Loading...
You are here:  Home  >  ΑΦΙΕΡΩΜΑ  >  Current Article

Αν η καθεστηκυία πολιτική τάξη προβεί στις απαραίτητες θεσμικές τομές, θα εκλείψει.

By   /   Μάρτιος 7, 2016  /   Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Αν η καθεστηκυία πολιτική τάξη προβεί στις απαραίτητες θεσμικές τομές, θα εκλείψει.

    Print       Email

 

Αν η καθεστηκυία πολιτική τάξη προβεί στις απαραίτητες θεσμικές τομές, θα εκλείψει.

♦ του Χρήστου Ζιώγα

Έλεγε ο Albert Einstein πως, εφ’ όσον προσδιοριστεί ένα πρόβλημα, τότε κατά το ήμισυ είναι λελυμένο. Βέβαια οι ευθύγραμμες αναγωγές από τις φυσικές επιστήμες σε κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, με σκοπό την επίλυσή τους, αποτέλεσαν μια από τις κυριώτερες φιλοδοξίες της νεωτερικότητας και της κυρίαρχης θετικιστικής αντίληψης στην επιστήμη και κατ’ επέκτασιν και στην κοινωνία. Σύμφωνα πάλι με τον κορυφαίο φυσικό, ο ανθρώπινος παράγων είναι αυτός που εμποδίζει την εφαρμογή των κατακτήσεων της επιστήμης, έτσι ώστε να διευθετηθούν σε μονιμώτερη βάση τα διαχρονικά προβλήματα της ανθρώπινης συνύπαρξης.

Το σύγχρονο ελληνικό κράτος στην παρούσα συγκυρία βρίσκεται εν μέσω μιας πολυσύνθετης και πολυεπίπεδης κρίσης, η οποία επ’ ουδενί λόγω δεν αφορά αποκλειστικά το οικονομικό γίγνεσθαι. Το σημερινό αδιέξοδο συνιστά μια μακροχρόνια διαδικασία παλαιοτέρων και νεωτέρων παθογενειών, που συναθροίστηκαν συν τω χρόνω στην ελληνική κοινωνία, υπερφαλαγγίζοντας εν τέλει την συντελεσθείσα πρόοδο σε διάφορους τομείς. Η δημοσιονομική κατάρρευση της χώρας, που λόγω της συμμετοχής μας στην ΕΕ και την νομισματική ζώνη του ευρώ απετράπη η τυπική εκδήλωσή της, φανέρωσε μια σειρά δομικών προβλημάτων, κάποια από τα οποία αφορούν το ελληνικό κράτος εκ συστάσεως.

 Ο Ελληνισμός, ως διακριτός τρόπος πραγμάτωσης του ανθρώπινου βίου, άρχισε να συγκροτείται κατά την ομηρική εποχή και ακολούθησε μια εξελικτική πορεία με χαρακτηριστικές συνέχειες, γλωσσικές και πολιτισμικές, αλλά και έντονες διακυμάνσεις και διαφοροποιήσεις, πολιτικές και θεολογικές. Διαπιστώνουμε πως το ελληνικό κοσμοσύστημα (Γ.Κοντογιώργης, Το ελληνικό Κοσμοσύστημα, Τόμος Α΄ και Β΄, Ι. Σιδέρης, Αθήνα, 2006 και 2014.) προϋπήρχε της εμφάνισης του κράτους ως φορέως πολιτικής οργάνωσης, κατορθώνοντας μάλιστα να επιβιώνει για μεγάλες χρονικές περιόδους της ιστορίας αν και μη πολιτικά κυρίαρχο.

Στην νέα εποχή, που ιστορικά ορίζεται με το τέλος των μέσων χρόνων, το κράτος αποτέλεσε τον τρόπο που συγκροτήθηκαν πολιτικά οι συλλογικότητες αρχικά στον ευρωπαϊκό χώρο και σταδιακά, με αποκορύφωμα τα μέσα του 20ου αιώνα, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο Ελληνισμός, διαβιώνοντας σε κοινότητες στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, και κατά πλειοψηφία εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αξίωσε στις αρχές του 19ου αιώνα την πολιτική του ανεξαρτησία. Η τελική έκβαση της επανάστασης του 1821 δεν επέφερε την κατάρρευση της Οθωμανικής κυριαρχίας και την ανάδειξη ενός νέου πολιτικού υποκειμένου που με άξονα τον Ελληνισμό θα αναβίωνε, προσαρμοσμένο στις συνθήκες της εποχής, την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Αντ’ αυτού προέκυψε το σύγχρονο Ελληνικό κράτος, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών πληθυσμών βρισκόταν εκτός των συνόρων του. Για την εγκαθίδρυσή του ακολουθήθηκε το δυτικό πρότυπο, με σκοπό την οικοδόμηση ενός συγχρόνου ευρωπαϊκού κράτους. Αλλά για την ευόδωση του εν λόγω σχεδίου συντελέστηκαν θεσμικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις που αλλοτρίωσαν ορισμένα από τα διαχρονικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ιδιοσυστασίας. Επίσης, εκείνη την περίοδο ,μεταξύ του 1821 και του 1832, όταν εν τέλει αναγνωρίζεται ανεξάρτητο Ελληνικό κράτος από την ευρωπαϊκή τάξη, εμφανίστηκαν και οι φορείς εξάρτησης του Ελληνικού κράτους με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής.

Η αξίωση ενσωμάτωσης των εκτός συνόρων ελληνικών πληθυσμών γέννησε την «Μεγάλη Ιδέα», που στην αρχική της φάση κατόρθωσε να διπλασιάσει τα γεωγραφικά όρια του νεοσύστατου κράτους, με αποκορύφωμα τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-3, και τερματίστηκε με τραγικό τρόπο το 1922 στην Μικρά Ασία. Η γεωγραφική επέκταση του Ελληνικού κράτους κατά τον πρώτο αιώνα του ελευθέρου βίου του, κάλυψε ορισμένες δομικές αδυναμίες του, στον βαθμό που διπλασίασε σταδιακά την έκταση και τον πληθυσμό του. Σε καμμία όμως περίπτωση δεν συντελέστηκαν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην ευρύτητα και την ένταση που θα δημιουργούσαν ένα σύγχρονο και ανταγωνιστικό, των αντίστοιχων δυτικών, κράτος. 

Είναι γεγονός πως, καθ’ όλη την διάρκεια του 19ου αιώνα, οι σημαντικώτερες κοινότητες της ελληνικής αστικής τάξης διαβιούσαν εκτός του ελλαδικού κράτους  Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Οδησσός, Τραπεζούντα, Βάρνα αποτελούσαν τα κέντρα ισχυρών ελληνικών κοινοτήτων. Αντιθέτως, η απουσία αντίστοιχης χροιάς αστικών στρωμάτων στο νεοσύστατο κράτος οδήγησε στην εμφάνιση μιας μεταπρατικής και κρατικοδίαιτης «αστικής» τάξης, που, λόγω υποδεέστερων ποιοτικών χαρακτηριστικών, σε σχέση με τις ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες, χρησιμοποιούσε το κράτος ως μέσον αυτοσυντήρησής της, αποστερούμενη εξ αυτού του γεγονότος των καίριων στοιχείων της αστικής κουλτούρας και ηθικής.

Η έλλειψη της εν λόγω κρίσιμης κοινωνικής τάξης αποτυπώθηκε ως υστέρηση στην βιομηχανία και γενικά στην οικονομία, στην τέχνη και φυσικά στην πολιτική (Π. Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, Θεμέλιο, Αθήνα, 1995, Εισαγωγή, σελ.9-48). Συν τω χρόνω, δημιουργήθηκε μια μεταπρατική Ελλαδική κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, στην οποία, συν τοις άλλοις, έβρισκαν πρόσφορο έδαφος οι ιδεολογίες για να εισχωρήσουν και να αρθρώσουν εν Ελλάδι τις νομοτέλειές τους.

Ο μεταπρατισμός σταδιακά εξελίχθηκε σε κρατούσα αντίληψη σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου, κατάστασησε σχετικά πρωτόγνωρη για τον ελληνικό κόσμο. Ανέκαθεν ο Ελληνισμός προσελάμβανε στοιχεία από όμορους πολιτισμικούς χώρους, αλλά κατά κανόνα τα αφομοίωνε γόνιμα και ενεργητικά, και όχι άκριτα και παθητικά. Η πολιτική εξάρτηση από τις μεγάλες δυνάμεις, αναγκαία ίσως τα πρώτα έτη του κρατικού μας βίου, έθρεψε και εν συνεχεία ανατροφοδοτήθηκε από το μεταπρατισμό, οποίος έκτοτε συνιστά βασικό χαρακτηριστικό του κοινωνικού και πολιτικού μας βίου.

Η παρούσα κρίση αναμφίβολα συνιστά αποτέλεσμα μιας μακρόσυρτης διαδικασίας παρακμής του Ελληνισμού ως φορέα ενός σημαντικώτατου τρισχιλιετούς πολιτισμού. Αντιθέτως, με όρους αξίωσης πολιτικής κυριαρχίας, μέσω της κρατικότητας επιδιώξαμε και κατορθώσαμε να εξασφαλίσουμε την ιστορική μας συνέχεια, αποστερούμενοι όμως βασικά χαρακτηριστικά της ιδιαιτερότητάς μας και όντες κυρίως στο περιθώριο και όχι στην πρωτοπορία της ιστορικής διαδικασίας.

Η διαρκώς αυξανόμενη ένταση της κρίσης και ο τρόπος διαχείρισής της καταδεικνύει ότι ως κράτος φιλοδοξούσαμε να επιτύχουμε διασφαλίσεις οι οποίες αντικειμενικά δεν δύνανται να παρασχεθούν, σε μόνιμη βάση, σε υπερεθνικό επίπεδο, δηλαδή κάποιος τρίτος να μας προστατεύει και να μας συντηρεί.

Η προσέγγιση του σύγχρονου ελληνικού δράματος έχει αδιαμφισβήτητο πρωταγωνιστή το ελληνικό πολιτικό-κομματικό σύστημα, τόσο στην απρόσωπη απεικόνισή του όσο μερικές φορές και στην προσωποποιημένη εκδοχή του. Ο κομματικός μηχανισμός έγινε το μέσον πραγμάτωσης της ανάρμοστης και κοινωνικά επιζήμιας σχέσης μεταξύ λαού και πολιτικής εξουσίας. Αναντίρρητα, ένα διαρκώς διευρυνόμενο ποσοστό του πολιτικού προσωπικού, κατά την μεταπολιτευτική περίοδο, λειτούργησε ως ο «συλλογικός εκμαυλιστής» της κοινωνίας, που με την σειρά της επιζητούσε ακόμη περισσότερο εξαχρείωση. Η σταδιακή μετάλλαξη του Έλληνα πολίτη ουσιαστικά υποστασίωνε ένα πολιτικό ον που αξίωνε ολοένα και περισσότερα δικαιώματα και ταυτοχρόνως φθίνουσες υποχρεώσεις στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Ασφαλώς το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι μόνον οντολογικό  αλλά καθορίζει και αλληλεπιδρά με το θεσμικό πλαίσιο. Ο Αριστοτέλης, αναλύοντας τα πολιτικά συστήματα, αποφαίνεται πως έκαστο κρίνεται από την λειτουργία και αποτελεσματικότητά του, κατά πόσον προάγει το κοινό καλό, και όχι από τις ονομαστικές ή διακηρυκτικές διατυπώσεις του. Το βασικώτερο  γνώρισμα της 40χρονης  μεταπολιτευτικής πορείας της χώρας είναι η επικυριαρχία των κομμάτων, κυρίως των αποκαλούμενων κομμάτων εξουσίας, όχι μόνον στον στίβο της πολιτικής αλλά σε όλους τους κρατικούς θεσμούς. Η δημοκρατία είναι μία δυναμική διαδικασία, που οφείλει να τείνει διαρκώς προς αμεσώτερες αποτυπώσεις της όσο το δυνατόν πιο αδιαμεσολάβητα.

Το σύνταγμα με την σημερινή του μορφή κατοχυρώνει το δημοκρατικό πολίτευμα και τα βασικά ατομικά δικαιώματα, διασφαλίζει όμως και την προνομιακή θέση των κομμάτων ως προς την νομή της εξουσίας. Ιδιαίτερα η αναθεώρηση του 1985 επέφερε συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων στην εκτελεστική εξουσία, έναντι της νομοθετικής και δικαστικής, καθιστώντας τον πρωθυπουργό ως  κυρίαρχο δρώντα του πολιτικού συστήματος.  Έχει χαθεί, λοιπόν, το σημείο αναφοράς του ελληνικού πολιτικού συστήματος και η βασική αρχή πως ο λαός είναι ο εντολέας και το πολιτικό σύστημα ο εντολοδόχος του. Η 3η ελληνική δημοκρατία παρουσιάζει ελλείψεις ως προς την λειτουργία της και την διαρκή αναζήτηση όλο και αμεσώτερων εκφάνσεων της δημοκρατίας, συντηρώντας και αναπαράγοντας μια στατική απεικόνισή της.

Στην Ελλάδα, την κρίσιμη δεκαετία του ΄80, παρατηρήθηκε το εξής παράδοξο φαινόμενο: ενώ η χώρα έγινε μέλος της ΕΟΚ, ενός θεσμού με συγκεκριμένο πολιτικό και οικονομικό προσανατολισμό, ο κοινωνικός μετασχηματισμός που δρομολογήθηκε εκείνη την περίοδο ήταν προς την αντίθετη κατεύθυνση, σαν να περιμέναμε (και να επιθυμούσαμε) πως νικήτρια του ψυχρού πολέμου θα ήταν η Σοβιετική Ένωση. Επίσης και συναφώς δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτή  η συσχέτιση των παροχών και η διαρκής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου με την αύξηση ή μη της παραγωγικότητας μετά την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ, και κυρίως δε της ευρωζώνης

Η είσοδος της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν επέφερε, κατά προτεραιότητα, τον οικονομικό εκσυγχρονισμό της χώρας, αλλά δυστυχώς επιτάχυνε, μέσω των πόρων που εισέρευσαν στην ελληνική οικονομία, τις προαναφερθείσες διαδικασίες κοινωνικής αποσάθρωσης. Η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη ενίσχυσε τις συλλογικές μας ψευδαισθήσεις και συνεχίζαμε να αξιώνουμε ακόμη περισσότερη ευημερία, ανεξαρτήτως των παραγωγικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας. Επίσης θεωρούσαμε πως η νομισματική ενοποίηση θα οδηγούσε γραμμικά στην πολιτική ολοκλήρωση, η οποία θα μας επέλυε σε μόνιμη βάση ζητήματα ασφάλειας και ευημερίας.

Η σημερινή κρίση, που εξετάζεται κυρίως μόνο στην οικονομική της διάσταση, είναι συνέπεια όλων αυτών των διαδικασιών που συντελέστηκαν τα τελευταία σαράντα έτη. Μια σφαιρική προσέγγιση και αποτίμηση της κρίσης προϋποθέτει πνεύμα αυτοκριτικής,  ατομικά επίπονο αλλά κοινωνικά λυσιτελές, που όμως δεν συνιστά μία αρεστή προοπτική για ένα μεγάλο μέρος του κοινωνικού συνόλου και φυσικά του πολιτικού προσωπικού.

Η εξωτερική πολιτική συνιστά μια πτυχή της κρατικής πολιτικής, που καθορίζει τον τρόπο που το κάθε κράτος λειτούργει εντός του άναρχου διεθνούς συστήματος μέσα σε ένα φάσμα σχέσεων που κυμαίνεται μεταξύ σύγκρουσης και συνεργασίας. Η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη μιας κατευθυντήριας αρχής για τις εξωτερικές της σχέσεις που να είναι σύμφυτη με τον διακρατικό χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος αλλά και το διακυβερνητικό της  Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ρεαλιστικώτερη εξωτερική πολιτική, που θα βασίζεται στο πώς είναι το διεθνές και περιφερειακό σύστημα κι όχι στο πώς θα έπρεπε να είναι, θα μας βοηθήσει να εξέλθουμε από την δύσκολη συγκυρία και θα μας προστατεύσει από ανάλογες δυσάρεστες καταστάσεις στο μέλλον.

Η Ελλάδα, όπως κάθε κράτος, ισχυρότερο ή πιο αδύνατο, έχει την ανάγκη υιοθέτησης εξωτερικής πολιτικής σύμφυτης με τα χαρακτηριστικά του διεθνούς και περιφερειακού συστήματος. Δυστυχώς η ελληνική κοινωνία δυσκολεύεται να προσεγγίσει το διεθνές γίγνεσθαι απαλλαγμένη από τις βασικές ιδεολογικές τοποθετήσεις έκαστου πολιτικού-κομματικού χώρου. Αναμφίβολα δεν υποστηρίζει κανείς πως η ιδεολογία δεν επηρεάζει τις διεθνείς σχέσεις, τα πεπραγμένα όμως δηλούν τον περιορισμένο ρόλο  των ιδεολογικών πεποιθήσεων στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Η διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης θα ήταν επωφελέστερο να εκλαμβάνεται από την ελληνική κοινωνία και ηγεσία στην πραγματική της και όχι στην εν δυνάμει διάστασή της. Οι «φιλοευρωπαϊκές» δυνάμεις της χώρας, που κυριάρχησαν από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 με την δεοντολογική προσέγγιση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, συνέβαλαν στην σημερινή δύσκολη συγκυρία Η Ελλάδα έχει την ανάγκη ενός νέου αφηγήματος και μιας πιο ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής, που θα ενισχύσει την θέση και τον ρόλο της και θα αποτρέψει να καταστεί η Τουρκία περιφερειακός ηγεμόνας, γεγονός που θα έθετε εν κινδύνω την απρόσκοπτη άσκηση των εξωτερικών μας σχέσεων.

Το ελληνικό κράτος έχει ανάγκη πολύ σημαντικών τομών σε όλες τις θεσμικές του δομές, σε τέτοια ένταση και βαθμό, που εφ’ όσον συντελεστούν θα επέλθει η επανίδρυσή του.  Η πρώτη και πιο καίρια μεταρρύθμιση είναι ο αποκομματισμός του κράτους, των θεσμών και της κοινωνίας. Το ζήτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσον μπορεί να εφαρμοστεί ένα τόσο απαιτητικό σχέδιο από το παρόν πολιτικό σύστημα.

Το ερώτημα που ανακύπτει ομοιάζει με ρητορικό: δύναται ένα σύστημα να μεταρρυθμιστεί πέραν του σημείου που θα αλλάξει η ίδια του η φύση; Το υπάρχον κομματικό κατεστημένο συντηρείται από την εν λόγω νοσηρή και αλυσιτελή κατάσταση, η ανατροπή της οποίας προϋποθέτει την αποδόμησή του. Δυστυχώς και η σημερινή κυβέρνηση στελεχώνεται από μερικούς ιδεοτυπικούς χαρακτήρες, και ακολουθεί πρακτικές του χρεωκοπημένου πολιτικού μας συστήματος.

Η προφανής ανάγκη μεταρρυθμίσεων στο σύνολο των διοικητικών πτυχών του κράτους, που ενώ είναι ορατή και αναγκαία για το κοινωνικό σώμα, δεν πραγματοποιούνται, δηλοί του λόγου το αληθές, δηλαδή την αδυναμία της καθεστηκυίας πολιτικής τάξης να προβεί στις απαραίτητες θεσμικές τομές που, αν τις πραγματοποιήσει, θα εκλείψει. Η δανειοτραφής χώρα δημιουργήθηκε για  τις ανάγκες του πελατειακού κράτους,  το οποίο στηρίζεται σε δύο πυλώνες: το κομματικό σύστημα και τους ψηφοφόρους πελάτες. Η απροθυμία, από την πλειοψηφία του πολιτικού προσωπικού να θεσμοθετηθεί η ελεύθερη αγορά, έγκειται ακριβώς στην αναγκαιότητα να λειτουργεί η εξαρτησιακή σχέση πολιτικού-κομματικού μηχανισμού και ψηφοφόρου με αντίδωρο είτε μια θέση στο δημόσιο είτε την διαιώνιση των προνομίων συγκεκριμένων συντεχνιών.

Η μεταπολίτευση έκλεισε τον κύκλο της, σωρεύοντας προβλήματα, τα οποία ο ιστορικός του μέλλοντος θα πρέπει να ζυγίσει πολύ προσεκτικά, για να αποφανθεί εν τέλει για την εν λόγω περίοδο. Σίγουρα το πώς θα επέλθει το οριστικό τέλος της  θα βαρύνει καθοριστικά την κρίση του. Ελπίδα όλων είναι η διαδικασία να είναι όσο το δυνατόν ανέφελη, στον βαθμό που οι διεθνοπολιτικές συνθήκες ενέχουν κινδύνους, λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τον τουρκικό αναθεωρητισμό, αλλά και ευκαιρίες για να εξέλθει της παρούσας κατάστασης. Το πολιτικό προσωπικό παρουσιάζεται απρόθυμο να κινήσει τις ιστορικά αναγκαίες διαδικασίες, διότι αυτές θα σημαίνουν και το τέλος του, υπογραμμίζοντας και την ύστατη ώρα την ανεπάρκεια και ιδιοτέλειά του.

Οι διαδικασίες σε καμμία περίπτωση δεν μπορούν να κινηθούν μόνο άνωθεν ή από τη βάση της κοινωνίας. Η επιστράτευση του κατάλληλου πολιτικού προσωπικού, που υπάρχει αλλά απέχει από το σημερινό παθογόνο πολιτικό γίγνεσθαι, οφείλει να γίνει μέσα από τις συνταγματικά καθορισμένες διαδικασίες, που θα κινητοποιήσουν παράλληλα ένα κρίσιμο ποσοστό του Ελληνικού λαού.

Οι παθογένειες που έχει συσσωρεύσει η μεταπολίτευση θα αποτελέσουν τα αντιπαραδείγματα της νέας συλλογικής προσπάθειας, που  θα κινείται στα πλαίσια μιας διαρκούς αναζήτησης πιο άμεσων δημοκρατικών θεσμών, κι όχι μιας στατικής και ιδεοληπτικής προσέγγισης της δημοκρατίας.

Παράλληλα, οφείλουν να πραγματοποιηθούν εκείνες οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις, που θα εξασφαλίσουν την δυναμική συμμετοχή της χώρας στο διεθνοποιημένο οικονομικό σύστημα. Η παιδεία προφανώς είναι ο τομέας που θα πρωτοστατήσει της όλης διαδικασίας, όμως τα αποτελέσματα της μεταρρύθμισης στον εν λόγω τομέα θα είναι πιο μακροπρόθεσμα, δημιουργώντας ένα πιο ανταγωνιστικό κράτος, αλλά κυρίως αντιστρέφοντας την παρακμιακή πορεία του Ελληνισμού ως τρόπου οργάνωσης και νοηματοδότησης  του ανθρωπίνου βίου που ίσως να ενδιαφέρει, ξανά, πανανθρώπινα (Χρ. Γιανναράς, Η παρακμή ως πρόκληση, Νέα Σύνορα, Αθήνα, 1998).

Αν στις αρχές του 19ου αιώνα για να υπάρξει Ελληνικό κράτος επελέγη ο μερικός ακρωτηριασμός του Ελληνισμού, η θεσμική μεταρρύθμιση του κράτους αποτελεί στην τωρινή συγκυρία προϋπόθεση, εκ των ων ουκ άνευ, για την ιστορική του συνέχεια.

    Print       Email

About the author

You might also like...

Μπορεί το failed-state να γίνει κράτος;

Read More →