Loading...
You are here:  Home  >  ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ  >  Current Article

Από την Καταστροφή στην έξαρση και στην Θυσία, 28 Οκτωβρίου 1940

By   /   Οκτώβριος 28, 2015  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Από την Καταστροφή στην έξαρση και στην Θυσία, 28 Οκτωβρίου 1940

    Print       Email

ΟΧΙ

[28-10-2015]

*του Λυγκούρη Σπύρου

Το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (1η Σεπτεμβρίου 1939) βρίσκει την Ελλάδα σε μία απόληξη μεταξύ τομών της ιστορίας της: την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και την αναμενόμενη τελικά είσοδό της στο «καμίνι του πολέμου», που οριστικοποίησε την λήξη του ελληνικού Μεσοπολέμου. Μέσα σε αυτά τα 18 μόλις χρόνια ο πυκνός ιστορικός χρόνος έμελλε να καταγράψει την βίαιη μετάλλαξη και το πέρασμά της χώρας σε μια νέα εποχή. Η κατάρρευση του μετώπου το καλοκαίρι του 1922 δεν επέφερε μόνο την οριστική απώλεια των λεγόμενων «αλύτρωτων πατρίδων» της Ανατολής με την μαζική έξοδο των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας κατά την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Διέλυσε εν μία νυχτί έναν από τους βασικούς ιδρυτικούς μύθους του ελληνικού κράτους, αυτόν της «Μεγάλης Ιδέας» και για πρώτη φορά περιέλαβε το σύνολο σχεδόν των ελληνικών πληθυσμών εντός των «στενών ορίων» της Ελλάδας της Λωζάννης. Η αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας αναμφίβολα δεν ήταν εύκολη διαδικασία, ιδίως όταν 1,5 εκατομμύριο χριστιανοί πρόσφυγες αναζητούσαν ταχεία αποκατάσταση και ενσωμάτωση σε πολλές από τις λεγόμενες «Νέες Χώρες».

Η κοινωνική αστάθεια και η αρχική υποβόσκουσα διαμάχη μεταξύ παλαιών και νέων κατοίκων του ελληνικού κράτους θα συνοδευτεί από αντίστοιχη πολιτική αστάθεια, η οποία θα τροφοδοτηθεί από την ενεργότερες επεμβάσεις μερίδων του στρατού υπέρ της μίας ή της άλλης πολιτικής παράταξης : Επανάσταση του Ν. Πλαστήρα το 1922 ( που καταδίκασε την ηγεσία της αντιβενιζελικής παράταξης για την Μικρασιατική Καταστροφή), κίνημα Γαργαλίδη- Λεοναρδόπουλο εναντίον της Επαναστατικής Επιτροπής το 1923 (η αποτυχία της οποίας επέσπευσε τις διαδικασίες για την ανάδειξη της Α’ Αβασίλευτης Δημοκρατίας το 1924), κίνημα του Πάγκαλου το 1925 και προσωπική δικτατορία του ιδίου μέχρι το 1926. Η μερική σταθεροποίηση της κατάστασης με την εκλογή της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων του Ε. Βενιζέλου το 1928 θα σμπαραλιαστεί από τις συνέπειες ενός «απρόβλεπτου παράγοντα», του Παγκόσμιου οικονομικού Κραχ της Wall Street του 1929. Η έλευση της ελληνικής χρεοκοπίας το 1932 θα ανακόψει το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Ελευθερίου Βενιζέλου και θα οδηγήσει σε ένα δεύτερο γύρο του Εθνικού Διχασμού, ο οποίος θα εκφραστεί μέσα από τα δύο αποτυχημένα βενιζελικά κινήματα του 1933 και του 1935 και τις αποτυχημένες απόπειρες δολοφονίας του ίδιου του Κρητικού ηγέτη. Ακόμη χειρότερα για την «κοινωνία το Κολωνακίου» η οικονομική κατάρρευση θα οδηγήσει πολλά από τα κατώτερα στρώματα, όπως και μερίδες των προσφύγων (φανατικών οπαδών του βενιζελισμού τουλάχιστον μέχρι το 1932-1933), προς την ριζοσπαστικοποίηση και την υποστήριξη προς την κομμουνιστική Αριστερά, η οποία αντλούσε δύναμη από την διεθνή ακτινοβολία της Σοβιετικής Ένωσης εν μέσω ραγδαίας καπιταλιστικής κρίσης.

Οι εκλογές του Ιανουαρίου του 1936 δεν θα δώσουν λύση στο πολιτικό πρόβλημα, εφόσον οι δύο μεγάλες παρατάξεις βρέθηκαν ισοδύναμες. Η αδυναμία ευρέσεως πολιτικής λύσης και οι απανωτοί θάνατοι επιφανών πολιτικών ηγετών κατά το 1936 (Ε. Βενιζέλος, Δεμερτζής και άλλοι) θα οδηγήσουν στην ανάθεση της πρωθυπουργίας στον μέχρι τότε υπεύθυνο επί των Στρατιωτικών, Ιωάννη Μεταξά, παλαιό στέλεχος της αντιβενιζελικής παράταξης. Αυτός, σε συνεννόηση με τον Βασιλέα Γεώργιο Β΄, ο οποίος είχε επανέλθει στην χώρα μετά το νόθο δημοψήφισμα του 1935, θα προχωρήσει την 4η Αυγούστου του 1936 σε αναστολή βασικών άρθρων του Συντάγματος επικαλούμενος τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» (γεγονός είναι ότι τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης τον Μάιο είχαν τρομοκρατήσει την αστική ελίτ) και στην εγκαθίδρυση ενός προσωποπαγούς καθεστώτος, το οποίο θα μιμηθεί πολλές από τις πρακτικές των γνωστότερων φασιστικών καθεστώτων του Μεσοπολέμου, όπως της Γερμανίας και της Ιταλίας.

Στην απόληξη αυτής της διαδικασίας έμελλε η ελληνική μοίρα να συναντήσει την μεγάλη περιπέτεια, στην οποία είχε μπει η Ευρώπη και ο κόσμος ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Η ανάδυση των «αναθεωρητικών δυνάμεων» τύπου Γερμανίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας δεν προέκυψε σαν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν διαδικασίες, που έχουν τις καταβολές τους στην λήξη του «Μεγάλου Πολέμου» το 1919 και αφορούσαν είτε χώρες, που είχαν γνωρίσει την μοίρα του ηττημένου και τώρα προσπαθούσαν να αποτινάξουν από πάνω τους τις δυσμενείς επιπτώσεις της ήττας (Γερμανία), είτε χώρες που ένιωθαν ότι ήταν «ριγμένες» από την τελική μοιρασιά της νίκης και τώρα επιθυμούσαν να εισπράξουν, αυτά που θεωρούσαν ότι τους αναλογούν (Ιταλία). Η κατάρρευση του 1929 άνοιγε για αυτές μία ευκαιρία προκειμένου να προσπαθήσουν να κατισχύσουν έναντι των κραταιών δυνάμεων της Δύσης (Αγγλία, Γαλλία), οι οποίες βρισκόντουσαν σε φάση αναδιοργάνωσης, σε αυτό το ιδιότυπο «ξαναμοίρασμα της τράπουλας». Ακόμη χειρότερα, η φασιστική ιδεολογία έγινε ο κινητήριος τροχός μέσω του οποίου θα προσπαθήσουν να αναδιαμορφώσουν την Ευρώπη, ένα φασιστικό modus vivendi τόσο εναντίον των παλαιών αποικιακών δυνάμεων της Ευρώπης, όσο και ενάντια στην πρώτη σοσιαλιστική χώρα του κόσμου, την Σοβιετική Ένωση, η οποία δεν έχει ακόμη συνέλθει από την εποχή της ραγδαίας εκβιομηχάνισης. Το Σύμφωνο Αντι-Κομιντέρν του 1937 άλλωστε το ορίζει ξεκάθαρα σαν κεντρικό στόχο των φασιστικών κρατών.

Η Ελλάδα βρέθηκε από νωρίς, σαν τόπος διεκδίκησης, στο στόχαστρο του ιταλικού αναθεωρητισμού. Οι μνήμες άλλωστε των γεγονότων του 1923 με τον βομβαρδισμό της Κέρκυρας από την νεοπαγή φασιστική Ιταλία του Μπενίτο Μουσσολίνι ήταν πολύ νωπές. Από την ιταλική κατάληψη της Αλβανίας (1939) οι προκλήσεις έναντι του ελληνικού κράτους έλαβαν έντονη κλιμάκωση. Οι συνεχείς παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου από την ιταλική πολεμική αεροπορία θα δώσουν την θέση τους στην μεγάλη πρόκληση της 15ης Αυγούστου 1940, οπότε και το ελληνική πολεμικό πλοίο «Έλλη» θα τορπιλιστεί ανοιχτά της Τήνου. Σε όλη αυτή την πορεία των προκλήσεων το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά θα τηρήσει μία στάση αναμονής.

Οι υπαίτιοι του τορπιλισμού της «Έλλης» ήταν γνωστοί. Αλλά η κατάσταση ήταν τέτοια, που απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς. Η ίδια η περίπτωση της διαχείρισης της κατάστασης από τον Μεταξά εμπεριέχει ένα παράδοξο. Η φύση του καθεστώτος του (έστω ως «φασίζον» και όχι κατεξοχήν φασιστικό) και η διάχυτη απέχθεια που είχε ο Μεταξάς τόσο για τον αστικό κοινοβουλευτισμό, ακόμη περισσότερο για τον κομμουνισμό, θα προμήνυε μία τάση συμπάθειας προς τον κόσμο των φασιστικών κρατών. Αυτή η πρώτη -πρόχειρη- ματιά έρχεται να συγκρουστεί τόσο με τον γεωπολιτικό ρεαλισμό, όσο και με την κατεύθυνση των γενικότερων μερίδων της ελληνικής ελίτ απέναντι στα δύο στρατόπεδα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Καταρχάς, η εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ( κατά την οποία ο Μεταξάς είχε υποστηρίξει μέχρι τέλους, ότι νικήτρια θα ήταν η Γερμανία του Κάιζερ) είχε αποδείξει στην σκέψη του παλαιού στρατιωτικού την ποιοτική υπεροχή μιας μεγάλης ναυτικής-αποικιοκρατικής δύναμης έναντι μιας χερσαίας-ηπειρωτικής ακόμη και όταν η δεύτερη ξεκινούσε με ένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Δεύτερον, ο έτερος πυλώνας του καθεστώτος, ο Βασιλιάς Γεώργιος Β’ και η πολιτική μερίδα που εκπροσωπούσε, ήταν ακόμη ταυτισμένοι με την επιρροή του Λονδίνου ως κατεξοχήν συμμάχου της χώρας στην περιοχή. Ακόμη περισσότερο, η πολιτική του Λονδίνου επιθυμούσε τόσο την διατήρηση της Ελλάδος υπό την επιρροή του, όσο και την δημιουργία ενός νέου μετώπου στην περιοχή της Νότιας Βαλκανικής στα πρότυπα του Α’ Παγκοσμίου. Τέλος, η ανάμνηση του 1915 και του Εθνικού Διχασμού επέδρασε καταλυτικά στην σκέψη του Έλληνα δικτάτορα, ο οποίος φαίνεται να φοβόταν τον διαμελισμό της χώρας, τόσο στην περίπτωση της υποταγής της Ελλάδος στην δικαιοδοσία του Άξονα, όσο και στην περίπτωση ενός νέου Διχασμού σε περίπτωση αποδοχής των όρων του ιταλικού αναθεωρητισμού. Για αυτό η πολιτική του φαίνεται να στρέφεται προς την κατεύθυνση της ευμενούς ουδετερότητας, προκειμένου να συγκρατήσει την ιταλική επιθετικότητα, αλλά σαφώς σε κλίση προς το Δυτικό στρατόπεδο σε περίπτωση τελικής επίθεσης.

Την νύχτα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιωάννης Μεταξάς βρέθηκε ενώπιον της «δικής του μεγαλύτερης ώρας».  Το κείμενο του ιταλικού τελεσιγράφου είναι τέτοιο, που δεν αφήνει πολλά περιθώρια σκέψης ή διαπραγμάτευσης. Μέσα σε τρεις ώρες έπρεπε να αποφασιστεί είτε η παράδοση των κυριότερων δομών της χώρας, είτε η αντίστασή της, χωρίς ευκαιρία συνεννόησης με τους έτερους αξιωματούχους. Η τελική του απάντηση έμελλε να προσδώσει στον Ιωάννη Μεταξά μία μετέπειτα υστεροφημία, που πιθανότατα δεν θα την αποκτούσε, εάν δεν μεσολαβούσε η 28η Οκτωβρίου. Το καθεστώς του άλλωστε ουδέποτε απέκτησε την λαϊκή υποστήριξη ακόμη και μετά από κείνη την νύχτα. Η κατάρρευσή του άλλωστε αμέσως μετά τον  θάνατο του δημιουργού του το αποδεικνύει περίτρανα. Όχι μόνον αυτό, αλλά το κίνημα της Αντίστασης που φούντωσε από το 1942 και μετά έθεσε ως πρωταρχικό όρο για την επόμενη μέρα της Ελλάδος όχι απλώς την μη επαναφορά του Γεωργίου Β’ ( λόγω και της συμμετοχής του στην δημιουργία της 4ης Αυγούστου), αλλά την οριστική ρήξη με το προβληματικό προπολεμικό παρελθόν, απόληξη του οποίου ήταν η πολιτειακή ανωμαλία του 1936.

Είτε το ήθελε, είτε όχι, ο Ιωάννη Μεταξάς εκείνη την στιγμή εξέφρασε την γενικότερη επιθυμία για αντίσταση μέχρις εσχάτων. Αυτό ήταν το πρώτο «Όχι». Το δεύτερο, το ακόμη μεγαλύτερο, θα το γράψουν αυτοί που ανασυγκρότησαν την χώρα από τα συντρίμμια της Καταστροφής του 1922: οι κάτοικοι της παλαιάς Ελλάδας, που γύρευαν να βγάλουν από πάνω τους το όνειδος της ήττας. Οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, που 18 χρόνια μετά την έξοδο του 1923 βλέπουν να απειλούνται ξανά με το φάσμα της Καταστροφής. Αξιωματικοί και των δύο μερίδων του παλαιού Εθνικού Διχασμού, που βρίσκουν τώρα ένα ενοποιητικό στοιχείο ( ας σημειωθεί η  περίπτωση πολλών βενιζελικών αξιωματικών, απότακτων του κινήματος του 1935, η συμμετοχή των οποίων στο μέτωπο δεν εγκρίθηκε από το μεταξικό καθεστώς). Νεαροί εκπρόσωποι το πολιτικού κόσμου, όπως ο Κανελλόπουλος, και καλλιτέχνες και ποιητές (Τερζάκης, Ελύτης, Κωνσταντάρας και άλλοι), που σπεύδουν να δηλώσουν παρών σε αυτό το μεγάλο προσκλητήριο. Είναι αυτή η έξαρση της «μαζικής ψυχολογίας», που διαφάνηκε από τις πρώτες μέρες της ιταλική επίθεσης, που έμελλε να γυρίσει τα δεδομένα ανάποδα και να φέρει το μέτωπο του πολέμου μέσα στο αλβανικό έδαφος και να χαρίσει στο συμμαχικό στρατόπεδο τις πρώτες του νίκες. Και είναι αυτό το πνεύμα του μετώπου της Αλβανίας και του Ρούπελ, το πνεύμα το εθνικοαμυντικού αγώνα, που θα δώσει την θέση του και θα εμπνεύσει τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1941-1944 μέσα από το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης στο εσωτερικό και την δράση του Εθνικού Στρατού στην Βόρεια Αφρική. Η φράση «είμαστε μαχητές της Αλβανίας» θα ακουστεί από τα χείλη πολλών νέων της κατοχής, που πήραν τα όπλα για να συνεχίσουν, αυτό που άφησαν στην μέση πάνω στα βουνά του αλβανικού. Γιατί οι ίδιοι ποτέ δεν δέχθηκαν ότι έχασαν.. Τα υπόλοιπα είναι απλώς ιστορία…

*Μεταπτυχιακός φοιτητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, ΕΚΠΑ

    Print       Email

About the author

You might also like...

Παρουσίαση του βιβλίου «Ο άρχοντας με τα πολλά πρόσωπα», Παλιά Βουλή, 26/11/17, 12.00 μμ

Read More →