Loading...
You are here:  Home  >  ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  >  Current Article

Γεωπολιτική αρχιτεκτονική του Καυκάσου

By   /   Νοέμβριος 12, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Γεωπολιτική αρχιτεκτονική του Καυκάσου

    Print       Email

φακελος

♦ του Ιπποκράτους Δασκαλάκη

Η περιοχή του Καυκάσου αποτελεί από αιώνες το σημείο της εκρηκτικής συνάντησης τριών ισχυρών εθνοτικών ομάδων (Περσική, Τουρκική, Ρωσσική) με βαθύτατες πολιτιστικές διαφορές και μακροχρόνια ιστορία αντιπαλότητας σε κάθε επίπεδο, με σημαντική επίσης έως και ενίοτε κυρίαρχη και την υπερδισχιλιετή ελληνική παρουσία και επιρροή (1). Η περιοχή, ευρισκόμενη μεταξύ δύο τεράστιων υδατίνων λεκανών (Μαύρη Θάλασσα και Κασπία Θάλασσα), αποτελεί την γέφυρα επικοινωνίας από Ανατολάς προς Δυσμάς και από Βορρά προς Νότο και αντιθέτως. Η ορεινή εδαφική διαμόρφωση (δύο σχετικά εγγύς μεταξύ τους επιμήκεις και παράλληλοι μεγάλοι ορεινοί όγκοι με ανατολική-νοτιανατολική κατεύθυνση) και το σκληροτράχηλο και διακοπτόμενο του εδάφους, καθιστούν την περιοχή, εκτός από πολλών κατευθύνσεων γέφυρα, συγχρόνως και εμπόδιο, που φράσσει τις παραπάνω κατευθύνσεις, δημιουργώντας ισχυρές γραμμές αμύνης σε βάθος.

Με το πέρασμα του χρόνου και διωκόμενοι από διαφόρους εισβολείς, σχετικά ολιγάριθμες φυλές εγκαταστάθηκαν στα ορεινά του εδάφη αναζητώντας προστασία. Με αυτόν τον τρόπο σχηματίστηκε ένα έντονο εθνοτικό και θρησκευτικό «μωσαϊκό», που ρίζωσε και δημιούργησε τις δικές του οντότητες, που δια πυρός και σιδήρου εξελίχθησαν στα σημερινά τρία κράτη που απαρτίζουν πολιτικά τον Καύκασο (Γεωργία, Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν).

Ταυτόχρονα, στην περιοχή του Καυκάσου, γεωγραφικά, υπάγονται και δύο επαρχίες (Krasnodar Krai και Stavropol Krai), καθώς και επτά αυτόνομες δημοκρατίες της Ρωσσικής Ομοσπονδίας (Karachay-Cherkessia, Kabardino-Balkaria, Adygea, North Ossetia, Dagestan, Ingushetia, και Chechnya, με τις τρεις τελευταίες να έχουν δοκιμαστεί πρόσφατα από αποσχιστικές συγκρούσεις). Επιπλέον, η παλιρροϊκή κίνηση και πίεση των τριών εξωτερικών και ισχυρών εθνοτικών ομάδων (συνάμα αντίπαλων εναλλασσομένων αυτοκρατοριών), σχημάτισε θύλακες εγκλωβισμένων ομάδων. Οι ομάδες αυτές, σήμερα, με την προστασία των «μητέρων πατρίδων», επιζητούν την αυτονομία τους, με αποτέλεσμα τις συνεχείς αναφλέξεις και συγκρούσεις. Ως εκ τούτου, εκτός από τα τρία προαναφερθέντα (αποσχισθέντα πρόσφατα από την ΕΣΣΔ) με νομική υπόσταση και διεθνώς αναγνωριζόμενα κράτη, υπάρχουν και τρείς αυτοανακηρυχθείσες αυτόνομες περιοχές, η Αμπχαζία, η Νότια Οσετία και το Ναγκόρνο Καραμπάχ (Abkhazia, South Ossetia και Nagorno-Karabakh), με σχεδόν μηδενική διεθνή αναγνώριση αλλά υπαρκτό status και αποσταθεροποιητικές συνέπειες. Εάν, μάλιστα, στην βεβαρυμμένη από εθνολογική (2), θρησκευτική και πολιτιστική διάσταση, προστεθούν και οι ενεργειακές πηγές και άξονες διέλευσης της ενέργειας, τότε το μείγμα γίνεται τρομερά εκρηκτικό και η γεωπολιτική αρχιτεκτονική της περιοχής επικίνδυνα ασταθής.

Η στρατηγική σημασία του Καύκασου έγκειται ακριβώς στην ικανότητα του να λειτουργεί συγχρόνως ως κύρια γραμμή άμυνας (με ισχυρές διαδοχικές τοποθεσίες) αλλά και ως βάση εξορμήσεως προς τις εκατέρωθεν πεδινές περιοχές. Η αμυντική ικανότητα εξασφαλίζεται από το ορεινό, το διακεκομμένο και τραχύ του εδάφους, σε συνδυασμό με το αφιλόξενο κλίμα. Οι ορεινοί όγκοι της αποκαλούμενης Υπερκαυκασίας (η ελαφρώς ευρύτερη περιοχή που καλύπτουν οι οροσειρές του Καυκάσου) δεσπόζουν των κεντρικών οροπεδίων της Μικράς Ασίας, του κεντρικού οροπεδίου του Ιράν, της ρωσσικής στέπας και της βόρειας κορυφής της «εύφορης ημισελήνου» της Μέσης Ανατολής, διευκολύνοντας την ορμητική κίνηση των στρατευμάτων, που οδηγούνται κατευθείαν στα ανεπαρκώς προστατευόμενα εδάφη των γειτονικών χωρών. Επιπλέον, η ορεινή περιοχή του Καυκάσου, σε συνδυασμό με τις εκατέρωθεν δύο υδάτινες λεκάνες, αποτελεί έναν «αμυντικό στροφέα», δηλαδή μια κεντρική βάση πάνω στην οποία μπορούν να στηριχθούν γραμμές αμύνης που φράσουν διαφορετικούς άξονες επίθεσης.

Το χαρακτηριστικό αυτό μεγιστοποιεί την στρατηγική αξία μιας περιοχής. Δικαίως λοιπόν η Υπερκαυκασία αποτέλεσε το μήλον της έριδος στην διαμάχη Βυζαντινών-Περσών, Βυζαντινών-Αράβων και αργότερα μεταξύ των τριών παρακειμένων αυτοκρατοριών (Τουρκική, Ρωσσική, Περσική). Η επιδίωξη της κατάληψης αυτής της περιοχής από μια εξωτερική δύναμη, ενέχει τρομερό κόστος και προσπάθεια, λόγω της εδαφικής διαμόρφωσης, η οποία επιτείνεται και από τον εθνοτικό και πολιτικό κατατεμαχισμό των λαών της περιοχής. Ο ίδιος, όμως αυτός κατακερματισμός και οι αντιπαλότητες, έχουν την τάση να συμπαρασύρουν τις μεγάλες, γειτονικές και μη, δυνάμεις στις εσωτερικές διαμάχες των λαών του Καυκάσου (3). Μια σχετικά πλήρης κυριαρχία επί της περιοχής επιτεύχθηκε την περίοδο 1921-1991 από το Σοβιετικό καθεστώς, που επιβλήθηκε βίαια κάτω από εξαιρετικά ιδιόμορφες συνθήκες, για να καταρρεύσει ταχύτητα όταν οι δυνάμεις του εθνικισμού απελευθερώθηκαν ανεξέλεγκτα.

Ο σημερινός ενεργειακός ανταγωνισμός αυξάνει κατακόρυφα και την γεωπολιτική σημασία της περιοχής, καθ’όσον αποτελεί χώρο αντλήσεως (με αξιόλογα αποθέματα πετρελαίου υψηλής ποιότητος και φυσικού αερίου) υδρογονανθράκων, που διοχετεύονται κυρίως στις αγορές της Ευρώπης. Συγχρόνως αποτελεί και έναν εν δυνάμει χώρο διέλευσης των αγωγών ενέργειας της Κεντρικής Ασίας, της Ρωσσίας και του Ιράν, στην περίπτωση που μελλοντικά ευοδωθεί η πληρέστερη διασύνδεση αυτών των περιοχών, που θα τροφοδοτούν όχι μόνον τις ευρωπαϊκές αγορές αλλά και αυτές της αναπτυσσόμενης Ασίας. Η τελευταία αυτή εξέλιξη προϋποθέτει την εύρεση των κατάλληλων συνθηκών ισορροπίας και συνεργασίας μεταξύ των αντιτιθεμένων κρατικών και εταιρικών συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων, αλλά και των κρατών της περιοχής.

Η εθνοτική και θρησκευτική πανσπερμία των κατοίκων της περιοχής, που γαλουχήθηκαν επί τρεις σχεδόν γενεές σε περιβάλλον αθεΐας, σε συνδυασμό με την ανέκαθεν περιορισμένη απήχηση του φονταμενταλιστικού ισλαμισμού (σουνιτικού ή σιϊτικού) (4) και τον ελαφρώς υπέρτερο αριθμό των Χριστιανών, δημιουργούν ένα τείχος στην εξάπλωση των ακραίων σουνιτών (Ισλαμικό Χαλιφάτο), που αιματοκυλίζουν σήμερα την Μεσοποταμία, αλλά και των ακραίων σιϊτών οπαδών της ιρανικής επανάστασης. Η έλλειψη αυτή της κρίσιμης «μάζας» και συνθηκών ισλαμιστικής φονταμενταλιστικής ανάφλεξης, δεν αποκλείει τους κινδύνους αλλά απλά περιορίζει τις πιθανότητες προς βορρά εξάπλωσης των οπαδών του Ισλαμικού Χαλιφάτου, αυξάνοντας την αξία του χώρου.

Η γεωπολιτική σημασία του Καυκάσου παρουσιάζεται και στο βιβλίο του διακεκριμένου αναλυτή Zbigniew Brzezinski Η Μεγάλη Σκακιέρα (5), όπου το Αζερμπαϊτζάν χαρακτηρίζεται χώρα βαρύνουσας σημασίας (γεωπολιτικός άξονας) και ως ο φελλός στο μπουκάλι που περιέχει τα πλούτη (υδρογονάνθρακες) της λεκάνης της Κασπίας και της Κεντρικής Ασίας. Ο έλεγχος ή μη αυτού του μικρού κράτους από την Ρωσσία, θα καθορίσει κατά πολύ και τις δυνατότητες της τελευταίας να ελέγχει τους ενεργειακούς πόρους και οδεύσεις της ευρύτερης περιοχής. Στο ίδιο, βέβαια, βιβλίο, ο Καύκασος αποτελεί μέρος της ασταθούς εκείνης περιοχής, που, μαζί με την Κεντρική Ασία, ονομάζεται από τον συγγραφέα ως «Ευρασιατικά Βαλκάνια» και χαρακτηρίζεται ως ζώνη υψηλής επικινδυνότητος.

Οι γεωπολιτικές επιδιώξεις και επεμβάσεις της Ρωσσίας, οι δυτικές αντιδράσεις και συμφέροντα, οι αντίστοιχες πιέσεις των γειτονικών χωρών (Τουρκία, Ιράν), αλλά και οι πατροπαράδοτες αντιπαλότητες μεταξύ των λαών του Καυκάσου, καθορίζουν αποφασιστικά τις πολιτικές τους επιλογές και τις μεταξύ τους κινήσεις ισορροπίας.

Γεωργία: η παρευξείνια αυτή χώρα περιορίζει κατά πολύ την πρόσβαση της Ρωσσίας στην Μαύρη Θάλασσα (6). Η ακατάλληλα προετοιμασμένη προσπάθεια της χώρας να ξεφύγει από τον ρωσσικό εναγκαλισμό, ερμηνεύοντας λανθασμένα τις δυτικές δυνατότητες παρέμβασης, τις αυτονομιστικές διαθέσεις αλλά και τις αντιδράσεις της Ρωσσίας, οδήγησαν σε εσωτερικές πολεμικές συγκρούσεις (1992-5, 2004), με εκατοντάδες νεκρούς, τραυματίες και εκτοπισμένους. Αποκορύφωμα της αντιπαλότητας υπήρξε ο αποκαλούμενος πόλεμος της Γεωργίας και η εισβολή των ρωσσικών στρατευμάτων (2008), που σάρωσαν σε πέντε ημέρες την αντίσταση των Γεωργιανών. Οι συγκρούσεις οδήγησαν στην βίαιη αυτονόμηση της Αμπχαζίας και Νότιας Οσετίας από την Γεωργία (7).

Σήμερα υφίσταται σημαντική ρωσσική στρατιωτική παρουσία σε αυτές τις δύο περιοχές, με δυνάμεις 3500 και 4000 ανδρών αντίστοιχα στις κύριες βάσεις Gadauta και Tskhinvali, συνοδευόμενες από συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας. Η κυβέρνηση της Γεωργίας δεν αναγνωρίζει την αυτονόμηση αυτών των επαρχιών και επιζητά την δυτική υποστήριξη, εγγυήσεις και στρατιωτική και οικονομική βοήθεια, για να εξασφαλίσει την δική της ανεξαρτησία και την επανένωση των αποσχισθέντων περιοχών.

Μέχρι και σήμερα, η δυτική συνεισφορά είναι εξαιρετικά περιορισμένη, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αμφιβολίες στην κουρασμένη από τις συγκρούσεις γεωργιανή κοινωνία για την σκοπιμότητα της ρήξης με την Ρωσσία. Πλέον ένθερμος υποστηρικτής της Τιφλίδας παρουσιάζεται η γειτονική Τουρκία, με περιορισμούς, όμως, λόγω της επιζητούμενης σήμερα (για διαφορετικούς λόγους) οικονομικής και ενεργειακής συνεργασίας με την Ρωσσία. Οι αγωγοί πετρελαίου WREP και BTC από το Αζερμπαϊτζάν προς Supsa, (Γεωργία) και Ceyhan (Τουρκία), και ο αγωγός φυσικού αερίου SCP από το Αζερμπαϊτζάν προς Τουρκία, αυξάνουν την σημασία της χώρας. Επιπλέον, η πιθανή υλοποίηση του επικαλούμενου ενεργειακού «South Corridor» θα αυξήσει την αξία και τα έσοδα της χώρας. Οι μακρόχρονες συγκρούσεις και η πολιτική αστάθεια έχουν οδηγήσει σε απελπιστική κατάσταση την οικονομία της Γεωργίας.

Αρμενία: η μοναδική χώρα της Υπερκαυκασίας που διατηρεί, από την περίοδο της ανεξαρτητοποίησής της, άριστες σχέσεις με την Ρωσσία. Διαθέτει μάλιστα και μακροχρόνια διμερή συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας και εγγυήσεων, που επισφραγίζονται με την παρουσία ισχυρών χερσαίων και αεροπορικών ρωσσικών δυνάμεων. Συγχρόνως αποτελεί μέρος της αμυντικής συνεργασίας Collective Security Treaty Organization (CSTO) (8) και της Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης Eurasian Economic Union (EAEU ή EEU) (9). Οι σχέσεις της Αρμενίας με το γειτονικό Αζερμπαϊτζάν είναι τεταμένες, ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων του 1989-94, που κατέληξαν σε στρατιωτική επικράτηση των Αρμενίων και δημιουργία της αυτόνομης, διεθνώς μη αναγνωριζόμενης, αρμενικής περιοχής του Ναγκόρνο-Καραμπάχ (Nagorno-Karabakh Republic-NKR).

Έκτοτε επικρατεί ένταση στα σύνορα των δύο χωρών, ενώ το Αζερμπαϊτζάν δηλώνει την πρόθεση ανακατάληψης των απολεσθέντων εδαφών, παράλληλα με διεθνείς προσπάθειες για εύρεση ενός ειρηνικού διακανονισμού. Παρά τις βάσιμες κατηγορίες του Αζερμπαϊτζάν για ρωσσική βοήθεια προς την Αρμενία στην διάρκεια των συγκρούσεων, η ρωσσική επιρροή σε αμφότερα τα κράτη αναγνωρίζεται και από την διαμεσολαβητική προσπάθειά της, που κατέληξε το 2008 στην υπογραφή της Διακήρυξης της Δημοκρατίας Ναγκόρνο-Καραμπάχ μεταξύ Ρωσσίας, Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, για ειρήνευση και ασφάλεια της περιοχής.

 Η Αρμενία διατηρεί ψυχρές σχέσεις και με την Τουρκία, ως αποτέλεσμα της υποστήριξης της τελευταίας προς τον «αδελφό» λαό του Αζερμπαϊτζάν, αλλά και τις θηριωδίες που διέπραξε σε βάρος του αρμενικού έθνους με ιδιαίτερη ωμότητα ιδίως στις αρχές του 20ού αιώνα (10). Η εχθρότητα αυτή, που προκαλεί κατά καιρούς τις γνωστές τουρκικές απειλές, είχε ως αποτέλεσμα και την σύναψη συμφωνιών αμυντικής συνεργασίας με την Ρωσσία, που εξασφαλίζουν την Αρμενία από την τουρκική προκλητικότητα αλλά και από την αζέρικη επιθυμία ανακατάληψης των χαμένων εδαφών της.

Οι αμυντικές αυτές εγγυήσεις οδήγησαν την Αρμενία στην επιλογή της συμμετοχής στην EAEU ή EEU το 2013, παρά τις ήδη προχωρημένες σχέσεις της με την ΕΕ (Association Agreement) (11). Πρόσφατες προσπάθειες εξομάλυνσης των σχέσεων με την Τουρκία οδηγήθηκαν σε αποτυχία λόγω της αδυναμίας της Άγκυρας να αποδεχθεί τις ιστορικές ευθύνες της για την αρμενική γενοκτονία. Άξια αναφοράς είναι και η ανεπίσημη ιρανική υποστήριξη προς την Αρμενία έναντι του Αζερμπαϊτζάν, για λόγους που σχετίζονται με υποβόσκουσες αντιπαλότητες σχετικά με την πολυάριθμη Αζέρικη μειονότητα στο Ιράν αλλά και τις τριβές μεταξύ Τεχεράνης και Μπακού για την εκμετάλλευση των πόρων της Κασπίας.

Η Αρμενία, παρά την εγγύτητά της, βρίσκεται σήμερα απομονωμένη από τις οδούς διέλευσης της ενέργειας, με αρνητικές οικονομικές συνέπειες. Η οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας δεν χαρακτηρίζονται ικανοποιητικές, ενώ είναι βάσιμη η ανησυχία της οικονομικής γιγάντωσης του γειτονικού Αζερμπαϊτζάν, γεγονός που ενισχύει τις βλέψεις και ικανότητές του για επιθετική επιστροφή. Πολλαπλασιαστής ισχύος αποτελεί η πανίσχυρη σε όλον το κόσμο ευρισκόμενη Αρμενική διασπορά, που, πλέον της οικονομικής συνεισφοράς της, έχει καταφέρει την έκδοση σημαντικών ψηφισμάτων αναγνώρισης της αρμενικής γενοκτονίας, μέχρι και έκδοση ψηφισμάτων Αμερικανικών Πολιτειών προς την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση για αναγνώριση της Δημοκρατίας του Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Αζερμπαϊτζάν: η πλέον ισχυρή πληθυσμιακά και οικονομικά χώρα του Καυκάσου και συγχρόνως προικισμένη με πλούσιους φυσικούς πόρους, σε συνδυασμό με την γεωστρατηγική της θέση, ιδιαίτερα στα ενεργειακά πεδία. Παρά όμως τους αναμφισβήτητους παράγοντες ισχύος της, δεν κατόρθωσε να επιβληθεί στους αποφασισμένους και σκληροτράχηλους Αρμένιους μαχητές.

Το Αζερμπαϊτζάν, από την ανεξαρτησία του, συμπιεζόμενο μεταξύ των ρωσσικών, δυτικών, τουρκικών και ιρανικών επιδιώξεων, προσπαθεί να μεγιστοποιήσει τα οφέλη του, προσπαθώντας να απεμπλακεί από τον ανταγωνισμό Δύσεως-Ρωσσίας, διατηρώντας όμως ανοικτές τις ενεργειακές του πηγές, με έμφαση προς τις αγορές τις Ευρώπης. Προσπάθειες δυτικής επικράτησης με τουρκική συνεισφορά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, απέτυχαν, κατόπιν της αποφασιστικής ρωσσικής αντίδρασης, αλλά και της εκ μέρους των Αζέρων συνειδητοποίησης της ματαιοπονίας και ανεδαφικού της πλήρους ρήξης και αποτίναξης της ρωσσικής επιρροής.

Τα πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων του Αζερμπαϊτζάν τροφοδοτούν την Ευρώπη, η ενεργειακή απεξάρτηση της οποίας από την Ρωσσία στηρίζεται κατά πολύ στην υλοποίηση του «South Corridor», που θα παρέχει ενέργεια από τα αζέρικα κοιτάσματα ή από αυτά της Κεντρικής Ασίας (ή και του Ιράν αν προχωρήσει η εξομάλυνση των σχέσεων) μέσω των εδαφών του Μπακού. Τα κοιτάσματα αυτά και τους υφιστάμενους ή υπό κατασκευή αγωγούς για την τροφοδοσία της Ευρώπης, εκμεταλλεύονται σήμερα κοινοπραξίες αζέρικων εταιρειών με δυτική (αμερικανική, βρεταννική, ιαπωνική κλπ) και ρωσσική, τουρκική και ιρανική συμμετοχή, κατά περίπτωση. Εξυπακούεται ότι η δυτική επιδίωξη είναι ο εξοβελισμός των ρωσσικών και ιρανικών συμμετοχών.

Η συνεισφορά των ενεργειακών πόρων έχει επιτρέψει μια θεαματική άνοδο της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, που δεν συνοδεύεται μέχρι στιγμής και από αντίστοιχη εξέλιξη των θεσμών. Σημείο τριβής με τις γειτονικές χώρες αποτελεί και ο καταμερισμός των πόρων της Κασπίας Θάλασσας, που προϋποθέτει την επίλυση νομικών θεμάτων ως προς το καθεστώς της Κασπίας και εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσεως από τα πέντε παραλιακά κράτη (Ρωσσία, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, Τουρκμενιστάν και Ιράν). Τα τελευταία χρόνια έχει επιδιωχθεί πρόοδος και έχουν συνομολογηθεί διμερείς ή τριμερείς συμφωνίες για επίλυση των προβλημάτων, χωρίς όμως να έχει επιτευχθεί μια ολοκληρωμένη λύση. Έχει μάλιστα διαφανεί μια σύγκλιση της Ρωσσίας, Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν, που έρχεται σε αντίθεση με τα ιρανικά συμφέροντα.

Ο Καύκασος, για άλλη μια φορά, έχει μετατραπεί σε πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων και περιφερειακών δυνάμεων και με την συμμετοχή πολυεθνικών εταιρειών (λιγώτερο ή περισσότερο κυβερνητικά ελεγχόμενων), ενώ οι χώρες της περιοχής προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους μέσα από μία σειρά μεταβαλλόμενων ισορροπιών και ευαίσθητων συμφωνιών. Προφανής είναι η επιδίωξη των ΗΠΑ για ανάσχεση της επανακάμπτουσας ρωσσικής ισχύος και επιρροής στην περιοχή και έλεγχο των ενεργειακών πόρων και οδών. Αντίθετες οι στρατηγικές επιδιώξεις της Ρωσσίας, που διέρχεται μια επικίνδυνη περίοδο υπερβολικής αυτοπεποίθησης, κατόπιν των πρόσφατων επιτυχιών, αλλά και οικονομικής ύφεσης ως συνέπεια των, σε βάρος της, οικονομικών μέτρων.

Το status quo των προσαρτημένων περιοχών (Κριμαία) και των αυτόνομων περιοχών που έχουν δημιουργηθεί από την Ρωσσία ή με την υποστήριξή της, δύσκολα θα ανατραπεί και θα αποτελεί πηγή έντασης της Ρωσσίας με την Δύση αλλά και με τις ακρωτηριασθείσες χώρες. Βέβαια, η Ρωσσία ανησυχεί για τυχόν αναζωπύρωση αποσχιστικών κινήσεων στις δικές της επαρχίες του βόρειου Καυκάσου.

Η Τουρκία, παρά ορισμένες αποτυχίες, επανέρχεται στον αρχικό ενθουσιασμό των αρχών της δεκαετίας του 1990 υπό έναν νεο-οθωμανικό μεγαλοϊδεατισμό, που προκαλεί ανησυχίες όχι μόνο στην Δύση αλλά και στα γειτονικά κράτη. Η θέση της, καθώς και οι λοιποί παράγοντες ισχύος της, την καθιστούν υπολογίσιμη παράμετρο και συνέταιρο σε κάθε σχεδιασμό.

Η άγνωστη παράμετρος της εξίσωσης είναι το Ιράν και η πιθανολογούμενη αποκατάσταση των σχέσεων του με την Δύση. Τυχόν επιστροφή του Ιράν στην «κανονικότητα» θα επανακαθορίσει τους όρους του παιχνιδιού, αυξάνοντας τις πιθανές επιλογές, άρα αναγκάζοντας όλους τους ενδιαφερόμενους να προχωρήσουν σε νέους και ευρύτερους σχεδιασμούς. Το Ιράν αναδεικνύεται ως μια βέλτιστη λύση για την ενεργειακή τροφοδοσία των ενεργειακά διψασμένων ασιατικών αγορών από την περιοχή της Κασπίας και της Κεντρικής Ασίας.

Όλα, όμως, αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια απαιτούν χρόνο, σημαντικά κεφάλαια (δυτικές και κινεζικές πηγές χρηματοδότησης) και τεχνογνωσία (βασικά δυτική). Η Ευρωπαϊκή Ένωση αδυνατεί να παρουσιαστεί ως ενιαίος δρων στην περιοχή και αρκείται στην διστακτική και χρονοβόρα προώθηση των στόχων της ενεργειακής απεξάρτησής της («πρόγραμμα South Corridor»), που συνθλίβονται μέσα από τις συμπληγάδες των αντικρουόμενων εθνικών σχεδιασμών και των συμφερόντων των ευρωπαϊκών πολυεθνικών κολοσσών. Το παιχνίδι επιρροής στην ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου συνεχίζεται, ενώ οι κίνδυνοι ανάφλεξης της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής αυξάνονται με την δράση του ισλαμικού φονταμενταλισμού και ο αριθμός των failed states και των εκτοπισμένων δυστυχισμένων ανθρώπινων υπάρξεων αυξάνεται συνεχώς. Όλως περιέργως, τα «Ευρασιατικά Βαλκάνια» φαίνονται σχετικά σταθερά, και είναι προς το συμφέρον όλων των πλευρών να αποφευχθεί κάθε μετάδοση του ισλαμικού εξτρεμισμού βορειότερα.

Παρά τις τεχνολογικές προόδους και επιτεύγματα, η γεωγραφία εξακολουθεί να διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ο Καύκασος αποτελεί μια γέφυρα πολλών κατευθύνσεων και πολλαπλών και διαφορετικών διελεύσεων. Ως εκ τούτου, η γεωπολιτική σημασία του Καυκάσου θα εξακολουθήσει να είναι σημαντική και να αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού. Η εμπλοκή, μάλιστα, πολυάριθμων δρώντων στην περιοχή, καθιστά την γεωπολιτική αρχιτεκτονική σύνθετη και ευμετάβλητη. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η απώλεια του ελέγχου της μεσαιωνικής Υπερκαυκασίας από τους Βυζαντινούς είναι αυτή που επέτρεψε τα τουρκικά φύλα να συντρίψουν τον Βυζαντινό στρατό στο Ματζικέρτ (12) το 1071 και να φθάσουν τελικά μέχρι τα πρόθυρα της Βιέννης.

Σημειώσεις 

  1. Θα αποτελούσε ατόπημα εάν δεν κάναμε αναφορά της ύπαρξης, από αρχαιοτάτων χρόνων, του ακμάζοντος Ελληνικού στοιχείου στην περιοχή, κυρίως στην παραθαλάσσια ζώνη. Η παρουσία αυτή κορυφώνεται επί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, για να μειωθεί δραματικά με την εισβολή των τουρκικών φύλων, παραμένοντας όμως ζωντανή ακόμη και μετά την πτώση της και παρά τους διωγμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η ύπαρξή της συνεχίζεται ακόμη και μέχρι τις ημέρες μας, μέσω μιας δοκιμαζόμενης και συνεχώς μειούμενης και εγκαταλειμμένης ελληνικής διασποράς.
  2. Συναντάται ποικιλία φυλετικών υποομάδων προερχόμενων και από τις τρεις εθνοτικές ομάδες της Ευρασίας (Ινδοευρωπαϊκή, Καυκάσια και Αλταϊκή ομάδα).
  3. Σημεία της ανάλυσης της παραγράφου έχουν βασιστεί στο βιβλίο του Χαράλαμπου Παπασωτηρίου Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική, 6ος-11ος αιώνας, Εκδόσεις Ποιότητα, 2000.
  4. Με εξαίρεση την Τσετσενία, όπου βεβαίως συντρέχουν και άλλοι λόγοι εμφάνισης ενός μαχητικού και εξτρεμιστικού ισλαμιστικού κινήματος.
  5. Zbigniew Brzezinski, Η Μεγάλη Σκακιέρα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1998.
  6. Τα δεδομένα φαίνεται να μεταβάλλονται με την βίαιη προσάρτηση της Κριμαίας στην Ρωσσική Ομοσπονδία.
  7. Οι αυτόνομες περιοχές της Abkhazia και της South Ossetia αναγνωρίζονται μόνον από την Ρωσσική Ομοσπονδία, την Βενεζουέλα, την Νικαράγουα και την μικροσκοπική νήσο-κράτος του Ειρηνικού Nauru.
  8. Κράτη μέλη της αμυντικής συνεργασίας Collective Security Treaty Organization (CSTO) είναι: Ρωσσία, Λευκορωσία, Αρμενία, Καζακστάν, Κιργιστάν και Τατζικιστάν.
  9. Κράτη μέλη της οικονομικής ένωσης Eurasian Economic Union (EAEU ή EEU) είναι: Ρωσσία, Λευκορωσία, Αρμενία, Καζακστάν, ενώ το Κιργιστάν ευρίσκεται στο στάδιο της αναμενόμενης επικύρωσης της συμφωνίας εισδοχής.
  10. Επίκαιρη η μαύρη επέτειος της συμπλήρωσης 100 ετών από την γενοκτονία του αρμενικού λαού από τους Τούρκους (24 Απριλίου 1915).
  11. Η συγκεκριμένη απόφαση της αρμενικής κυβέρνησης προκάλεσε λαϊκές αντιδράσεις, καθ’όσον η πλειοψηφία των Αρμενίων δείχνει προτίμηση στην ένταξη στην ΕΕ, με την οποία υπάρχουν και σημαντικές οικονομικές σχέσεις, αλλά αποτελεί και εγγύηση εκδημοκρατισμού της χώρας.
  12. Το Ματζικέρτ (Matzikert), σημερινό Malazgirt, είναι τοποθεσία της σημερινής Τουρκίας (βορειοδυτικά της λίμνης Βαν) και στα δυτικά όρια της άλλοτε αποκαλούμενης μεσαιωνικής Υπερκαυκασίας.
    Print       Email

About the author

You might also like...

Η Κύπρος, η Ευρώπη και η Ενέργεια

Read More →