Ποιά ήταν όμως η γενικώτερη φιλοσοφία του ήρωά μας; Και στο ερώτημα αυτό η απάντηση παραμένει ευχερής.

Ο Κολοκοτρώνης κατ’αρχήν ήταν βαθύτατα Χριστιανός· και παραμένει γνωστή εν προκειμένω η ρήση του η σχετική με τον διάβολο: «Τι είναι ο διάβολος; Τίποτα… Ο άνθρωπος είναι πάνω από αυτόν, διότι ζει λίγα μόνον χρόνια και μαθαίνει [και κάνει] τόσα πράγματα, ενώ ο διάβολος είναι απέθαντος (:αθάνατος) και τι καταφέρνει; [Σχεδόν τίποτα].»

Από την βαθύτατη αυτή χριστιανική του πίστη, επήγαζαν δύο άλλα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του: η σταθερή απροθυμία του να «βάψει τα χέρια του με αίμα» και η λανθάνουσα μα επίσης σταθερή αντιπάθειά του προς όσους κατείχαν τις ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας του ελληνορθόδοξου κλήρου. Ως προς την αποστροφή του προς τα «αίματα», παρά το ότι ο ίδιος διακήρυσσε πως επάγγελμά του ήταν «να κρατάει τον σουλντάδον (= τουφέκι) και να πολεμά για την Πατρίδα», είναι αμφίβολο το κατά πόσον ο ίδιος είχε σκοτώσει άνθρωπο.

Χαρακτηριστική, πράγματι, παραμένει η στάση του κατά την κατάληψη της Τριπολιτσάς: δεν απέτρεψε την εκεί εξόντωση 14.000 Μουσουλμάνων, αλλά ο ίδιος συστηματικώς απέφυγε να πάρει μέρος στην εν λόγω σφαγή. Οι Τούρκοι έπρεπε να εξοντωθούν, ώστε να απαλειφθεί το οιονεί πληθυσμιακό επιχείρημα της οθωμανικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο. Όταν, πράγματι, άρχισε η Επανάσταση, στον Μοριά κατοικούσαν 40.000 περίπου Οθωμανοί και 400.000 Έλληνες. Η θανάτωση των Μουσουλμάνων που είχαν καταφύγει στην Τριπολιτσά, σε συνδυασμό με εκείνους που ήδη έσπευδαν να φύγουν από την Πελοπόννησο, μετέτρεψε αυτήν την τελευταία σε χώρα αποκλειστικώς, στην ουσία, χριστιανική/ελληνική· κατά συνέπεια, η εκ νέου επιβολή εκεί της κυριαρχίας της Υψηλής Πύλης αυτομάτως γινόταν αμφίβολη έως προβληματική. Ο ίδιος όμως –αυτό ας τονιστεί- δεν σκότωσε κανέναν, απολύτως κανέναν. (Και βέβαια –και όσο και αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί παράλογο- εν προκειμένω ο Κολοκοτρώνης θυμίζει τον Λένιν, ο οποίος, παρά την αιματηρή θύελλα που εξαπέλυσε, δεν σκότωσε ποτέ του κανέναν, και, ακόμα, δεν ήξερε καν να χρησιμοποιήσει το πιστόλι, με το οποίο τον είχε εφοδιάσει η σύζυγός του.)

Η αποστροφή του προς τους ελληνορθόδοξους αρχιερείς πήγαζε από την πρώτη εξέγερση που είχε επιχειρήσει, ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα. Τότε ο Γιάννης ο Ζορμπάς, αγαπημένος του αδελφός (και εν πολλοίς πρότυπο του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη) σκοτώθηκε μετά από προδοσία ελληνορθόδοξων καλογήρων, ενώ παράλληλα ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης και οι οπαδοί του αφορίστηκαν από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Οι Κολοκοτρωναίοι, βέβαια, θεωρούσαν τον ελληνορθόδοξο κλήρο ως βασικό έρεισμα της οθωμανικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο – και είναι γνωστός ο, στα χέρια τους, βασανιστικός θάνατος του πρωτοσύγκελλου Χριστιανουπόλεως Ανθίμου. Το Πατριαρχείο, κατά συνέπεια, δεν αφόρισε χωρίς λόγο τον Κολοκοτρώνη· και ο Κολοκοτρώνης όμως είχε πολλούς (και βάσιμους, όπως ήδη έχει αποδειχθεί από την επιστημονική έρευνα) λόγους να θεωρεί την πλειοψηφία των ανωτάτων κληρικών συνεργάτες των Οθωμανών. Όπως και να είναι, όμως, η θρησκευτική του λατρεία εκδηλωνόταν, κατά προτίμηση, χωρίς την «συνεργασία» κληρικών.

Και, βέβαια, αποκορύφωμα αυτής της προσωπικής του επαφής με το Θείο υπήρξε ο «διάλογός του» με την Παναγία κατά την αρχή της Επανάστασης. Η Παναγία, ως γνωστόν, είχε προαναγγείλει, με την πτώση της εικόνας Της στο έδαφος κατά την λίγο πριν από την Άλωση λιτανεία, την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους. Και η Παναγία πάλι, με χαμόγελο της εικόνας Της σε ταπεινό εκκλησάκι του Μοριά, προανάγγειλε στον Κολοκοτρώνη την απελευθέρωση από την οθωμανικό ζυγό.

            * * *

Ποιά υπήρξε η πολιτική σημασία όλων αυτών; Η εξής:

Πολιτικώς ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ρωσσόφιλος και δεξιός. Και, βέβαια, με τον όρο «δεξιός» νοείται το περιεχόμενο του όρου όπως το νοεί η Δεξιά και όχι η Αριστερά. Αντιπαθούσε, κατά συνέπεια, τους καλαμαράδες, δηλαδή την συντριπτική πλειοψηφία των επαγγελματιών διανοουμένων, επειδή δεν εμπιστευόταν τον χαρακτήρα τους. Επιπλέον, ακριβώς όπως και ο Καποδίστριας, ήθελε στενή την σύνδεση της απελευθερωμένης Ελλάδας με την ορθόδοξη, αυτοκρατορική Ρωσσία, έστω και αν –ενδομύχως- δεν μπορεί να θεωρηθεί οπαδός γενικώς της βασιλείας.

Επιπλέον, στηριζόταν στον Λαό (με –Λ- κεφαλαίο), αλλά δεν είχε καμμία εκτίμηση στον λαό (με –λ- μικρό). Με άλλα λόγια, ήξερε ότι ο Λαός, όταν είναι σε έξαρση, είναι άξιος θαυμασμού και απόλυτης εμπιστοσύνης· όποτε, όμως, ασχολείται απλώς με την καθημερινή του επιβίωση, ευχερώς μεταβάλλεται σε «προδότη», απλώς και μόνο «για να ζήσει». Είναι γνωστή, άλλωστε, η περίφημη ρήση του, που δείχνει μία τελείως σπάνια, μοναδική για τα νεοελληνικά δεδομένα, γνώση των ανθρώπων: Τώρα οπού ενικήσαμε, οπού τελειώσαμε με καλό τον πόλεμόν μας, την Επανάστασή μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμε, ηθέλαμε τρώγει κατάραις, αναθέματα. Όπως, πράγματι, έμελλε να πει αργότερα και ο Ερνέστος Ρενάν, «ο μέσος άνθρωπος ενδιαφέρεται μόνον για πρακτικά αποτελέσματα»· και όπως είχε πει προηγουμένως ο Μακιαβέλλι, «όποιος στηρίζεται αποκλειστικώς στην αγάπη του λαού, είναι σαν να χτίζει στην άμμο». Γι’αυτό και ο Γέρος μας δεν δίστασε να διατάξει την θανάτωση του Νενέκου και την εξόντωση εκείνων που τον είχαν ακολουθήσει… Αγαπούσε ο Κολοκοτρώνης τους ανθρώπους, αλλά, σε οριακές στιγμές, μπόρεσε να βάλει στην θέση της χριστιανικής του αγάπης την φωτιά και το τσεκούρι – ακολουθώντας, μάλιστα, εν προκειμένω το δίδαγμα του ίδιου του Ιησού Χριστού (Λουκ., ιθ΄, 27).

Αλλά να που προκύπτει το μέγα ερώτημα: εφ’ όσον ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο πρωτεργάτης της Μεγάλης Επανάστασής μας και αφού τον διέπνεαν αυτές οι αρχές, γιατί, από τον θάνατό του και μετά, μέχρι σήμερα, κανένα πολιτικό κόμμα, καμμία πολιτική παράταξη στην Ελλάδα, δεν εμπνεύστηκε από τις ιδέες του; Όλοι, πράγματι, σήμερα τον τιμούν, αλλά κανένας δεν τον «ακούει». Γιατί;

Όμως η απάντηση, ειδικώς στο ερώτημα αυτό, είναι, βέβαια, μια άλλη ιστορία…

Σημείωση

Το άρθρο αυτό, σπερματικός πυρήνας μονογραφίας που ενδέχεται να εκδοθεί, βασίζεται, πέρα από τα απομνημονεύματα του Γέρου (Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής Φυλής), σε γραπτές μαρτυρίες συναγωνιστών του και βέβαια στους σχετικούς φακέλους του «Ιστορικού και Διπλωματικού Αρχείου» του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών. Παράλληλα, βασίζεται και σε διηγήσεις παλαιών Πελοποννησίων, στους οποίους ο απόηχος της προσωπικότητας του Γέρου παρέμενε, έως και το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, ζωντανός. Η Μητέρα μου, π.χ., απόγονος της οικογενείας Δαγρέ, συχνά προέβαλλε ως παράδειγμα «προς τους νεωτέρους» την στάση του Κολοκοτρώνη όσον αφορά έναν πρόγονό της: ένας Δαγρές είχε κλειστεί από Τούρκους σε σπηλιά και αυτοί θα τον έκαιγαν ή θα τον έπνιγαν με τον καπνό πυρκαγιάς, εάν δεν παραδινόταν. Ο Δαγρές όμως δεν υπέκυπτε, βέβαιος καθώς ήταν ότι θα κατέφθανε ο Γέρος να τον σώσει. Αυτό και τελικώς έγινε. Η γενικώτερη, πράγματι, στάση του Κολοκοτρώνη ως προς τις συμφωνίες, γραπτές ή προφορικές, μπορεί να συνοψιστεί στο περίφημο αξίωμα: pacta sunt servanda, που βέβαια συστηματικώς παραβιάζεται ειδικώς στις μέρες μας.

    Print       Email

About the author

You might also like...

Μπορεί το failed-state να γίνει κράτος;

Read More →