Loading...
You are here:  Home  >  ΣΤΗΛΕΣ  >  Current Article

«Βλαστήμια για την πατρίδα»

By   /   Οκτώβριος 15, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο «Βλαστήμια για την πατρίδα»

    Print       Email

exofilo

♦  του Κοσμά Αργυρίου

Τάσος Κωστόπουλος, Πόλεμος και Εθνοκάθαρση: η ξεχασμένη πλευρά μίας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, 319 σελ.

Ο άλλοτε συνεργάτης του «Ιού» της Ελευθεροτυπίας Τάσος Κωστόπουλος εξέδωσε το 2007 το βιβλίο Πόλεμος και Εθνοκάθαρση: η ξεχασμένη πλευρά μίας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης (Εκδόσεις Βιβλιόραμα). Το βιβλίο μάλλον πέρασε σχετικά απαρατήρητο, παρά το ότι πραγματεύεται ιστορικά ζητήματα που δημιουργούν μεγάλο ενδιαφέρον στο αναγνωστικό κοινό.

Το βιβλίο προβάλλει δύο βασικές ιδέες. Η πρώτη είναι ότι το Ελληνικό Κράτος και ο Ελληνικός Στρατός διέπραξαν επανειλημμένες «εθνοκαθάρσεις» την περίοδο 1912-1922 εις βάρος, διαδοχικά, των «μουσουλμάνων των Βαλκανίων», των Βουλγάρων, των Αλβανών και των Τούρκων. Η δεύτερη βασική ιδέα είναι ότι οι Έλληνες έχουν υποστεί λιγώτερα από όσα οι ίδιοι έχουν διαπράξει. Για παράδειγμα, οι Έλληνες του Πόντου δεν υπέστησαν ποτέ «γενοκτονία». Αντίθετα, ήταν οι Τούρκοι της Μικράς Ασίας που έπεσαν θύματα της ελληνικής «εθνοκάθαρσης» την περίοδο 1919-1921 και για αυτό πλήρωσαν στους Έλληνες το αντίτιμο το καλοκαίρι του 1922.

Υπάρχουν πολλά βιβλία που εξετάζουν κριτικά τις ελληνικές πολεμικές προσπάθειες την περίοδο 1912-1922. Ωστόσο, αυτό που κάνει τούτο το βιβλίο να ξεχωρίζει, είναι η ερευνητική μεθοδολογία του. Ο συγγραφέας δεν αρκείται στην έρευνα των πηγών της επίσημης ιστορίας, όπως είναι τα κρατικά αρχεία ή τα αρχεία των πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών της εποχής. Αντίθετα, προκειμένου να μελετήσει το τόσο σύνθετο ζήτημα της βίας εις βάρος αμάχων, αναζητά τις εμπειρίες των απλών στρατιωτών και των απλών πολιτών της εποχής μέσω της έρευνας των απομνημονευμάτων τους και του συνδυασμού των πληροφοριών που αυτά περιλαμβάνουν με τις επίσημες ιστορικές καταγραφές.

Έτσι, η ερευνητική μεθοδολογία του βιβλίου εντάσσεται στην σχολή που έχει αναπτύξει ο Στάθης Καλύβας, καθηγητής πολιτικών επιστημών και διευθυντής του Κέντρου για την Μελέτη των Εμφυλίων Συγκρούσεων στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Yale. Η μεθοδολογία αυτή έχει ήδη δώσει λαμπρά αποτελέσματα στην μελέτη των επιπτώσεων που είχε για τους αμάχους η Γερμανική Κατοχή στην Ελλάδα.

Όμως, παρά την αξιοσημείωτη ερευνητική προσπάθεια και τον εξαίρετο χειρισμό του λόγου από τον συγγραφέα, το βιβλίο Πόλεμος και Εθνοκάθαρση υποκύπτει σε μία σειρά ανακολουθιών, που οδηγούν συχνά στην αυτοαναίρεση των συμπερασμάτων του.

Τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός της «ελληνικής εθνοκάθαρσης»;

 Το σημαντικώτερο μειονέκτημα του βιβλίου είναι ότι το περιεχόμενο του δεν καταφέρνει να τεκμηριώσει την βασική ιδέα που το ίδιο προβάλλει, δηλαδή το ότι η Ελληνική Πολιτεία και ο Ελληνικός Στρατός διέπραξαν αυτό που ο συγγραφέας ορίζει ως «εθνοκάθαρση» εναντίον των γειτονικών λαών.

Ο συγγραφέας ορίζει ως «εθνοκάθαρση» το «ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ αντί-ανταρτοπολέμου και γενοκτονίας το οποίο συνίσταται στη βίαιη (και συνήθως προσχεδιασμένη) εκδίωξη ενός αλλοεθνούς πληθυσμού από τις πατρογονικές του εστίες χωρίς καθολικό λουτρό αίματος». Το βιβλίο χαρακτηρίζει ως «κεντρική ιδέα» του την «διαπίστωση ότι ένα μεγάλο μέρος της βίας σε βάρος ‘αλλοεθνών’ αμάχων» την περίοδο 1912-1922 «δεν προέκυψε σαν ‘παράπλευρες απώλειες’, ούτε οφειλόταν σε εγγενή κτηνωδία των εμπολέμων. Αποτελούσε αντίθετα συστατικό στοιχείο των εκατέρωθεν ‘απελευθερωτικών εξορμήσεων’ προκειμένου η επέκταση της εθνικής επικράτειας να συνοδεύεται από την επιθυμητή πληθυσμιακή ομοιογένεια». Με βάση αυτόν τον ορισμό, το βιβλίο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «δεν έχουμε το ξέσπασμα μίας αχαλίνωτης βίας ενάντια στους ‘προαιώνιους’ εχθρούς αλλά την εφαρμογή μίας συστηματικής εθνοκάθαρσης. Και, τούτη τη φορά, πρωταγωνιστής δεν ήταν άλλος από τον ελληνικό στρατό».

Ωστόσο, το περιεχόμενο του βιβλίου δεν καταφέρνει να τεκμηριώσει αυτό το συμπέρασμα. Η μεθοδική και λεπτομερής έρευνα του συγγραφέα δεν κατάφερε να ανακαλύψει κάποια Ελληνική κυβερνητική απόφαση, Ελληνική στρατιωτική εντολή ή Ελληνικό συνωμοτικό έγγραφο που να σχεδιάζει, να οργανώνει ή να δίδει εντολή για την πραγματοποίηση οργανωμένης και προσχεδιασμένης «βίαιης εκδίωξης του αλλοεθνούς πληθυσμού» από τις περιοχές που κατελάμβανε ή επρόκειτο να καταλάβει ο Ελληνικός Στρατός.

Ο συγγραφέας προσπαθεί να αναπληρώσει αυτό το κενό με αναφορές στις εντολές αντιποίνων που είχε δώσει ο τότε Βασιλιάς Κωνσταντίνος κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), καθώς και στην φήμη που κυκλοφορούσε μεταξύ των φαντάρων της Μικράς Ασίας (1920-1921) ότι ο «Κώτσος» είχε δώσει εντολή να «μην αφήσουν τίποτα ορθό στο διάβα τους».

Σε ό,τι αφορά το πρώτο ζήτημα, το βιβλίο δεν εξηγεί για ποιόν λόγο οι συγκεκριμένες εντολές αντιποίνων αποτελούσαν «εθνοκάθαρση» και όχι απλώς «αντι-ανταρτοπόλεμο», που ο ίδιος ο συγγραφέας ορίζει ως ένα διαφορετικό είδος βίας εις βάρος αμάχων.

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ζήτημα, το βιβλίο δεν παραθέτει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η φήμη ήταν αληθινή. Παρά την εξονυχιστική έρευνά του, ο συγγραφέας δεν κατάφερε να φέρει στο φως την υποτιθέμενη (και, τελικά, μάλλον ανύπαρκτη) «εντολή» του «Κώτσου».

Παραδόξως, το περιεχόμενο του βιβλίου οδηγεί ακριβώς στο αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που προβάλλει ο συγγραφέας. Τα στοιχεία που παραθέτει ο Κωστόπουλος δείχνουν ότι, αντίθετα με τα συμπεράσματα του συγγραφέα, η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία θεωρούσε την βία εις βάρος αλλοεθνών αμάχων ως επιζήμια για την ελληνική πολεμική προσπάθεια και προσπαθούσε να την περιορίσει.

Για παράδειγμα, ο συγγραφέας αναφέρει την καταγεγραμμένη έκπληξη και αποστροφή τόσο του Αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου όσο και του Στρατηγού Λεωνίδα Παρασκευόπουλου για την βιαιότητα εις βάρος αμάχων που διαπιστώνουν στον «πόλεμο αυτόν το φρικώδη» κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ο συγγραφέας αναφέρει επίσης τις ημερήσιες διαταγές που «διαβάζονταν επί δύο μέρες συνέχεια» στην Μικρά Ασία και στιγμάτιζαν τις βίαιες πράξεις των «κοινωνικών αποβρασμάτων, χασισοποτών και κακοποιών» που βρίσκονταν στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού, καθώς και τα διαβήματα του Ύπατου Αρμοστή Στεργιάδη προς τους Έλληνες στρατηγούς να φροντίσουν να «μαζέψουν τους στρατιώτες», γιατί η Ελλάδα «θα αποτύχει στις εξετάσεις και θα χάσει τη Σμύρνη».

Το βιβλίο δεν εξηγεί πώς συμβιβάζεται αυτή η τεκμηριωμένη στάση της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας με το συμπέρασμα του συγγραφέα περί εσκεμμένης ή προσχεδιασμένης «εθνοκάθαρσης» εκ μέρους της Ελλάδος, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην Μικρά Ασία.

Περαιτέρω, τα περιστατικά βίας που περιγράφονται στο βιβλίο δείχνουν πως τα εγκλήματα διαπράττονταν από μεμονωμένους στρατιώτες ή από απείθαρχες ομάδες στρατιωτών, χωρίς κεντρικό σχεδιασμό. Εγκλήματα εις βάρος αμάχων συμβαίνουν ιδιαίτερα όπου παρατηρείται έλλειψη πειθαρχίας και υπακοής στην στρατιωτική διοίκηση: χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περιγραφή της σκηνής όπου ένας βαθμοφόρος προσπαθεί να σταματήσει τον βιασμό μίας Τουρκάλας και οι επίδοξοι βιαστές τον απειλούν με την ξιφολόγχη και τον καθυβρίζουν. Ο συγγραφέας επίσης αναφέρει ότι συχνά οι εγκληματίες είναι λιποτάκτες του Ελληνικού Στρατού, τους οποίους οι ξένοι ανταποκριτές βλέπουν να πωλούν τα κλοπιμαία μακριά από την εμπόλεμη ζώνη. Άλλο παράδειγμα είναι η αναφορά στον αξιωματικό, που δηλώνει στους Έλληνες κατοίκους μίας Μικρασιατικής πόλης με μεικτό πληθυσμό ότι δεν ελέγχει τους στρατιώτες που πυρπολούν τα πάντα, καθώς υποχωρούν πανικόβλητοι το 1922. Το βιβλίο δεν εξηγεί για ποιόν λόγο αυτά τα περιστατικά βίας θα πρέπει να χαρακτηρισθούν ως «εθνοκάθαρση» και όχι ως αυτό που ο συγγραφέας χαρακτηρίζει «παράπλευρες απώλειες», προϊόντα της «εγγενούς κτηνωδίας» του πολέμου.

Το ίδιο πρόβλημα προκύπτει και από τον χαρακτηρισμό ως «εθνοκάθαρσης» των καταστροφών που προκάλεσαν οι επιζώντες του Ελληνικού Στρατού κατά την προσπάθειά τους να φτάσουν στην θάλασσα, μαζί με τα πλήθη των χριστιανών προσφύγων που τους ακολουθούσαν τον δραματικό Αύγουστο του 1922. Το βιβλίο δεν εξηγεί πώς είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο Ελληνικός Στρατός διέπραξε «συστηματική εκδίωξη των Τούρκων με σκοπό την επίτευξη ελληνικής εθνικής ομοιογένειας» σε μία περιοχή που ο ελληνικός στρατός μαζί με τους Έλληνες κατοίκους ήδη εγκατέλειπαν κυνηγημένοι.

Ανάγκη συγκριτικής μελέτης

 Το δεύτερο σοβαρό μειονέκτημα του βιβλίου είναι η απουσία συγκριτικής μελέτης των γεγονότων που περιγράφονται, με τις βιαιότητες εις βάρος αμάχων που παρατηρούνται σε άλλες ανάλογου τύπου πολεμικές συρράξεις. Μία τέτοια συγκριτική μελέτη θα επέτρεπε να διαπιστωθεί το όριο μεταξύ αφ’ενός της «εθνοκάθαρσης» και αφ’ετέρου, των βιαιοτήτων εις βάρος αμάχων, που συνήθως διαπράττονται από περιθωριακά στοιχεία όταν καταλύεται η τάξη και επικρατεί η αυθαιρεσία.

Για παράδειγμα, μεγάλο μέρος της ανάλυσης του βιβλίου στηρίζεται στις εντυπώσεις του Λέοντος Τρότσκυ από τους Βαλκανικούς Πολέμους. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να συγκριθούν οι βιαιότητες των Ελλήνων στρατιωτών με τις μεθόδους που ο στρατός των Μπολσεβίκων υπό την ηγεσία του ίδιου του Τρότσκι εφήρμοσε κατά την διάρκεια της Ρωσσικής επανάστασης, τόσο εις βάρος των «αντεπαναστατών» όσο και εις βάρος των αμάχων από τις διάφορες εθνότητες που εντάχθηκαν διαδοχικά στην Σοβιετική Ένωση.

Πολύ χρήσιμα συμπεράσματα θα μπορούσαν επίσης να προκύψουν και από την συγκριτική μελέτη των βιαιοτήτων που διέπραξε ο Κόκκινος Στρατός, στις διάφορες περιοχές που απελευθέρωνε κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Σολζενίτσιν αναφέρει χαρακτηριστικά στο Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ: «Εάν ήταν Γερμανίδες, οποιοςδήποτε μπορούσε να τις βιάσει και μετά να τις τουφεκίσει. Αυτό εθεωρείτο σχεδόν πράξη ηρωϊσμού.» Θα ήταν ενδιαφέρον να συγκριθούν οι εμπειρίες των ελληνικών πολεμικών εξορμήσεων της περιόδου 1912-1922 με τις εμπειρίες των αμάχων (και κυρίως των γυναικών) της Ουκρανίας, της Κριμαίας, των Βαλτικών χωρών, της Πολωνίας και τέλος της ίδιας της Γερμανίας κατά την προώθηση του Κόκκινου Στρατού την περίοδο 1944-1945.

Η απουσία συγκριτικής μελέτης δεν επιτρέπει στο βιβλίο να δώσει απάντηση σε μερικά καίρια ερωτήματα, όπως τα ακόλουθα: είναι οι βιαιότητες που περιγράφει κοινό γνώρισμα κάθε πολεμικής σύρραξης, ιδιαίτερα όταν αυτή έχει «απελευθερωτικό» χαρακτήρα; Εάν ναι, τότε ποιά πρόσθετα στοιχεία πρέπει να υπάρξουν προκειμένου να πληρωθεί ο ορισμός της «εθνοκάθαρσης»; Και υπήρξαν πράγματι αυτά τα στοιχεία κατά την περίοδο 1912-1922, έτσι ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός των σχετικών βιαιοτήτων Ελλήνων στρατιωτών ως δήθεν ελληνική «εθνοκάθαρση»;

Βία «εθνική» ή βία «κοινωνική»;

 Στην περιγραφή των «εθνοκαθαρτηρίων» βιαιοτήτων που υποτίθεται ότι διέπραξαν οι Έλληνες, το βιβλίο προσμετρά και τις δολοφονίες μουσουλμάνων τσιφλικάδων από τους Έλληνες κολλίγους τους, καθώς και τις δολοφονίες και κλοπές που πραγματοποίησαν Έλληνες χωρικοί εις βάρος γειτονικών τους Αλβανών ή Βούλγαρων χωρικών.

Ωστόσο, το βιβλίο δεν αναλύει την επίδραση που έχει σε αυτού του τύπου τα περιστατικά βίας η διαφορετική οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εμπλεκομένων (π.χ. κολλίγοι έναντι τσιφλικάδων, που τυχαίνει μάλιστα να έχουν διαφορετική θρησκεία). Έτσι, το βιβλίο δεν απαντά σε ένα καίριο ερώτημα: οι συγκεκριμένες βιαιότητες αποτελούσαν πράγματι μέρος μιας κεντρικά οργανωμένης επιχείρησης «εκδίωξης των αλλοεθνών με σκοπό την επίτευξη εθνικής πληθυσμιακής ομοιογένειας» στην περιοχή, ή απλώς βίαιο ξεκαθάρισμα προσωπικών και οικονομικών διαφορών, σε συνθήκες όπου έχει καταλυθεί η τάξη και επικρατεί η αυθαιρεσία;

Κρητική «εθνοκάθαρση»;

 Σε ειδικό παράρτημα εκτός της κυρίας ροής του βιβλίου, περιγράφονται τα δεινά που υπέστησαν οι Μουσουλμάνοι κατακτητές της Κρήτης από τους επαναστατημένους υπόδουλους Έλληνες Κρητικούς τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. Για τον συγγραφέα, η συμπεριφορά των Ελλήνων στην Κρήτη αποτελεί ένα «μοντέλο» εθνοκάθαρσης που οι Έλληνες εφάρμοσαν και σε άλλες περιοχές αργότερα, όπως για παράδειγμα στην Κύπρο. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ντεκτάς είχε δηλώσει ότι σκοπός του ήταν να μην επαναληφθεί στην Κύπρο η εκδίωξη των Τούρκων που οι Έλληνες είχαν επιτύχει στην Κρήτη.

Ωστόσο, το περιεχόμενο του βιβλίου δεν καταφέρνει να τεκμηριώσει ούτε αυτό το συμπέρασμα. Για παράδειγμα, τις βιαιότητες που περιγράφονται στο βιβλίο διαπράττουν ομάδες επαναστατημένων Κρητικών, χωρίς κεντρική διοίκηση και χωρίς κεντρικό σχεδιασμό. Ο συγγραφέας δεν παραθέτει κανένα στοιχείο που να τεκμηριώνει την ύπαρξη κεντρικής διοίκησης των επαναστατών, η οποία να σχεδιάζει, να οργανώνει ή να δίνει εντολή για την «προσχεδιασμένη εκδίωξη του αλλοεθνούς πληθυσμού» μέσω συγκεκριμένων βίαιων πράξεων εις βάρος αμάχων.

Ακόμα πιο σημαντικό, το βιβλίο δεν εξηγεί πώς είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι το Ελληνικό Κράτος διέπραξε «εθνοκάθαρση» στην Κρήτη, σε μία εποχή όπου η Κρήτη δεν βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Ελληνικού Κράτους, στο νησί δεν βρισκόταν ελληνικός στρατός και οι ομάδες των επαναστατημένων δεν υπάκουαν σε εντολές της Ελληνικής πολιτικής ή στρατιωτικής διοίκησης.

Περαιτέρω, το βιβλίο δεν τεκμηριώνει τον χαρακτηρισμό των Κρητικών γεγονότων ως «μοντέλου», που το Ελληνικό Κράτος εφήρμοσε σε άλλες περιοχές αργότερα. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας δεν παραθέτει κανένα έγγραφο ή άλλο στοιχείο που να δείχνει ότι η ελληνική πολιτική ή στρατιωτική ηγεσία είχαν μελετήσει τα Κρητικά γεγονότα και με βάση αυτά είχαν καταστρώσει συγκεκριμένα σχέδια για συγκεκριμένες πράξεις βίας εναντίον «αλλοεθνών» αμάχων, με σκοπό να πετύχουν την εκδίωξή τους και την «πληθυσμιακή ομοιογένεια» συγκεκριμένης περιοχής.

Η «πτωματολογία»

 Στο βιβλίο στηλιτεύονται ως «πτωματολογία» τα έγγραφα και οι αναφορές που είχαν συντάξει οι εκκλησιαστικές αρχές, διάφοροι μελετητές της εποχής και μεταγενέστεροι ιστορικοί, με σκοπό να καταδείξουν το μέγεθος της καταστροφής των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Ωστόσο, το ίδιο το βιβλίο εμπλέκεται με την σειρά του στην δική του «πτωματολογία», με κύριο σκοπό να δείξει ότι ο πληθυσμός των Ελλήνων του Πόντου ήταν πολύ μικρότερος από ό,τι πίστευαν και εξακολουθούν να πιστεύουν όσοι ομιλούν περί Ποντιακής γενοκτονίας.

Το συμπέρασμα της «πτωματολογίας» του συγγραφέα είναι ότι ο αριθμός των θυμάτων του Πόντου που αναφέρεται στις σχετικές αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων (353.000) είναι εσφαλμένος και αντικατοπτρίζει μάλλον τον συνολικό αριθμό των Ελλήνων κατοίκων του Πόντου πριν την καταστροφή. Το βιβλίο καταλήγει ότι «ως τάξη μεγέθους» ο «περισσότερο πιθανός» συνολικός αριθμός των Ελλήνων Ποντίων που έχασαν την ζωή τους εξ αιτίας των Τουρκικών διωγμών πρέπει να είναι «100.000 με 150.000».

Η σχετική «πτωματολογία» δείχνει ότι ο συγγραφέας έχει κάνει μία πολύ προσεκτική μελέτη των διαθέσιμων πηγών γύρω από τον αριθμό των Ελλήνων κατοίκων του Πόντου, τόσο των δολοφονηθέντων όσο και των διασωθέντων. Πέρα από αυτό, όμως, δεν προσφέρει κάποιο σημαντικό νέο στοιχείο, που να μπορεί να αμφισβητήσει τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι οι Έλληνες Πόντιοι υπέστησαν γενοκτονία.

Και αυτό επειδή το ποσοστό των νεκρών επί του συνολικού πληθυσμού που προκύπτει από την «πτωματολογία» του συγγραφέα (150.000 νεκροί σε σύνολο περίπου 353.000 κατοίκων) δεν απέχει και τόσο από το ποσοστό που προκύπτει από τους επίσημους υπολογισμούς (353.000 νεκροί σε σύνολο περίπου 800.000 κατοίκων). Ο συγγραφέας δεν μας εξηγεί τι ποσοστό του πληθυσμού ενός λαού πρέπει να εξοντωθεί προκειμένου να γίνει αποδεκτή η ύπαρξη «γενοκτονίας»;

«Βλαστήμια για την πατρίδα»

 Ο αναγνώστης ολοκληρώνει την μελέτη του βιβλίου νιώθοντας απογοήτευση: ο συγγραφέας θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιήσει τους πολύτιμους καρπούς της ερευνητικής του προσπάθειας προκειμένου να δείξει την φρίκη των πολέμων της περιόδου 1912-1922 και την δυστυχία που αυτοί έφεραν τόσο στους Έλληνες αμάχους όσο και στους αμάχους των άλλων λαών της περιοχής.

Αντί για αυτό, όμως, προτίμησε να χρησιμοποιήσει το υλικό του προκειμένου να παρουσιάσει συνολικά τους Έλληνες ως εγκληματίες και όλους τους άλλους λαούς της περιοχής ως θύματα των Ελλήνων.

Το αποτέλεσμα αυτής της επιλογής είναι να μετατραπεί το βιβλίο από πόρισμα ιστορικής έρευνας σε πολιτική δήλωση, που συνοψίζεται στην ακροτελεύτια φράση του βιβλίου: «μια ατέλειωτη κι ασώπαστη βλαστήμια για την πατρίδα…».

    Print       Email

About the author

You might also like...

6 a.m. των Blitz

Read More →